ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Κύριε Μπαλαμπανίδη, ήταν ο Ευρωκομμουνισμός το τέλος του «κόκκινου παραμυθιού»;

Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης, συγγραφέας του «Ευρωκομμουνισμού», μιλά στην Popaganda για την «τελευταία στροφή» του ευρωπαϊκού κομμουνιστικού κινήματος. Ή μήπως δεν ήταν η «τελευταία στροφή»;
Φωτογραφίες: Άγγελος Χριστοφιλόπουλος/FOSPHOTOS
14L1057956.

Ο Ευρωκομμουνισμός «ήταν ένα πετυχημένο εγχείρημα που ηττήθηκε», λέει στην Popaganda ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης, συγγραφέας του βιβλίου Ευρωκομμουνισμός, το οποίο καταπιάνεται με μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και ζωηρές μεταβάσεις του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού κομμουνιστικού κινήματος, στην προσπάθειά του να επανανοηματοδοτηθεί σε πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο καθόλα διαφορετικό από αυτό που επικρατούσε όταν ξεσπούσαν μεσοπολεμικά οι «κόκκινες επαναστάσεις» στην Ευρώπη. Για την επιρροή του Ευρωκομμουνισμού στην εξέλιξη της «κόκκινης ιδεολογίας», τη σχέση του εν λόγω ρεύματος με τον Υπαρκτό Σοσιαλισμό, τη σημασία της έννοιας του κομμουνισμού σήμερα και πολλά ακόμα, ο κ. Μπαλαμπανίδης μας έδωσε τις απαντήσεις του.

Πώς και επιλέξατε τον Ευρωκομμουνισμό ως θέμα του βιβλίου; Συμβαίνει καμιά φορά το θέμα να μας επιλέγει παρά να το επιλέγουμε. Ξεκίνησα να ασχολούμαι ακαδημαϊκά με το ΚΚΕ εσωτερικού, μία ενδιαφέρουσα κομματική περίπτωση που όμως παραμένει «αχαρτογράφητη» στη βιβλιογραφία. Με κέντριζε καθόσον υπήρξε ένα πολιτικό υβρίδιο: ένα κομμουνιστικό κόμμα εξόχως ευρωπαϊστικό, μεταρρυθμιστικό, φιλελεύθερο, μοντέρνο και ανοιχτό σε νέες πολιτισμικές τάσεις, πόλος έλξης για δυναμικά κοινωνικά στρώματα αλλά με ισχνή απήχηση στην εργατική τάξη. Προχωρώντας όμως στην έρευνα πείστηκα ότι θα ήταν πιο παραγωγικό να δει κανείς την ελληνική περίπτωση ως μέρος, και μάλιστα έλασσον, του ευρύτερου ευρωκομμουνιστικού ρεύματος. Πολιτικό ρεύμα που μοιάζει εξίσου παράδοξο και υβριδικό (ξεκινώντας από τη μικρή έκπληξη που προκαλεί η συνύπαρξη των δύο συνθετικών της ονομασίας του: ευρω-κομμουνισμός) και που αναπτύχθηκε κυρίως στον ευρωπαϊκό Νότο, με βασικούς φορείς το ιταλικό PCI του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, το γαλλικό PCF του Ζωρζ Μαρσαί, αλλά και το PCE του Σαντιάγο Καρίγιο στη μετα-φρανκική Ισπανία. Έτσι, οδηγήθηκα σε μια συγκριτική πια μελέτη τεσσάρων κομμάτων, σε τέσσερις διαφορετικές χώρες, με βασικό ερώτημα: τι κοινό έχουν αυτά τα κόμματα, σε τι συνίσταται ο ειδοποιός πυρήνας του ευρωκομμουνιστικού φαινομένου; Αλλά και, αντίστροφα, ποιες αποκλίσεις και ιδιαιτερότητες παρουσιάζει κάθε εθνική περίπτωση;

