ΒΙΒΛΙΟ

Στη «Θεραπεία των Αναμνήσεων», ο Χρήστος Αστερίου Tαξιδεύει στη Δικιά του Κοντινή Αμερική

Γράφει ο συγγραφέας Λευτέρης Καλοσπύρος για ένα μυθιστόρημα που ξεκινά ενδοσκοπικά, εξελίσσεται σε ντοκουμέντο για τη ζωή των μεταναστών στη Νέα Υόρκη των 60s-70s και καταλήγει συναρπαστικά σε ένα μια αναζήτηση της πραγματικής ταυτότητας του Άλλου.

φωτ. Ελένη Ηλιοπούλου

Πριν από λίγο καιρό συζητούσα μ’ έναν νεαρό συγγραφέα για τον βαθμό επιρροής της ξένης πεζογραφίας στη σύγχρονη νεοελληνική· αφορμή για την κουβέντα στάθηκε η συστηματική προσπάθεια ορισμένων να υποβαθμίσουν αυτό που και οι δυο θεωρούμε αδιαμφισβήτητο γεγονός. Κάποια στιγμή λοιπόν, σε μια αποστροφή του λόγου, ο συνομιλητής μου γύρισε και μου είπε, θαρρείς κι απευθυνόταν κάπου πίσω από μένα, σε κάποιον που κρυφάκουγε τη συζήτηση με καχύποπτο ύφος: «Θα πρέπει επιτέλους να τελειώσει αυτή η υποκρισία. Οι περισσότεροι μεγάλοι μεταπολεμικοί συγγραφείς διάβαζαν κυρίως ξένους συγγραφείς». Παρότι ομολογώ πως με ξάφνιασε η χρήση μιας τσουχτερής λέξης όπως η υποκρισία, δεν μπόρεσα να διαφωνήσω, σκεφτόμενος όμως όχι τόσο τις αναγνωστικές προτιμήσεις των πεζογράφων της πρώτης και δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς όσο το καθαυτό αποτύπωμα των ξένων αναγνωσμάτων στα έργα τους.

Είναι δύσκολο, για παράδειγμα, να φανταστεί κανείς το Κιβώτιο απαλλαγμένο από την καφκική σκιά που τυλίγει σχεδόν κάθε σελίδα, κάθε αράδα του, κι είναι σχεδόν αδύνατον να σκεφτεί κανείς τι μορφή θα είχε πάρει το Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης του Πεντζίκη αν ο συγγραφέας του δεν είχε παρασυρθεί απ’ τη σαρωτική ορμή της ροής της συνείδησης, τεχνικής που εισήγαγε –με τον τρόπο που την εισήγαγε– στην παγκόσμια λογοτεχνία ο Τζέιμς Τζόυς. Θα ήταν άλλο έργο εντελώς η Μητέρα του σκύλου του Παύλου Μάτεσι αν η γλώσσα του συγγραφέα δεν είχε κάτι από τη ρώμη της πρόζας του Γουίλιαμ Φώκνερ, θα ήταν τελείως διαφορετική η Λέσχη του Τσίρκα αν ο ίδιος δεν είχε μελετήσει σε βάθος τους Τζόυς, Ντάρελ και Φλωμπέρ. Ασφαλώς, όλοι αυτοί οι συγγραφείς κατάφεραν να γειώσουν στην ελληνική πραγματικότητα τα διδάγματα των κλασικών της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αφομοίωσαν καλά τις επιρροές τους και προσέφεραν στον αναγνώστη αυθεντικά, πρωτότυπα έργα. Την ίδια στιγμή ωστόσο, η λίστα όσων επηρεάστηκαν σημαντικά από ξένους συγγραφείς είναι μακρά, τα παραδείγματα αφθονούν· ίσως τελικά ο φίλος συγγραφέας να μην ήταν τόσο υπερβολικός όταν μιλούσε για υποκρισία.

