ΠΡΟΣΩΠΑ

Σίμος Κακάλας: «Στην Ελλάδα πρέπει να σέβεσαι τον πατέρα σου ό,τι κι αν έχει κάνει. Ακόμη και να σε κακοποιεί.»

Μιλάει για τις ημέρες της καραντίνας και τι του λείπει από αυτές, για τα διογκωμένα Εγώ, την επίπεδη Γη και τις δύο συμμετοχές του στο Enter της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση. Και είναι χειμαρρώδης.
Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Δεν ξέρω αν χρειάζεται καμία εισαγωγή για να σας εντάξω στον κόσμο του Σίμου Κακάλα.

Με 2,5 ώρες ηχογράφησης-συζήτησης το σίγουρο είναι ότι δεν βαρέθηκα αλλά αγχώθηκα για το τι θα πρωτοέβαζα στη συνέντευξη. Και από τη στιγμή που πάτησα το record μέχρι που σηκωθήκαμε από τις καρέκλες του Little Tree Books ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Σίμος Κακάλας ήταν ασταμάτητος, παραστατικός και παθιασμένος.

Σε τέτοιο βαθμό που σκέφτομαι ότι μπορεί να μην γίνεται να αποδώσω το ηχόχρωμα της φωνής του και το ύφος αλλά δεν πειράζει, ξεχειλίζει η προσωπικότητα από τα λεγόμενά του.  Αφορμή για τη συνάντηση τα δύο μικρού μήκους φιλμ που έφτιαξε για το Enter της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση. 

Ιδού: 

Μας λείπει η ησυχία και η συγκέντρωση όμως η επαναφορά, μετά την καραντίνα, δείχνει πόσο λίγη αξία τους δίνουμε. Μας λείπουν οργανικά και αυτό το αντιλαμβανόμαστε μονάχα όταν κάνουμε διακοπές -ή τέλος πάντων μια παύση- όταν ερχόμαστε σε επαφή με τη φύση, η οποία έχει τους δικούς της ρυθμούς.

Κανείς δεν θα παραδεχτεί ότι μπορεί να μας λείπουν, υπό αυτή την έννοια της ηρεμίας, οι ημέρες της καραντίνας. Δεν θα το παραδεχτεί κανείς γιατί έχει μάθει ο καθένας μας ότι πρέπει να αισθάνεται υπεύθυνος πολίτης, ότι πρέπει να δρα συλλογικά, ότι ο άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση.

Αν ανθρωπότητα σημαίνει να έχεις πάνω από το κεφάλι σου 1000 ανθρώπους που κάνουν φασαρία τότε εγώ θέλω να απέχω από αυτό.

Η ιστορία έχει δείξει ότι η ανθρωπότητα αλλάζει μόνο μέσα από τεράστιες κρίσεις ή μετά από πολύ μεγάλες καταστροφές. Σε κάποια επίπεδα ήταν μια κρίση αλλά ας μη γελιόμαστε, εγώ δε θα ήθελα να ζήσω αυτό που συμβαίνει στη Γάζα ή στη Συρία.

Το ότι έκατσα στο σπίτι μου και μιλούσα μέσω zoom και δεν μπορούσα να αγκαλιάσω κάποιους ανθρώπους, δεν το θεωρώ τόσο μεγάλη θυσία. Συγγνώμη.

Ο θόρυβος της πόλης είναι κάτι που υπάρχει 24ώρες πάνω από το κεφάλι σου και μέσα σου και είναι τόσο μόνιμος που δεν τον λαμβάνεις υπόψη σου. Το συνειδητό σου τον βγάζει από το κάδρο γιατί αλλιώς θα τρελαθείς. Όμως αυτός είναι εκεί, σωματικά το ξέρεις. Αυτή η φασαρία δεν σε αφήνει ποτέ να μείνεις μόνος με τις σκέψεις σου.

«Με εμπνέουν περισσότερο οι άνθρωποι που δεν μου δίνουν σίγουρες απαντήσεις. Τους πιστεύω πιο πολύ. Τους βρίσκω πιο ρεαλιστές και αισθάνομαι ότι είναι πιο κοντά στην αλήθεια».

Η τέχνη είναι μια εικονική πραγματικότητα που εφευρέθηκε την εποχή που δεν είχαμε την τεχνολογία για να φτιάξουμε εικονική πραγματικότητα.

Όλοι οι άνθρωποι έχουν μια τρομακτική εμπιστοσύνη στο μυαλό τους, μια τρομακτική πίστη στο Εγώ τους και γι’ αυτό βγάζουν εξωφρενικά συμπεράσματα χωρίς δεδομένα ή παίρνοντας μόνο τα δεδομένα που τους ταιριάζουν.