Ποιοι είναι οι ιστορικοί κύκλοι από τους οποίους πέρασαν τα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα; Οι μεγάλοι ιστορικοί κύκλοι είναι «τρεις συν ένας». Ο πρώτος ανοίγει στο Μεσοπόλεμο, όταν μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στήνονται τα εθνικά κομμουνιστικά κόμματα στις χώρες της Ευρώπης σύμφωνα με τους περίφημους «21 όρους» του Λένιν, που προσδιόριζαν μία πολύ συγκεκριμένη κομματική τεχνολογία. Είναι ταυτόχρονα μία εποχή χαμένων επαναστάσεων στη δυτική Ευρώπη, ιδίως στην Ιταλία και στη Γερμανία. Μέσα σε αυτό το κλίμα ήττας, την οποία ακολουθεί η άνοδος του φασισμού, αρχίζει η μεγάλη στροφή που οδηγεί στον δεύτερο κύκλο. Το 7ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το 1935, σηματοδοτεί για τους κομμουνιστές την εγκατάλειψη της συγκρουσιακής γραμμής «τάξη εναντίον τάξης» και της αντιπαράθεσης με τους (άλλοτε συντρόφους τους) σοσιαλδημοκράτες, ενθαρρύνοντας ευρύτερα «λαϊκά μέτωπα» προς υπεράσπιση της δημοκρατίας. Η στρατηγική αυτή παίρνει σάρκα και οστά στην Αντίσταση, σε πολεμικές πλέον συνθήκες – το ΕΑΜ στα καθ’ ημάς ήταν ένα τέτοιο μέτωπο. Έχουν προηγηθεί βέβαια, το 1936, οι εμπειρίες των λαϊκών μετώπων στην Ισπανία και κυρίως στη Γαλλία, όπου για πρώτη φορά ένα κομμουνιστικό κόμμα μπαίνει στο παιχνίδι της  διακυβέρνησης όχι με όρους επανάστασης αλλά κοινοβουλευτικού δρόμου, σε συνεργασία με τους Σοσιαλιστές. Μεταπολεμικά, τα κομμουνιστικά κόμματα, έχοντας πρωτοστατήσει στην Αντίσταση, δεν είναι πια αποσυνάγωγοι ή «επικίνδυνοι» αλλά «νόμιμοι» παίκτες που μετέχουν στη θεμελίωση της μεταπολεμικής δημοκρατίας. Το 1945 μάλιστα συμμετέχουν στις  μεταπολεμικές κυβερνήσεις – για λίγο, μέχρι το 1947, οπότε εξοστρακίζονται καθώς έχει πια αρχίσει ο Ψυχρός Πόλεμος. Ο τρίτος κύκλος θεωρώ ότι ανοίγει με το 1968, μια διπλή κρίση του ανατολικού και του δυτικού κόσμου. Αυτό είναι, συμβατικά, και το σημείο αφετηρίας του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος, που θα επιχειρήσει να αρθρώσει ένα νέο παράδειγμα πολιτικής για την ευρωπαϊκή Αριστερά. Εγχείρημα που με τη σειρά του ηττάται πριν τη γενικότερη κατάρρευση του 1989…

Ο τέταρτος κύκλος; Βρίσκεται σε εξέλιξη, αλλά αφορά πλέον τη μετακομμουνιστική Αριστερά. Το τοπίο των παλιών κομμουνιστικών κομμάτων της Ευρώπης μετά το 1989 είναι ένα καλειδοσκόπιο ποικίλων πολιτικών διαδρομών χωρίς συνοχή. Και το ερώτημα που τίθεται ακριβώς σήμερα είναι εάν η περιορισμένη αλλά υπαρκτή αναζωογόνηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς που παρατηρείται μέσα στην κρίση θα ξαναδώσει συνοχή, ορατότητα και πολιτική πρωτοβουλία σε αυτόν τον υπό ανασύνταξη πολιτικό χώρο.