Η πιο ανυπόκριτη, ίσως, γενιά της μεταπολεμικής ελληνικής λογοτεχνίας, ανυπόκριτη κι ακομπλεξάριστη ως προς την αλληλεπίδρασή της με τα φανερά κι υπόγεια ρεύματα της ξένης πεζογραφίας, κυρίως δε της αγγλοσαξονικής, αλλά και γενικότερα της παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας, ποπ και υψηλής, η πιο απενοχοποιημένη λοιπόν γενιά είναι εκείνη των συγγραφέων που γεννήθηκαν γύρω στο 1970 κι έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση στα γράμματα από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 ως τα μέσα των 00s. Οι πεζογράφοι της γενιάς αυτής –ενδεικτικά αναφέρω τους Χρήστο Αστερίου, Ηλία Μαγκλίνη, Χρήστο Χρυσόπουλο, Άντζελα Δημητρακάκη, Αμάντα Μιχαλοπούλου, Χρήστο Οικονόμου, Κώστα Κατσουλάρη, Κωνσταντίνο Τζαμιώτη– δεν μετεξέλιξαν απλώς τις τεχνικές των προκατόχων τους, δεν επικύρωσαν μονάχα την αυξανόμενη εξωστρέφεια της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας, αλλά δοκίμασαν και πράγματα που, τόσο από άποψη αισθητικής όσο και περιεχομένου, υπήρξαν τολμηρά, προχωρημένα και ίσως άλλες εποχές να φάνταζαν ανήκουστα.

Στη Σουνυάτα ο Χρήστος Χρυσόπουλος τοποθέτησε την ιστορία του στη μισαλλόδοξη Αμερική του ’50 και την πλαισίωσε με γηγενείς χαρακτήρες, δείχνοντας ότι για εκείνον το δίλημμα ανάμεσα στην εντοπιότητα και την οικουμενικότητα απλώς δεν υφίσταται. Στο Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν εσένα της Άντζελας Δημητρακάκη, η ηρωίδα, η Κατίνα Μελά, ως γόνος ελληνοαμερικανικής οικογένειας, γράφει ορισμένες από τις επιστολές και τις ημερολογιακές καταγραφές της απευθείας στ’ αγγλικά, ένα τέχνασμα που απογειώνει τη ρεαλιστική διάσταση του βιβλίου. Ενώ και στην Ανάκριση του Ηλία Μαγκλίνη, ένα μυθιστόρημα που εκκινεί από τους φοβερούς βασανισμούς της ΕΑΤ-ΕΣΑ τα χρόνια της χούντας, ένα βιβλίο ριζωμένο στα πιο βαθιά τραύματα της σύγχρονης ιστορίας μας, πηγή έμπνευσης γι’ αυτό δεν αποτέλεσε κάποια βαρυσήμαντη ιστορική προσωπικότητα, αλλά μια performance artist με καταγωγή απ’ τη Σερβία, η περιβόητη Μαρίνα Αμπράμοβιτς.

Με τη Θεραπεία των αναμνήσεων, το τρίτο του μυθιστόρημα και τέταρτο βιβλίο του συνολικά, εφτά χρόνια μετά την έκδοση του πολύ επιτυχημένου Ίσλα Μπόα, ο Χρήστος Αστερίου αποδεικνύει ότι το πείραμα του Ίσλα Μπόα μόνο τυχαίο δεν ήταν. Η επιλογή του τότε να συνθέσει ένα φιλόδοξο, πολυφωνικό μυθιστόρημα με απολύτως οικουμενικό χαρακτήρα, δεν περιοριζόταν στο πλαίσιο μιας περιστασιακής λογοτεχνικής δοκιμής. Όπως θα φανεί παρακάτω, τη Θεραπεία των αναμνήσεων διέπει η ίδια λογική με το Ίσλα Μπόα, καθώς κι εδώ έχουμε να κάνουμε πάλι με μια θεματική η οποία υπερβαίνει τα όρια της γλώσσας που την παράγει και η οποία μοιάζει ταυτόχρονα ν’ απαντά απερίφραστα για λογαριασμό του συγγραφέα στο, ούτως ή άλλως, ψευδοδίλημμα «εντοπιότητα ή οικουμενικότητα»: ούτε το ένα ούτε το άλλο, φαίνεται να μας λέει ο Αστερίου· και τα δύο μαζί.