Κανονικά θα έπρεπε να γελάμε με τέτοιους ισχυρισμούς όπως «επίπεδη Γη» ή «δεν υπάρχει κορωνοϊός, απλώς ψάχνουν αφορμή να μας βάλει τσιπάκι ο Μπιλ Γκέιτς». Το θέμα είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι βρίσκουν άλλους παρόμοιους ανθρώπους και σχηματίζουν ομάδες που κάνουν τη φωνή τους να ακούγεται πολύ δυνατά. Δεν γελάω πια. Δεν μπορώ. 

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που πιστεύουν ότι η επιστήμη είναι αλαζονική και τους προσβάλλει επειδή τους κάνει να νιώθουν ηλίθιοι. Συγγνώμη φίλε αν νιώθεις κατώτερος από κάτι που δεν καταλαβαίνεις. Δε φταίει αυτό.

Είναι μια εποχή που όλοι προσβάλλονται, όλοι θίγονται. Τα Εγώ είναι τρομερά ερεθισμένα και διογκωμένα.

Αυτό συμβαίνει γιατί τίθεται θέμα επιβίωσης. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που φοβούνται ότι δεν έχουν να βγάλουν τον μήνα, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που έχουν εμποτιστεί με τον φόβο ότι θα έρθουν οι άλλοι να τους αρπάξουν το ψωμί.

Οι άνθρωποι με τις θεωρίες συνομωσίας κάνουν πολύ θόρυβο και αποπροσανατολίζουν τους πάντες από το επίκεντρο των πραγμάτων. Αυτό ήθελα να σχολιάσω με τo πρώτο φιλμ μου στο Enter, το “Tarantino”.

Συγγνώμη αλλά δεν μπορώ να δεχτώ ότι το νερό έχει μνήμη. Μπορεί σε εσένα να πέρασε ο στομαχόπονο σου με τα ομοιοπαθητικά αλλά μη μου λες ότι το νερό έχει μνήμη γιατί θα μου πέσουν τα μαλλιά.

Να μου χαρακτηρίζεις αντισυστημική την ομοιοπαθητική ενώ έχει τζίρο δισεκατομμυρίων από τα ψεύτικα φάρμακα είναι σα να με δουλεύεις. Αυτή είναι η εναλλακτική ιατρική;

Δεν με ενδιαφέρει αν πιστεύεις ότι μέσα στο εμβόλιο υπάρχει τσιπάκι. Αν ξέρεις ελάχιστα πράγματα για τις αρχές των ολοκληρωμένων κυκλωμάτων, που εάν δεν ξέρεις κάτσε διάβασε, θα καταλάβαινες ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχει υγρό τσιπάκι. Αν υπήρχε υγρό τσιπάκι θα υπήρχαν και τα ταξίδια στον χρόνο.

Το να υπάρχει χορός για να φέρει βροχή εγώ μπορώ να το δω ως κουλτούρα, μπορώ και να το αγαπήσω αλλά δεν μπορώ να το δεχτώ ως αλήθεια.

Ο δυτικός άνθρωπος –και δεν είμαι σίγουρος ότι αυτή η έννοια περιλαμβάνει τους Έλληνες- επειδή ξέρει ότι έχτισε ολόκληρες πόλεις χάρη στο χρήμα που έβγαλε από τις αποικίες νιώθει την υποχρέωση να νιώσει συμπάθεια προς τον πολιτισμό τους.

Από την άλλη το παράθυρο που άνοιξε όταν ο Πικάσο ήρθε σε επαφή με την αφρικανική τέχνη ήταν ένα αληθινό παράθυρο∙ το πώς το εκμεταλλεύεται η ίδια η κοινωνία και τι το κάνει τελικά είναι το πρόβλημα.

Πρόβλημα είναι ότι εξωραΐζουμε τους ήρωες π.χ. της Επανάστασης και τους κάνουμε ανθρώπους πάνω σε κάδρα, ακίνητους, κέρινους που μας κοιτούν με βλοσυρό βλέμμα. Το ίδιο έχουμε κάνει με τον Σοφοκλή, τον Αισχύλο, με όλους τους αρχαίους.

Είμαστε τρομερά περήφανοι για κάποια πράγματα που δεν θα έπρεπε. Γιατί εγώ να είμαι περήφανος για τον παππού μου ενώ εγώ δεν έχω κάνει τίποτα, δεν το καταλαβαίνω.