«Ο Ευρωκομμουνισμός ήταν ένα πετυχημένο εγχείρημα που ηττήθηκε»

Ποια ήταν η σχέση των Ευρωκομμουνιστών με τη σοβιετική Μόσχα; Οι κομμουνιστές της Δύσης επιδίδονταν σε μια δύσκολη άσκηση ισορροπίας, στην προσπάθειά τους να εκμεταλλευτούν τα περιθώρια ελευθερίας που παρουσιάζονται στις ρωγμές του διπολικού κόσμου. Το πρόβλημα ήταν ουσιαστικά πώς μπορεί κανείς να απογαλακτιστεί από τη σοβιετική επιρροή, όχι μόνο γεωπολιτικά αλλά και ιδεολογικά (πράγμα πιο δύσκολο, καθότι υπαρξιακό για τους κομμουνιστές, που συγκροτούσαν την ταυτότητά τους με κεντρική αναφορά την Οκτωβριανή επανάσταση), και ταυτόχρονα να διαμορφώσει μια πολιτική συμβατή με την εθνική πολιτική ζωή, να υπερβεί την καχυποψία που θεωρούσε τα κομμουνιστικά κόμματα μη συμβατά με τις φιλελεύθερες δυτικές δημοκρατικές.

Γιατί το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα δεν ενσωματώθηκε ομαλά στην μεταπολεμική αστική δημοκρατία, όπως συνέβη με το PCI και το PCF; Η ιδιαιτερότητα της ελληνικής περίπτωσης ξεκινάει από το γεγονός ότι, ενώ άλλα κομμουνιστικά κόμματα, στη Γαλλία και στην Ιταλία, εμφανίζονται ως πυλώνες της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης των χωρών τους, οι Έλληνες κομμουνιστές βρίσκονται μπλεγμένοι στο εμφύλιο δράμα που θα οδηγήσει σε ένα μακρό καθεστώς (ημι-)παρανομίας. Μάλιστα, οι Ιταλοί κομμουνιστές επικαλούνταν διαρκώς την ελληνική περίπτωση ως αντιπαράδειγμα: ο ιταλικός δρόμος, η «via italiana» προς το σοσιαλισμό (έπρεπε να) είναι διαφορετική από την ελληνική εμπειρία της διολίσθησης στην ένοπλη σύγκρουση. Η ελληνική ιδιαιτερότητα όμως δεν σταματά εκεί. Ακόμη και η ανανέωση της ηγεσίας του ΚΚΕ, στη φάση της αποσταλινοποίησης, η καθαίρεση της ταυτισμένης με τη σταλινική εποχή ηγεσίας του Ζαχαριάδη, δεν γίνεται από το ίδιο το κόμμα αλλά με παρέμβαση των σοβιετικών. 

Θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί στην Ελλάδα μία via italiana; Ενδεχομένως, αλλά στην ιστορία δεν είναι σοφό να κάνουμε υποθέσεις. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι είχαμε ένα ΚΚΕ σε συνθήκες παρανομίας αλλά και τη νόμιμη έκφραση της Αριστεράς, την ΕΔΑ, στην οποία αναπτύσσονταν στοιχεία πρόδρομα του ελληνικού ευρωκομμουνισμού. Ωστόσο η διαρκής ένταση ανάμεσα στην ΕΔΑ και το ΚΚΕ ήταν ίσως ένας παράγοντας που εμπόδισε να αποκρυσταλλωθούν καθαρότερα τάσεις που αναπτύχθηκαν στην Ιταλία ή τη Γαλλία, όπου το κομμουνιστικό κόμμα ήταν νόμιμο και ενιαίο. Στην Ελλάδα ο ευρωκομμουνιστικός δρόμος ξεκινά ακριβώς με τη διάσπαση του ΚΚΕ, το 1968, εξέλιξη που όμως δεν συναντάται σε Ιταλία, Γαλλία και Ισπανία.