Ο Μιχάλης ή Μάικ Μπουζιάνης, ο πρωταγωνιστής του νέου μυθιστορήματος του Αστερίου είναι ένας επιτυχημένος μεσήλικας συγγραφέας κι αποτυχημένος stand-up κωμικός, τον οποίο συναντάμε σε μια φάση της ζωής του κατά την οποία βιώνει μια βαθιά, ισχυρή κρίση σε πολλαπλά επίπεδα: ερωτική, καλλιτεχνική, αλλά κατά βάση υπαρξιακή. Κατά κάποιον τρόπο, στην αρχή, τουλάχιστον, του βιβλίου, ο Μάικ φαντάζει το ίδιο παραιτημένος και κυνικός με τον Σάμι Κόου από το Ίσλα Μπόα, τον βετεράνο παραγωγό της αμερικανικής τηλεόρασης που σκαρφίζεται το ακραίο ριάλιτι στο οποίο θα ανταγωνιστούν μέχρι τελικής πτώσης οι δέκα ήρωες του βιβλίου. Έχω την εντύπωση λοιπόν ότι δεν θα ’ταν παρακινδυνευμένη μια πρώτη διαπίστωση αναφορικά με την πρωταρχική συνθήκη που θέτει σε κίνηση τον αφηγηματικό μηχανισμό στα δύο βιβλία: ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος για τον Αστερίου μοιάζει εγκλωβισμένος σε μια υπαρξιακή αδράνεια, το κέλυφος της οποίας είναι ικανός να διαπεράσει μονάχα ένας οξύς και όξινος κυνισμός, μια παθογένεια που φαίνεται να πηγάζει όχι από κάποια γενικόλογη ιδέα περί παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας, αλλά απ’ τον κόσμο που ορίζει και διαμορφώνει με πολύ συγκεκριμένους τρόπους η τηλεόραση κι η σόου μπιζ: τόσο ο Κόου όσο και ο Μπουζιάνης είναι άνθρωποι που γνωρίζουν όσο λίγοι τη βιομηχανία του θεάματος και τους μηχανισμούς της. Την υπηρετούν, άλλωστε –από διαφορετικά πόστα φυσικά– επί δεκαετίες.

Με τη Θεραπεία των αναμνήσεων, το τρίτο του μυθιστόρημα, ο Χρήστος Αστερίου μοιάζει ν’ απαντά στο, ούτως ή άλλως, ψευδοδίλημμα «εντοπιότητα ή οικουμενικότητα»: ούτε το ένα ούτε το άλλο, φαίνεται να μας λέει· και τα δύο μαζί.