Δεν έχουμε αφομοιώσει τον Περικλή στη σύγχρονη ελληνική κουλτούρα. Τους έχουμε είτε σε μορφή μπρελόκ είτε τους δείχνουμε στους ξένους στο σαλόνι μας στο οικογενειακό άλμπουμ φωτογραφιών πριν περάσουμε στον μπουφέ για κεφτεδάκια.

Γι’ αυτό δεν μπορούμε να πεις ανθρώπινα στοιχεία για τον Καποδίστρια ή για τον Καραϊσκάκη. Τους βλέπουν σαν την εκκλησία.

Στην Ελλάδα ο σεβασμός είναι πολύ κακό πράγμα επειδή είναι διαστρεβλωμένος. Δεν είναι σεβασμός που έχει κερδηθεί αλλά που έχει επιβληθεί.

Ανά χρονικά διαστήματα περιχαρακώνονται όλοι σε μια πανοπλία και πάνε για πόλεμο. Στο τέλος αυτός που θα επιβιώσει θα γράψει το επόμενο κεφάλαιο στην ανθρώπινη ιστορία.

Ο Αρχιμήδης έφτιαχνε σχήματα στην άμμο, ο άλλος που τον έσφαξε το έκανε κρατώντας σπαθί. Συγγνώμη αλλά η πένα δεν είναι πιο ισχυρή από το σπαθί.

Υπάρχουν αυτοί που απευθύνονται στο θυμικό. Επενδύουν στην ενεργοποίηση των αισθημάτων του ακροατηρίου τους. Αυτό είναι πολύ πιο ισχυρό μέσα μας από τη λογική, την ανάλυση και το πνεύμα. Γι’ αυτό κερδίζει πάντα. Ενώ το άλλο, δηλαδή η λογική, η ανάλυση και το πνεύμα κερδίζει σιγά σιγά.

Για κάποια πράγματα όμως μπορούμε πια να μιλάμε ανοικτά κοινωνικά. Έγιναν πέντε Pride, μπήκε μια σημαία ουράνιο τόξο στη Βουλή, στη γωνίτσα μεν αλλά μπήκε.

Πάντως θέλω να έρθει η άλλη πλευρά και να πει ξεκάθαρα «Σας μισούμε, θέλουμε να πεθάνετε». Να το πουν για να ξέρουμε κι εμείς ποιος είναι τι.

Θα έρθει μια μεγαλύτερη κρίση. Πρόκειται να ζήσουμε ένα μπαράζ πραγμάτων. Ο κόσμος αυξάνεται, πού θα χωρέσουν 10 δισεκατομμύρια ανθρώπων, κι αν όλοι αυτοί θέλουν από ένα αυτοκίνητο;, πού θα βρούμε τόσο μέταλλο, τόσο πετρέλαιο, τόσο νερό. Θα έχουμε να λύσουμε πρακτικά πράγματα.

Ο λόγος που κάνω θέατρο είναι η συλλογική εμπειρία, είναι ότι όταν γίνεσαι μέλος ενός συνόλου μπορείς να αντιμετωπίσεις το κρύο λίγο καλύτερα∙ αλλά δεν μπορείς να το εξαφανίσεις.

Στο θέατρο αισθάνεσαι ότι ζεις κάτι κοινό μαζί με τους άλλους και στέκεσαι απέναντι σε κάτι. Όπως ίσως νιώσαμε για λίγες ημέρες στην καραντίνα. Δημιουργήθηκε για λίγο η ψευδαίσθηση ότι όλοι είμαστε ενωμένοι απέναντι σε κάτι. Αλλά σύντομα άρχισε να λέει ο ένας ότι είναι σε μικρή βάρκα, ο άλλος ότι είναι σε κρουαζιερόπλοιο.

Αλλά πάντως δεν μπορούμε να τα ξέρουμε όλα. Πάντα πρέπει να υπάρχει κάποια επιφύλαξη γι’ αυτό που λες, γιατί πάντα χρειάζεσαι δεδομένα. Χωρίς να έχεις δεδομένα δεν μπορείς να βγάλεις συμπεράσματα.

Για κάποια πράγματα, όπως για παράδειγμα για τον κορωνοϊό, απαιτούνται τρομερά εξειδικευμένες γνώσεις για να τα κατανοήσεις. Ή για την αστροφυσική, ε θέλει δουλειά για να πιάσεις πέντε βασικά πράγματα.

Δεν μπορώ να αμφισβητήσω τη δουλειά και τον χρόνο που ξόδεψε ο άλλος για να αποκτήσει αυτές τις γνώσεις επειδή εγώ διάβασα κάτι στο ίντερνετ.  