Τι εξελίξεις προκάλεσε στα ΚΚ το «διπλό ’68»; Η ανατολική πλευρά του ’68, η καταστολή της άνοιξης της Πράγας, εγγράφεται σε μια σειρά γεγονότων όπως η σοβιετική επέμβαση του 1956 στην Ουγγαρία που όλο και περισσότερο απομάκρυναν τους ευρωπαίους κομμουνιστές από το σοβιετικό κέντρο. Η πιο καθοριστική όψη του ’68 όμως ήταν η εσωτερική αμφισβήτηση του δυτικού (καπιταλιστικού) κόσμου, που ωστόσο δεν εξελίχθηκε σε μια επανάσταση όπως την περίμεναν τα κομμουνιστικά κόμματα. Δεν ήταν η εργατική τάξη που βγήκε στους δρόμους, αλλά κυρίως οι φοιτητές, μια ριζοσπαστικοποιημένη νεολαία, τα νέα κοινωνικά κινήματα. Ήταν μια εξέγερση απέναντι στο status quo, στις ξεπερασμένες κοινωνικές ιεραρχίες – ένα από τα πρώτα αιτήματα στην Πανεπιστημιούπολη της Ναντέρ στο Παρίσι ήταν η κατάργηση των χωριστών κοιτώνων για αγόρια και κορίτσια. Απέχουμε πολύ από τα κλασικά αιτήματα μιας εργατικής επανάστασης!

Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης

Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης

Επηρέασε τα ΚΚ ο «εναλλακτικός» Μάης; Η φοβική αντίδραση του γαλλικού ΚΚ το Μάη του ’68 οφειλόταν στον απρόσμενο χαρακτήρα της εξέγερσης και στα υπερεπαναστατικά στοιχεία της. Εξάλλου, το ’68 ήταν η μήτρα ενός γαλαξία τάσεων και ομαδώσεων της «Νέας Αριστεράς» που αναζητούσαν την ανανέωση του επαναστατικού δυναμικού πέραν της αρτηριοσκληρωτικής ΕΣΣΔ – στην Κίνα, τη Λατινική Αμερική… Όλα αυτά όμως κλόνιζαν την κεντρικότητα του κομμουνιστικού κόμματος στον αριστερό πολιτικό χώρο. Τον Ιούνιο του 1968, το γαλλικό ΚΚ δημοσιεύει μια μπροσούρα, τα «Διδάγματα του Μάη-Ιούνη 1968», στην οποία καταγράφεται όλη αυτή η αμηχανία απέναντι στο νεανικό κίνημα. Κατά τρόπο ανάλογο, το δικό μας, ευρωκομμουνιστικό πλέον ΚΚΕ εσωτερικού, μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου δημοσιοποιεί ένα κείμενο για τα «μαθήματα» της εξέγερσης του Νοέμβρη, στο ίδιο πνεύμα καχυποψίας.

Ο Ευρωπαϊκός Καπιταλισμός εισήλθε σε κρίση τη δεκαετία του ’70, κατόρθωσε ωστόσο να ξεπεράσει τους κλυδωνισμούς. Πώς επηρέασε αυτό την Κομμουνιστική Αριστερά; Η παγκόσμια οικονομική κρίση του ’70 υπήρξε καθοριστική. Εκεί είναι που αποκρυσταλλώνεται μια κατανόηση των κρίσεων από τη μεριά της ευρωπαϊκής Αριστεράς, υπαρκτή αλλά όχι πάντα κυρίαρχη σε προηγούμενες ιστορικές φάσεις: ότι δηλαδή η κρίση του καπιταλισμού δεν φέρνει τη νομοτελειακή κατάρρευσή του, ότι ενδέχεται να είναι όχι μόνο πηγή καταστροφής αλλά και αναδιάρθρωσής του. Συνεπώς, το στοίχημα της αριστερής πολιτικής δεν είναι να αφεθεί η κρίση να οξύνει τις κοινωνικές αντιθέσεις (δυσχεραίνοντας όμως έτσι και τις συνθήκες ζωής των πιο αδύναμων) αλλά να παρέμβει πολιτικά ώστε να εκτρέψει την αναδιάρθρωση σε έναν προοδευτικό μετασχηματισμό των οικονομικών σχέσεων. Άλλο καθοριστικό στοιχείο είναι ότι η κρίση του ’70 ήταν ταυτόχρονα κρίση του εθνικού κράτους πρόνοιας, το οποίο άλλωστε έμπαινε στο στόχαστρο της συντηρητικής αντεπίθεσης της «Νέας Δεξιάς» που αναδυόταν στις ΗΠΑ του Ρόναλντ Ρήγκαν και στη Βρετανία της Μάργκαρετ Θάτσερ. Οι κομμουνιστές, ιστορικά καχύποπτοι απέναντι σε αυτό το καύχημα της σοσιαλδημοκρατίας καθόσον θεωρούσαν ότι ενσωματώνει τα αιτήματα της εργατικής τάξης σε έναν «καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο», κατανοούσαν ότι είναι κατάκτηση αυτοτελής, σημαντική και υπερασπίσιμη. Ενώ όμως η υπεράσπιση του κράτους πρόνοιας γινόταν ουσιώδες συστατικό της πολιτικής τους ατζέντας, μοιράζονταν την ίδια αμηχανία με τους σοσιαλδημοκράτες: αδυνατούσαν να σκεφθούν και κυρίως να επιβάλουν τρόπους υπεράσπισης των κατακτήσεων του εθνικού κράτους πρόνοιας σε έναν κόσμο που γινόταν όλο και πιο υπερεθνικός.