Τα κοινά στοιχεία του Κόου με τον Μπουζιάνη και του Ίσλα Μπόα με τη Θεραπεία των αναμνήσεων, τουλάχιστον ως προς την εξέλιξη του αφηγηματικού σχεδίου, σταματούν εδώ. Γιατί η Θεραπεία των αναμνήσεων, αυτό το πανούργο και απρόβλεπτο βιβλίο, ακολουθεί πορεία αντίστροφη προς εκείνη του Ίσλα Μπόα: ενώ το σύμπαν του Ίσλα Μπόα ρέπει προς την απορρύθμιση, έχοντας παραδοθεί στις δυνάμεις της εντροπίας, η Θεραπεία των αναμνήσεων κινείται αργά, μεθοδικά προς έναν άθραυστο και πολύ συγκεκριμένο πυρήνα, εκείνον της πολύ προσωπικής σχέσης ανάμεσα σ’ έναν πατέρα και στον γιο του. Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος παρακολουθούμε τον αποπροσανατολισμένο, μουδιασμένο Μπουζιάνη να έχει μια φανταστική συνάντηση με την πρώην σύζυγό του, να συμμετέχει, τελείως απαθής και κουρασμένος, σε μια βραδιά αφιερωμένη στην εικοσιπενταετή παρουσία του στα γράμματα, να ανακουφίζεται προσωρινά από τα βάσανά του χάρη στην ευεργετική παρουσία της κόρης του και του έξυπνου, δραστήριου φίλου της, με τη βοήθεια των οποίων συμμετέχει σε αναζωογονητικές συζητήσεις για την τεχνολογία και τη φιλοσοφία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης –οι σελίδες αυτές είναι εξαιρετικές, οι παρατηρήσεις των ηρώων είναι οξυδερκείς και πρωτότυπες–, τον βλέπουμε επίσης να συνδιαλέγεται με τους φοιτητές του από το τμήμα στο πανεπιστήμιο όπου διδάσκει κωμική γραφή, και στο τέλος να ερωτεύεται μια νεαρή φοιτήτριά του, η οποία, απ’ ό,τι φαίνεται, θα μπορούσε να είναι το αντίδοτο για την κλιμακούμενη υπαρξιακή του κατάρρευση. Σ’ αυτό το πρώτο μέρος κυριαρχεί γενικά η αίσθηση της ματαιότητας, του τρόμου για τη φθορά και τα επερχόμενα γηρατειά – και η αμυντική θωράκιση του Μάικ, από αλλεπάλληλα στρώματα κυνισμού και απάθειας, φαντάζει τρωτή σ’ αυτό το σημείο της ζωής του.

Δεν θα σταθώ παραπάνω στο πρώτο μέρος, δεν θα αναλύσω περαιτέρω τα αίτια της κατάρρευσης του Μπουζιάνη, γιατί απλούστατα το δεύτερο μέρος του βιβλίου βάζει την ιστορία σε μια άλλη τροχιά, αποκαλύπτοντας σταδιακά το εύρος και το βάθος του οράματος του Χρήστου Αστερίου. Αν ο αναγνώστης νομίζει στην αρχή ότι η ιστορία του Μπουζιάνη είναι άλλη μια καλογραμμένη ιστορία αυτολύπησης κι αυτοματαίωσης, μπαίνοντας στο δεύτερο μέρος, το οποίο περιλαμβάνει εκτεταμένα αποσπάσματα από αυτό που μοιάζει να είναι η αυτοβιογραφία του Μπουζιάνη –το memoir του αγγλιστί– ο αναγνώστης θ’ αντιληφθεί ότι η αρχική του εκτίμηση ήταν λανθασμένη. Εδώ η προσωπική εξομολόγηση μεταρσιώνει το βίωμα σε δημόσια ιστορία, προσφέροντας μια πολυπρισματική αποτύπωση της ζωής των μεταναστών στο Μεγάλο Μήλο, στη Νέα Υόρκη. Η γλώσσα του Αστερίου αλλάζει τώρα, και το αποστασιοποιημένο ύφος του πρώτου μέρους παραχωρεί τη θέση του σε μια άλλου είδους αφήγηση, πιο ζεστή, πιο υποκειμενική, σχεδόν ελεγειακή σε σημεία.