Εμένα με εμπνέουν περισσότερο οι άνθρωποι που δεν μου δίνουν σίγουρες απαντήσεις. Τους πιστεύω πιο πολύ. Τους βρίσκω πιο ρεαλιστές και αισθάνομαι ότι είναι πιο κοντά στην αλήθεια.

Εάν πεις ότι επί Μεταξά γκρεμίστηκαν τα περισσότερα μεσαιωνικά μνημεία στην Ελλάδα ή ό,τι τότε μεταγράφηκαν στα ελληνικά της κοινής καθομιλουμένης πολλά από τα τραγούδια που μέχρι τότε τα ξέραμε μόνο μέσα από τις ντοπιολαλιές θα σε πουν προδότη. Σε αυτή τη χώρα δεν μιλάμε γι’ αυτά.

Στην Ελλάδα πρέπει να σέβεσαι τον πατέρα σου ό,τι κι αν έχει κάνει. Ακόμη και να σε κακοποιεί.

Είναι αστεία η αντίληψη του Έλληνα για τον σεβασμό. Αν θεωρείς σεβασμό τη φτήνια των σχολικών γιορτών τότε δεν ξέρω τι να σου πω. Είναι φτήνια να βγαίνουν τα παιδάκια και να διαβάζουν ποιήματα με αυτό τον πολύ κακό τρόπο που μαθαίνουμε στο σχολείο να διαβάζουμε.

Οι δάσκαλοι μαθαίνουν στα παιδιά να συλλαβίζουν. Δεν ξέρουν ούτε οι ίδιοι να διαβάζουν. Δε λέω να γίνουν η Παξινού. Υπάρχουν ευτυχώς πάντα κάποιοι λίγοι που μοιάζει να έπεσαν από τον ουρανό και με αυτούς διαφαίνεται ένα φως στο βάθος. Αλλά κατά τ’ άλλα δεν υπάρχει λύση.

Δεν κάνουμε οργανική τη γνώση όπως τη διδασκόμαστε. Συζητάμε για τα λάθη του Περικλή που έφεραν την πτώση της αθηναϊκής δημοκρατίας; Όχι μόνο για τα μεγαλεία και για τα θαύματα μαθαίνουμε. Για το ότι η ίδια η υπέρμετρη φιλοδοξία των Αθηναίων τους κατέστρεψε δεν το μαθαίνουμε ή και να μάθουμε δεν ασχολούμαστε. Ενώ εκεί θα έπρεπε να εστιάζουμε.

Λες «είμαστε χάλια σε αυτό» και πετάγεται ο άλλος «αλλά δεν έχουμε και τα καλά μας;». Τέτοιου είδους παρεμβάσεις είναι σαν το “all lives matters”, πετούν τη μπάλα στην εξέδρα. Σαφέστατα έχουμε και τα καλά μας αλλά δεν συζητάμε αυτά. Γιατί να τα συζητήσουμε άλλωστε;                

Τι “support all workers”; Μπορώ εγώ να μιλήσω για τον ψαρά στις Κυκλάδες; Μαζί του είμαι αλλά εγώ μιλάω για ένα δικό μου πρόβλημα. Μιλώντας γενικά δεν μπορείς να λύσεις κάτι. Πρέπει να επικεντρωνόμαστε.

Λέει ο άλλος ότι θέλει να γίνει straight pride. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει καταλάβει, το παίρνει κυριολεκτικά νομίζει ότι το pride γίνεται επειδή οι άνθρωποι είναι περήφανοι για τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις.

Το pride γίνεται γιατί κάποτε έβλεπαν γκέι στον δρόμο και τον πλάκωναν στο ξύλο. Και τώρα γίνονται περιστατικά αλλά κάποτε αυτό ήταν σπορ. Άρα τι straight pride; Ποιον πλάκωσαν στον ξύλο επειδή είναι ετεροφυλόφιλος;

«Τι “support all workers”; Μπορώ εγώ να μιλήσω για τον ψαρά στις Κυκλάδες; Μαζί του είμαι αλλά εγώ μιλάω για ένα δικό μου πρόβλημα. Μιλώντας γενικά δεν μπορείς να λύσεις κάτι. Πρέπει να επικεντρωνόμαστε».

Όλους αυτούς που μιλούν με «ναι αλλά» δεν μπορώ να τους δω παρά σαν κλόουν, σαν τραγικούς κλόουν.