Ήταν ο ευρωκομμουνισμός ένας «διαρκής ιστορικός συμβιβασμός»; Ο ιστορικός συμβιβασμός έχει μια πολύ συγκεκριμένη έννοια. Αναφέρεται στο κομβικό πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι ιταλοί κομμουνιστές: πώς να προσεγγίσουν (ή να μην αποξενώσουν) τις καθολικές μάζες, στις οποίες είχε προνομιακές προσβάσεις η Χριστιανοδημοκρατία, και πώς να μη δημιουργηθούν κάθετες πολώσεις ώστε να αναγνωριστεί το PCI ως ο ένας από τους δύο πόλους μιας ομαλής κυβερνητικής εναλλαγής. Παραλλαγές αυτής της λογικής βρίσκουμε όμως σε όλα τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα, τηρουμένων φυσικά όλων των αναλογιών: μια ορισμένη μετριοπάθεια, μια επιδίωξη ευρύτερων συμμαχιών αλλά και συναινέσεων, αποδοχή του πολυκομματισμού και του πλουραλισμού, μαζί με μια ισχυρή φιλελεύθερη ατζέντα. Βέβαια, όπως επεσήμαιναν οι πιο ριζοσπαστικοί ανάμεσα στους ευρωκομμουνιστές, αυτή η μετριοπαθής στροφή, και το πρωτείο που απέδιδε στις σταδιακές μεταρρυθμίσεις, απομάκρυνε όλο και περισσότερο τη στιγμή της «ρήξης» με το υπάρχον σύστημα – στοιχείο ωστόσο αναγκαίο και υπαρξιακό για κόμματα που παρέμεναν, ας μην ξεχνάμε, αντικαπιταλιστικά.

«Κανένα σχεδόν κόμμα σημαντικού μεγέθους δεν εγγράφει αυτή τη στιγμή τη δράση του σε έναν κομμουνιστικό ορίζοντα. Το ΚΚΕ είναι μία από τις ελάχιστες εξαιρέσεις»

Έφερε η παραπάνω στροφή την προσέγγιση της κομμουνιστικής αριστεράς με τη σοσιαλδημοκρατία; Ακριβώς αυτή η νέα φυσιογνωμία, που προτιμούσε τη σταδιακή αλλαγή από τη ρήξη, άρχιζε να προσομοιάζει στο σοσιαλδημοκρατικό προφίλ. Με τη διαφορά ότι κόμματα όπως το PCI ή το PCF αξιοποιούσαν το συγκριτικό πλεονέκτημα της κομμουνιστικής πολιτικής, τη δυνατότητα της μαζικής κινητοποίησης και έκφρασης της διαμαρτυρίας, ως μοχλό διαρκούς αναζωογόνησης του πολιτικού τους προτάγματος. Έτσι, σε εκείνη τη μοναδική ιστορική φάση, στο νότο της Ευρώπης, η άνοδος του ευρωκομμουνισμού ασκούσε πίεση στα μικρότερα και μη συνεκτικά σοσιαλιστικά κόμματα, με όρους ιδεολογικούς αλλά και εκλογικούς. Συνολικά, η δυναμική του ευρωκομμουνισμού άσκησε επιρροή στον μεγάλο ανταγωνιστή, τους Σοσιαλιστές. Μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ο «μεσογειακός σοσιαλισμός», το ανανεωμένο, ριζοσπαστικό και ενίοτε λαϊκιστικό προφίλ των σοσιαλιστικών κομμάτων, του Μιτεράν στη Γαλλία, του Φελίπε Γκονζάλες στην Ισπανία, του Ανδρέα Παπανδρέου στην Ελλάδα, ήταν σε ένα βαθμό απόρροια αυτού του οξυμμένου ανταγωνισμού.