Μολονότι ο Μάικ Μπουζιάνης είναι ελληνοϊρλανδικής καταγωγής –ο παππούς και ο πατέρας του είναι Έλληνες, η γιαγιά και η μητέρα του Ιρλανδές–, δεν είναι δηλαδή ο τυπικός Ελληνοαμερικανός μετανάστης, οι γονείς του οποίου εγκατέλειψαν το χωριό τους στην Ελλάδα αναζητώντας μια υποφερτή ζωή στην Αμερική, ο Αστερίου μοιάζει εντούτοις να απαντά στην πρόκληση που είχε θέσει για τον Έλληνα συγγραφέα ο Γιώργος Θεοτοκάς στο Δοκίμιο για την Αμερική, το βιβλίο που έγραψε έπειτα από την επίσκεψή του στη χώρα από τον Σεπτέμβριο του 1952 ώς τον Φλεβάρη του 1953 με την ιδιότητα του διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου. Έγραφε λοιπόν τότε ο Θεοτοκάς: «Το περιβάλλον της ελληνοαμερικανικής οικογένειας μπορεί να προσφέρει άφθονο υλικό στον μυθιστοριογράφο ή θεατρικό συγγραφέα που θα είχε κάποια κλίση για τις περιπλοκές της ατομικής και κοινωνικής ψυχολογίας». Ξεχωρίζοντας μάλιστα δύο ανθρωπότυπους από τη δεύτερη γενιά Ελλήνων μεταναστών, κι αναφερόμενος ειδικότερα στον έναν απ’ τους δύο, ο Θεοτοκάς αποφαίνεται λίγο παρακάτω ότι: «Ο άλλος τύπος είναι ο νέος που ελευθερώθηκε. Τα ξέχασε όλα, το πατρικό χωριό, τους μετανάστες, την τρώγλη, τις ελλείψεις της αγωγής και του πολιτισμού. Κάποια ισχυρή εσωτερική παρόρμηση, στην αρχή της ζωής του, αποτίναξε όλα τα ψυχικά βάρη του οικογενειακού παρελθόντος. Μπήκε στον στίβο με κέφι και αισιοδοξία. Αισθάνεται πως είναι ένας Αμερικανός πολίτης όμοιος με οποιονδήποτε άλλον, ακόμα και με τον ίδιο τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών».       

Η Θεραπεία των αναμνήσεων ξεκινά σαν ένα αφήγημα ενδοσκόπησης, εξελίσσεται σε προσωπική μαρτυρία και συνάμα μυθιστορηματικό ντοκουμέντο για τη ζωή των μεταναστών δεύτερης και τρίτης γενιάς στο μεγάλο χωνευτήρι της Νέας Υόρκης των 60s-70s, και στο τέλος μεταλλάσσεται σ’ ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα για την ανακάλυψη της πραγματικής ταυτότητας του τόσο γνώριμου και τόσο άγνωστου Άλλου.  

Μολονότι το παραπάνω απόσπασμα θα μπορούσε να συνοψίζει τη σχέση του πατέρα του Μπουζιάνη με τον παππού του, στην πραγματικότητα είναι κομμένο και ραμμένο για να περιγράψει τη συμβίωση του Μιχάλη με τον πατέρα του, κι ας γεννήθηκε ο Μπουζιάνης λίγο αργότερα, το 1958, κι ας θεωρούνταν πια τρίτης γενιάς μετανάστης. Γιατί ο Μπουζιάνης δεν ταλανίζεται από διλήμματα ως προς την επιλογή ταυτότητας, δεν τον απασχολεί το ζήτημα της εθνικής συνείδησης: αισθάνεται και είναι Αμερικανός πολίτης και δεν χρειάζεται να κάνει την επανάστασή του ενάντια στο οικογενειακό του παρελθόν, αντιθέτως, τα προβλήματα που ροκανίζουν τη συνύπαρξή του με τον πρόγονό του είναι προβλήματα που αφορούν τη σχέση ενός πατέρα με τον γιο του, ανεξαρτήτως εθνικότητας: ο πατέρας επιμένει να δει τον γιο του να σπουδάζει· έχει επιλέξει ένα συγκεκριμένο μέλλον και περιμένει απλώς από εκείνον ν’ ακολουθήσει το πλάνο του. Όμως ο γιος έχει άλλα σχέδια, ή, μάλλον, δεν έχει καθόλου σχέδια· είναι ένας δεκαεννιάχρονος νέος που δεν έχει κατασταλάξει ακόμα, έχοντας όλες τις επιλογές ανοιχτές μπροστά του.

