

Οι A Place to Bury Strangers σχηματίστηκαν το 2002, αφού ο Oliver Ackermann μετακόμισε στη Νέα Υόρκη από το Rhode Island και αρχικά αποτελούσε μέρος μιας διαφορετικής σύνθεσης. Πριν καν σταθεί σε κάποια σκηνή με τους APTBS, είχε ήδη αρχίσει να χτίζει -κυριολεκτικά- το σύμπαν μέσα στο οποίο θα ακουγόταν η μουσική του.
Πριν το όνομα της μπάντας αρχίσει να γράφεται με κεφαλαία στα line-ups, υπήρχε το Death By Audio, ένα DIY εργαστήριο στο Brooklyn, όπου ο Ackermann έφτιαχνε πετάλια παραμόρφωσης για μουσικούς που ήθελαν κάτι παραπάνω από απλό distortion. Δεν μιλάμε για “καλύτερο ήχο”, αλλά για περισσότερο, πιο βαρύ ήχο.

Αυτό που κάνει ενδιαφέρουσα την περίπτωση του όμως, είναι ότι το gear αυτό έγινε η ίδια η ταυτότητα της μπάντας. Αν τους δεις live, αντιλαμβάνεσαι ότι βλέπεις ένα σύστημα να δουλεύει στα όριά του. Κιθάρες που ουρλιάζουν, φώτα που σε αποσυντονίζουν, ένταση που ξεφεύγει από τα όρια του εντυπωσιακού και γίνεται επιθετική. Δεν είναι τυχαίο που το όνομά τους έχει συνδεθεί με τον χαρακτηρισμό “the loudest band in New York”.
Οι APTBS δεν χρησιμοποιούν τον θόρυβο για να καλύψουν τη μελωδία, αλλά για να την διαστρεβλώσουν, να τη φέρουν στα όριά της. Είναι μια λογική που χρωστάει πολλά σε μπάντες όπως οι My Bloody Valentine και οι The Jesus and Mary Chain, αλλά δεν μένει εκεί.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σε αυτό δεν είναι η ένταση, αλλά η εμμονή. Η DIY φιλοσοφία του Oliver Ackermann είναι ο πυρήνας του ήχου τους. Σε μια εποχή που οι περισσότεροι μουσικοί δουλεύουν με presets, plugins και “έτοιμες λύσεις”, ο Ackermann επιμένει σε μια σχεδόν αναχρονιστική προσέγγιση. Αν δεν υπάρχει ο ήχος που θέλεις, τον φτιάχνεις. Και όταν φτιάχνεις το ίδιο σου το εργαλείο, τα πετάλια, τους ενισχυτές και ακόμα και τα ίδια τα όργανα, δημιουργείς έναν ήχο που δεν υπάρχει αλλού.
Αυτό δίνει στους APTBS μια σχεδόν αυτάρκη ταυτότητα, σαν να λειτουργούν σε δικό τους ηχητικό οικοσύστημα, αποκομμένο από trends και έτοιμες λύσεις. Είναι μια μπάντα που έχει κατασκευάσει τις ίδιες τις συνθήκες για να ακούγεται όπως ακούγεται. Άβολη, σκληρή και υπερβολική.
Ακόμα και η τελευταία τους κυκλοφορία έχει κάτι το ιδιαίτερο. Το rarities άλμπουμ τους Rare And Deadly δεν λειτουργεί σαν μια απλή συλλογή rarities, αλλά σαν άνοιγμα ενός προσωπικού αρχείου που μέχρι τώρα έμενε στο σκοτάδι. Κομμάτια από demos, B-sides και μισοτελειωμένες ιδέες της περιόδου 2015–2025 ξεδιπλώνονται χωρίς φίλτρο, αποκαλύπτοντας τη μπάντα στη στιγμή που ακόμα δοκιμάζει. Υλικό τραβηγμένο από τα νυχτερινά sessions και τις κατεστραμμένες κασέτες του Oliver Ackermann. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι δεν υπάρχει μία “ολοκληρωμένη” εκδοχή του άλμπουμ, αφού περιλαμβάνει διαφορετικές tracklists για βινύλιο, CD, κασέτα και ψηφιακές εκδόσεις. Κάθε format αφηγείται μια διαφορετική ιστορία, μετατρέποντας την ακρόαση σε κάτι ρευστό και ασταθές, όπως ακριβώς και η δημιουργία του. Αυτό που μένει τελικά δεν είναι ένα polished αποτέλεσμα, αλλά ένα ηχητικό ντοκουμέντο για το πώς γεννιέται η ένταση, λίγο πριν πάρει οριστική μορφή.
Όπως είπε και ο ίδιος ο Ackermann σε πρόσφατη συνέντευξή του: ««Υπήρχαν τόσα ωραία κομμάτια… μέσα στη μετάβαση της μπάντας, έπρεπε να τα είχα βάλει σε κάποιο άλμπουμ… αλλά τότε δεν είχε νόημα. Ήταν ένα ωραίο ταξίδι να τα ψάξω όλα αυτά και να βρω αυτά τα παλιά κομμάτια. Κάθε τραγούδι έχει μέσα του ένα κομμάτι από όλα τα υπόλοιπα. Κάποια γράφτηκαν μέσα από βαθιά απώλεια».
Παρά τον έντονο θόρυβο, ο Ackermann έχει περιγράψει τη μουσική τους ως ένα ρομαντικό, ήσυχο εγχείρημα που εκρήγνυται, και όχι απλώς ως συνεχή φασαρία. Στη σκηνή, όλα αυτά μεταφράζονται σε κάτι σχεδόν σωματικό. Είναι από εκείνα τα live που βγαίνεις λίγο αποσυντονισμένος, σαν να πέρασε από πάνω σου οδοστρωτήρας και αυτό είναι το ζητούμενο.