Ποια σχέση αναπτύχθηκε μεταξύ του Ευρωκομμουνισμού και της Ευρωπαϊκής Ενωποίησης; Το πρόθεμα «ευρω-» στα ευρωκομμουνιστικά κόμματα σήμαινε βασικά την προσαρμογή τους στο πολιτικό παιχνίδι όπως παιζόταν στη Δυτική Ευρώπη και την απομάκρυνση από τη σοβιετική σφαίρα. Παράλληλα όμως έφτασε να σημαίνει και την (πολύ θερμή μάλιστα) οικειοποίηση από μέρους τους της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Προσέγγιση που έγινε σε δύο άξονες. Στην Ελλάδα και την Ισπανία σχετίζεται με το γεγονός ότι στις δύο χώρες που έβγαιναν από ανελεύθερα καθεστώτα η Ευρώπη φάνταζε σαν πόλος  εγγύησης των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Για το πιο ευρωσκεπτικιστικό γαλλικό PCF, και κυρίως για το πρωτοπόρο του αριστερού ευρωπαϊσμού PCI, το αποφασιστικό στοιχείο ήταν άλλης τάξης: τη στιγμή που οι κομμουνιστές κατόρθωναν να κάνουν εθνική πολιτική με όρους ηγεμονικούς και μαζικούς, κατανοούσαν ότι τα εθνικά προβλήματα δεν μπορούσαν παρά να αντιμετωπιστούν (και) σε υπερεθνικό επίπεδο. Το υπερεθνικό επίπεδο ήταν η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση όπως εξελισσόταν, και αυτό έγινε το νέο πεδίο της (ταξικής) πάλης για τους ευρωκομμουνιστές. Με πρωταγωνιστές τους Ιταλούς (και με τους Γάλλους σε τροχιά εθνικής αναδίπλωσης, από ένα σημείο κι έπειτα), φτάσαμε στο ιστορικό παράδοξο δυνάμεις κομμουνιστικές, αντι-συστημικές, κάθε άλλο παρά mainstream, να υποστηρίξουν ένα σχέδιο ομοσπονδιακής εμβάθυνσης της Ευρώπης, πιο προωθημένο από τις θέσεις της Χριστιανοδημοκρατίας και της Σοσιαλδημοκρατίας. Σχέδιο που δυστυχώς ουδέποτε έγινε αποδεκτό…

Αποδεικνύει ο Ευρωκομμουνισμός ότι η ήττα της ΕΣΣΔ και της κομμουνιστικής ιδεολογίας οφειλόταν κυρίως στην ικανότητα της αστικής δημοκρατίας να ενσωματώνει «εχθρικές ιδεολογίες»; Ήταν ένα διπλό παιχνίδι αναγνώρισης. Η «ενσωμάτωση» επέτρεψε στα κομμουνιστικά κόμματα να υπάρξουν μέσα σε ένα πλαίσιο δυτικής δημοκρατίας. Αλλά και τα ίδια τα κόμματα αυτά διεκδίκησαν να αναγνωριστούν ως νόμιμοι παίχτες αναπλάθοντας τη φυσιογνωμία τους και καταφέρνοντας να γίνουν κόμματα μαζικά, οπότε με τη σειρά τους «ενσωμάτωσαν» ευρύτερες μάζες του πληθυσμού στο δημοκρατικό παιχνίδι αλλά και σε ένα αριστερό, προοδευτικό πολιτικό πλαίσιο. Βέβαια, υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση για το πού οδήγησε αυτή η επιλογή της «ενσωμάτωσης» έναντι της «ρήξης». Η αλλαγή της φυσιογνωμίας των ευρωκομμουνιστών ήταν τόσο δραστική ώστε τελικά έγιναν σοσιαλδημοκράτες; Στην ιταλική περίπτωση συνέβη ακριβώς αυτό, για την πλειοψηφία τους τουλάχιστον. Το αντεπιχείρημα όμως είναι ότι όσες πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς ακολούθησαν στρατηγικές «ρήξης» παρέμειναν δευτερεύουσες, όπως τα απειράριθμα μικρά κόμματα, οργανώσεις και τάσεις της Νέας Αριστεράς που ξεπήδησαν από το big bang του 1968, χωρίς να καταφέρουν να βαρύνουν στην πολιτική ζωή αλλά και στη ζωή των ανθρώπων.

