POP_L1008734
O Μάνος Ελευθερίου ήταν ο πρώτος άνθρωπος από τον οποίο πήρα συνέντευξη – τέλη του 2008. «Είμαι πολύ νέος» τον είχα προειδοποιήσει από το τηλέφωνο, «μην τρομάξετε όταν θα με δείτε». «Εσείς να μην τρομάξετε, γιατί είμαι πολύ γέρος» είχε απαντήσει. Μπήκα τρομερά σφιγμένος στο σπίτι του στο Νέο Ψυχικό, ένα λιτό ισόγειο γεμάτο βιβλία, αντίκες και μια γενική αίσθηση παλαιότητας κι όταν με ρώτησε αν θέλω να πιω κάτι, είπα «μόνο νεράκι». Εκείνος προτίμησε ουίσκι με πάγο. Του είχα εκμυστηρευτεί, θυμάμαι, πόσο με συγκινεί εκείνο το «Η σούστα πήγαινε μπροστά» σε μουσική Δήμου Μούτση κι εκείνος αντί να χαμογελάσει, να πει κάτι ή έστω να δεχθεί με απάθεια το σχόλιό μου, κατέβασε το κεφάλι κάπως πικραμένα. Πολύ παράξενη αντίδραση. Δεν ήξερα τότε πώς να την ερμηνεύσω – μέχρι που βρήκα την απάντηση στο ίδιο το τραγούδι. Όταν πια πάτησα το stop στο μαγνητοφωνάκι που μας ηχογραφούσε, πήρα μια ανάσα ανακούφισης, ότι όλα είχαν πάει καλά. «Ξέρω, μέσα σου θα σκέφτεσαι, τι μου λέει τώρα ο παππούς…». «Καμία σχέση», του αντέτεινα, «εγώ σας θαυμάζω». «Κι εγώ σας θαυμάζω» αποκρίθηκε χαμογελώντας, σαν να μου έλεγε «αυτά που λες εγώ τ’ ακούω βερεσέ». Έκανα να σηκωθώ, αλλά με σταμάτησε: «Δεν ήπιες ούτε μια γουλιά από το νερό που ζήτησες. Πρέπει να πιεις». Εκ των υστέρων, το κατάλαβα κι αυτό: Ήταν η λεπτή αυστηρότητα των ηλικιωμένων που ζουν μόνοι, που δίνουν σημασία στους τύπους, που δεν απαιτούν από ‘σένα επιδεικτικό σεβασμό και τζιριτζάντζουλες, παρά μόνο μια ανταπόδοση της απλής ευγένειάς τους.

Στο ίδιο σπίτι βρεθήκαμε, ακριβώς πέντε χρόνια μετά. Η Ελλάδα αγνώριστη σε σχέση με τότε, αλλά ο Ελευθερίου ελάχιστα έχει αλλάξει, απλά πήγε από τα 70 στα 75, ήταν πάντα γουντιαλενικά εύθραυστος και ασθενικός, οπότε μικρή η διαφορά. Κυκλοφόρησε ένα ακόμα μυθιστόρημα, καταπιάστηκε με το σύγγραμμα για τα χρόνια του Βαμβακάρη στην κοινή τους γενέτειρα τη Σύρο και εσχάτως συγκέντρωσε σε μια συλλογή όλα σχεδόν τα λόγια του που έγιναν τραγούδια, από τους «Ρημαγμένους Κήπους» του ‘63, μέχρι τα «Δέκα γραμμάρια», το τελευταίο του ως τώρα, ακριβώς 50 χρόνια μετά. «Ήθελα να το γιορτάσω» εξηγεί καθισμένος σε μια πράσινη πολυθρόνα, με το τσιγάρο του να καίει στο τασάκι. «Κλείνει για ‘μένα ένας κύκλος με το βιβλίο αυτό. Και ανοίγει ένας άλλος, υποτίθεται. Αλλά πόσο μεγάλος μπορεί να είναι αυτός ο κύκλος, αφού, όπως λέει κι ο Σεφέρης “η ζωή μας κάθε μέρα λιγοστεύει”; Είμαι σε μια ηλικία που δεν μπορώ να σκέφτομαι το μέλλον. Όμως εξακολουθώ να γράφω. Κάποτε είχα πει “σταματάω”. Και κάτι τρέχει στα γύφτικα που σταματάς, θα μου πείτε, σιγά μη λιποθυμήσουμε. Πράγματι λοιπόν, για πέντε-έξι χρόνια δεν έγραφα, κυκλοφορούσαν τραγούδια μου τα οποία είχα δώσει σε συνθέτες παλαιότερα και ο κόσμος νόμιζε ότι είμαι παραγωγικός. Τώρα γράφω πάλι». «Από συνήθεια;» τον ρωτάω. «Από ανάγκη. Όσο και να σου φανεί περίεργο, γράφω για να δίνω παράταση στον εαυτό μου. Αν σταματήσω, οι αρρώστιες θα βγουν στον αφρό. Για την ώρα ρίχνω λάδι στο ποτήρι, επιπλέει το λάδι και αποκάτω δεν φαίνεται τίποτα». Ουίσκι δεν μπαίνει πια συχνά στο ποτήρι αυτό. Υποθέτω πως η συνήθεια ανήκει σε κραιπάλες άλλων εποχών.