«Δεν είμαι ρατσιστής αλλά…». Λένε κάποιοι ότι βάλλονται από το Ισλάμ, ότι θα μας αλλοιώσει. Σκέψου λίγο τι λες. Από την άλλη δε δέχομαι τον συντηρητισμό και τον φονταμενταλισμό αυτού του συστήματος και δε θέλω να χάσω πράγματα που άνθρωποι σε αυτή την ήπειρο πέθαναν για να τα έχω εγώ. Απλώς δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να είναι ή το ένα ή το άλλο.

Πρέπει να αλλάξουν τα παραμύθια μας, να εξυπηρετήσουν άλλα πράγματα. Πια δεν ανάβω φωτιά τρίβοντας ξύλα, τώρα έχω smartphone και ανά πάσα στιγμή μιλάω ταυτοχρόνως με ανθρώπους από όλο τον κόσμο.

Όταν κάποια στιγμή τέθηκε το ερώτημα για την πρόσβαση σε υλικό στο ίντερνετ, δηλαδή αν θα είναι τζάμπα ή με συνδρομές όλοι απαντήσαμε τζάμπα. Όμως στην πραγματικότητα δεν είναι τζάμπα. Εγώ τους παραχωρώ τα δεδομένα μου για να έχω social media, πρόσβαση σε άρθρα κλπ κλπ.

Με αυτόν τον τρόπο αγοράζω όχι με χρήματα αλλά με τα δεδομένα μου. Συνεπώς και εκεί έχω δικαιώματα ως καταναλωτής και πρέπει να υπάρχει νομικό πλαίσιο να με προστατεύει.

Τώρα μέσω των δεδομένων που παραχωρώ για τη φυσική μου κατάσταση μπορεί να έρθει η τάδε ασφαλιστική και να μου πει «δε σε ασφαλίζω». Εκεί πρέπει να γίνονται οι συζητήσεις.

Αλλά όχι. Κάτσε εσύ να μιλάς για το τσιπάκι και για τον Σώρος. Και φυσικά κανείς δεν εμποδίζει τη διάδοση της ηλιθιότητας γιατί μέσα σε τόσο «θόρυβο» μπορεί πολύς κόσμος να κάνει τη δουλειά του ήσυχα και ωραία. Και εμείς να κοιτάμε τη μπάλα στην εξέδρα.

Είναι φοβερό όμως ότι ο κόσμος θέλει να επιστρέψει στο παρελθόν, στα «καλά τα χρόνια», τότε «που δεν υπήρχαν αδελφές, τότε που δεν πηδιόταν άνδρας με άνδρα». Θα του πεις για τον λόρδο Μπάιρον και θα σου πει «ε, αυτός ήταν Άγγλος».

Οι άνθρωποι προσβάλλονται γιατί έχουν μείνει στο βιβλίο της Δ’ δημοτικού. Συγγνώμη αλλά κάποια πράγματα γράφονται στα ίδια τα απομνημονεύματα αυτών των ανθρώπων. Τους λες ψεύτες;

Όταν κατεβαίνει κάποιος από ένα βουνό και λέει «Είδα το Θεό. Εγώ. Μόνος μου». Ε τότε κάποιος πρέπει να πει «Γιατί δεν τον φωνάζεις να ‘ρθει να τον δούμε και εμείς να γουστάρουμε;».

Σέβομαι απόλυτα το ότι ο άνθρωπος έχει την ανάγκη του πέρα από εδώ, του πέρα από τώρα και δεν σκέφτεται μόνο το τι θα φάμε και το τι θα πιούμε. Αλλά το υπόλοιπο μου φαίνεται σαν παραμυθάκι για παιδιά.

To δεύτερο φιλμ για το Enter αποτυπώνει μια αναχώρηση. Ήταν το ακριβώς αντίθετο του πρώτου φιλμ. Ήταν τα δύο πράγματα που ήμουν στην καραντίνα, τα δύο άκρα μου.

Το κείμενο που ακούγεται το βρήκα τυχαία στο google, είναι ιταλικό, η μετάφραση του είναι προϊόν του Google translate. Μιλάει για μια δυστοπία στο μέλλον. Δεν είναι κάτι φοβερό, αλλά μου δημιούργησε μια περίεργη αίσθηση.

Υπάρχει ένας τίτλος έργου του Μπερνάρ-Μαρί Κολτές «Η φυγή με άλογο πολύ μακριά μες στην πόλη». Αυτή η φράση κάπως με συνάντησε μες στη καραντίνα και σκέφτηκα αυτό: κάποιος χάνεται μέσα στην πόλη, στο έρημο αστικό τοπίο ως τροφοσυλλέκτης του αστικού χώρου.

Δείτε τα υπόλοιπα Enter εδώ
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.