Πώς μπορεί να νοηματοδοτηθεί η έννοια του κομμουνισμού σήμερα; Η κομμουνιστική πολιτική, όπως τη γνωρίσαμε στον 20ό αιώνα, δεν υπάρχει πια. Επίσης δεν υπάρχουν πολλά κόμματα που να αναφέρονται ευθέως σε αυτήν. Αυτό που ονομάζουμε μετακομμουνιστική, ριζοσπαστική Αριστερά στην Ευρώπη προφανώς έχει ιστορικές αναφορές σε αυτά τα ρεύματα, στις διάφορες παραδόσεις της κομμουνιστικής Αριστεράς, χωρίς να τις διεκδικεί ευθέως. Κανένα σχεδόν κόμμα σημαντικού μεγέθους δεν εγγράφει αυτή τη στιγμή τη δράση του σε έναν κομμουνιστικό ορίζοντα. Το ΚΚΕ είναι μία από τις ελάχιστες εξαιρέσεις σε αυτόν τον ευρωπαϊκό κανόνα. Άλλη μία είναι το πορτογαλικό ΚΚ, κόμμα με μακρά παράδοση φιλοσοβιετισμού. Με τις πρόσφατες εκλογές στην Πορτογαλία, ωστόσο, συνέβη μια εντυπωσιακή στροφή: οι πορτογάλοι κομμουνιστές, που εδώ και χρόνια συνεργάζονται με τους Οικολόγους, έδωσαν τη συναίνεσή τους (μαζί με το Μπλόκο της Αριστεράς, τον πορτογαλικό ΣΥΡΙΖΑ) σε ένα κυβερνητικό σχήμα υπό τους Σοσιαλιστές, με σύνθημα την ανατροπή των πολιτικών λιτότητας – ένδειξη ότι ο χαρακτήρας των κομμάτων δεν είναι στατικός αλλά δυναμικός, συνδέεται με την εκάστοτε ιστορική συγκυρία, όπως σήμερα με τη δυναμική που αποκτά η ριζοσπαστική Αριστερά στον ευρωπαϊκό Νότο.

Πέτυχε τελικά ο Ευρωκομμουνισμός; Θα απαντούσα κάπως παράδοξα: ήταν ένα πετυχημένο εγχείρημα που ηττήθηκε. Πέτυχε πράγματι να αλλάξει το μοντέλο αριστερής πολιτικής στη Δυτική Ευρώπη και στις δυτικές δημοκρατίες. Από τη άλλη, ουδέποτε κατόρθωσε ένα ευρωκομμουνιστικό κόμμα να κατακτήσει αυτοτελώς την εξουσία και να εφαρμόσει τις προγραμματικές του αρχές. Μετά το 1989 κανείς δεν συζητάει για ευρωκομμουνισμό. Άλλο θέμα είναι βέβαια η σημαντική πράγματι κληρονομιά που άφησε στην ευρύτερη ευρωπαϊκή Αριστερά. 

6c90d4c5-c4f3-451f-a39a-2582386ca28b
Ευρωκομμουνισμός, Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Εκδόσεις Πόλις, Τιμή: 22,00 ευρώ
ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.