POP_L1008714

Το πάθος για τα τραγούδια πάντως καλά κρατεί. «Είν’ αρρώστια τα τραγούδια» έγραψε κάποτε πάνω σε μουσική Ξαρχάκου… «Όπως ό,τι αγαπάς», εξηγεί. «Και ο έρωτας τί είναι, μια αρρώστια είναι. Υποτίθεται ότι είναι από τα καλά μου τραγούδια αυτό – έτσι μου λένε δηλαδή». Η συζήτηση πηγαίνει στα «Λόγια και τα χρόνια τα χαμένα», από τις μεγαλύτερες τομές στον ελληνικό στίχο, με φράσεις που δεν θα ακούγονταν εκτός κλήματος σε heavy metal ηχητικό περιβάλλον. «Σ’ αυτό το τραπέζι το ‘γραψα» μου λέει και μου δείχνει με το δάχτυλο προς την απέναντι γωνία. «Σε άλλο σπίτι βέβαια… Αύγουστος του ’69. Έγραφα όλη μέρα από τις οκτώ το πρωί, είχα τρελαθεί. Σε μια στιγμή, μεσημέρι πια, Κυριακή, καύσωνας, περνά έξω από το σπίτι ένας φίλος (ήταν ισόγειο) και μου λέει “τι κάνεις κλεισμένος εδώ, δεν πας στην Αίγινα να κάνεις καμιά βουτιά”; Μετά έμαθα ότι αυτός αυτοκτόνησε. Το ‘74».

Άκουγα τη γιαγιά μου να μιλάει και ως βλάκας που ήμουν, τη διόρθωνα. Πέρασαν χρόνια μέχρι να καταλάβω ότι αυτές οι φράσεις που έλεγε ήταν ατόφιες στον Ερωτόκριτο.

Ο Ελευθερίου πάει συχνά απ’ το ένα θέμα στ’ άλλο. Εκεί που σου μιλάει σαν ποιητής, γίνεται ο θείος που κουτσομπολεύει το σόι. Εκεί που διηγείται ιστορίες με τον Γκάτσο, ξαφνικά λοξοκοιτάει το φωτογράφο που κάθεται δίπλα μας και λέει «ε βγάλ’ το ντε το μπουφάν, θα σκάσεις». Είναι δε μία από τις σπάνιες περιπτώσεις μεγάλου σε ηλικία και αξία καλλιτέχνη που δεν μεγαλοπιάνεται. Του επισημαίνω πως όταν ο Χαρούλης τραγουδάει τα «Μαλαματένια Λόγια» στα live του, λίγοι αποκάτω γνωρίζουν το συνθέτη και ακόμα λιγότεροι τον στιχουργό. Κουνάει το κεφάλι: «Πάντοτε ήταν έτσι. Ειλικρινά, στο λόγο της τιμής μου, μ’ αρέσει αυτό. Τι πάει να πει να με ξέρει ο άλλος; Αυτή τη στιγμή το υπερασπίζεται ο Χαρούλης το τραγούδι μου. Με γεια του με χαρά του! Ο τραγουδιστής καθαγιάζει το τραγούδι, μόνο του δε λέει τίποτα. Δηλαδή η “Συννεφιασμένη Κυριακή” τι θα ήταν αν δεν την είχε τραγουδήσει κανείς;». Την ώρα πάντως που ο Τσακνής, ο Πορτοκάλογλου, ο Κραουνάκης και άλλοι συγκέντρωσαν σε βιβλίο όλους τους στίχους τους πριν κλείσουν τα 50, εκείνος περίμενε να πατήσει τα 75. «Ε εντάξει, μιλάμε για μεγάλα πρόσωπα, ο λαός έπρεπε να γνωρίζει ό,τι έχουν γράψει» σχολιάζει. «Είναι φίλοι μου όλοι αυτοί» προσθέτει, μάλλον για να το ακούσει κι ο ίδιος και να μην παρασυρθεί…

Κόντρα στην αίσθηση που επικρατεί, ενισχυμένη ίσως από ένα κλήμα μοναχικής ηττοπάθειας που κυριαρχεί σε πολλούς στίχους του, ο Ελευθερίου ήταν πάντα άνθρωπος κοινωνικός και αγαπητός. Οι εξορμήσεις του στο κέντρο της Αθήνας για δουλειές έχουν περιοριστεί σε μία την εβδομάδα, δειπνεί όμως συχνά μαζί με φίλους (κυρίως καλλιτέχνες, γιατρούς και σχεδιαστές μόδας), επιστρέφοντας στο σπίτι αυστηρά πριν τις δώδεκα, για να μείνει ξύπνιος μέχρι τις τέσσερεις γράφοντας ή συνομιλώντας με τον εαυτό του. Είναι επίσης επιρρεπής στις ασθένειες, οι οποίες στο μυαλό του μεγενθύνονται: Επί δέκα μέρες ταλαιπωρούταν από ένα αθώο κρυολόγημα όταν θέλαμε να κλείσουμε ραντεβού. «Μιας και είσαι δημοσιογράφος» μου είπε απ’ το τηλέφωνο «δεν γράφεις κατ’ ευθείαν τη νεκρολογία μου να τελειώνουμε, να πάω κι εγώ να βρω τη γιαγιά μου;». Όση ώρα ποζάρει στο φακό, φαίνεται να δυσανασχετεί. «Τελειώσαμε;» ρωτάει κάθε πέντε λεπτά. Αφού φύγει ο φωτογράφος, θα μου εξηγήσει ότι καθ’ όλη τη διάρκεια αισθανόταν έντονη ταχυπαλμία. «Καλά, σοβαρά; Γιατί;». Με κοιτάζει στα μάτια, στέφει το βλέμμα αλλού, με ξανακοιτάζει, περιμένει πέντε δευτερόλεπτα και με βαριά, δραματική φωνή εκστομίζει «γιατί δεν πρέπει να αγγίζω τη χαρά. Κατάλαβες τίποτα;».

Στην επόμενη σελίδα: Η φτώχεια, η επιτυχία, οι επικρίσεις, η ομορφιά