Κι ενώ πάλι ο αναγνώστης αρχίζει να πιστεύει ότι το στόρι έχει μπει σε συγκεκριμένες ράγες, καθώς δρασκελίζουμε το κατώφλι του τρίτου και τελευταίου μέρους του μυθιστορήματος, ο Αστερίου για μια ακόμη φορά ξεχαρβαλώνει το υπάρχον αφηγηματικό πλαίσιο για να εγκαταστήσει ένα καινούργιο. Μπορεί οι πρώτες κριτικές για τη Θεραπεία των αναμνήσεων να κατατάσσουν αβίαστα το έργο στην κατηγορία του ρεαλισμού, όμως όσον αφορά τη δομή του, τη στατική του που θα ’λεγε κι ένας μηχανικός, αυτό που κάνει ο Αστερίου με τα τρία μέρη του βιβλίου παραπέμπει περισσότερο σε σχέδιο μεταμοντέρνου συγγραφέα παρά καθαρόαιμου ρεαλιστή – μάλιστα πολλοί μεταμοντέρνοι θα ζήλευαν το τέχνασμα που επιστρατεύει στο τέλος. Στο μεταμοντέρνο μυθιστόρημα όταν εξαφανίζεται ή πεθαίνει το άτομο που ωθεί τον πρωταγωνιστή να αναζητήσει τα ίχνη του, ενεργοποιώντας τους μηχανισμούς της αφήγησης σε όλα τα επίπεδα, το συμβάν λαμβάνει χώρα στην αρχή του μύθου – η καινοτομία του Αστερίου είναι ότι το δικό του εύρημα, η αναζήτηση της πραγματικής ταυτότητας του πατέρα από τον γιο ξεκινάει αναπάντεχα στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, όταν ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο μεγάλος Μπουζιάνης υποχρεώνει τον Μάικ να τον επισκεφτεί στο σπίτι του, κι ενώ στην ουσία είχαν διακόψει κάθε επαφή από τη μέρα που ο Μάικ εγκατέλειψε την πατρική στέγη.      

Δεν είναι φρόνιμο να αποκαλυφθούν πολλά όσον αφορά την πλοκή σ’ αυτό το μέρος, γιατί όσα συμβαίνουν, και μάλιστα μέσα σε λίγες σχετικά σελίδες, είναι πολύ πυκνά και εξαιρετικά ενδιαφέροντα. Ενώ η Θεραπεία των αναμνήσεων ξεκίνησε σαν ένα αφήγημα ενδοσκόπησης ενός μεσήλικα, στην πορεία εξελίχθηκε σε προσωπική μαρτυρία και συνάμα μυθιστορηματικό ντοκουμέντο για τη ζωή των μεταναστών δεύτερης και τρίτης γενιάς και την ενσωμάτωσή τους στο μεγάλο χωνευτήρι της Νέας Υόρκης τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, στο τέλος μεταλλάσσεται σ’ ένα αγωνιώδες, συναρπαστικό μυθιστόρημα για την ανακάλυψη της πραγματικής ταυτότητας ενός ατόμου, του τόσο κοντινού, τόσο γνώριμου και τόσο άγνωστου Άλλου. Για να έρθει πιο κοντά στον πατέρα του ο Μάικ θα χρειαστεί να ταξιδέψει στην Ελλάδα, να συναντήσει διάφορα άτομα, να ξεσκεπάσει διαδοχικά προσωπεία και να συλλέξει στοιχεία που στο τέλος θα διαμορφώσουν για τον πατέρα του μια εικόνα που ο ίδιος δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί, εικόνα που, παρ’ όλα αυτά, θα παραμείνει άπιαστη, ημιτελής, απατηλή.

Για ποιο λόγο ήθελε άραγε ο Νίκος Μπουζιάνης ν’ ακολουθήσει ο γιος του μια συμβατική πορεία στη ζωή του; Για ποιο λόγο δεν τον στήριξε ποτέ έμπρακτα στις καλλιτεχνικές του προσπάθειες; Μήπως επειδή δεν ήθελε ν’ ακολουθήσει ο γιος του τη δική του πορεία; Μήπως όμως με το να μένει μακριά του εντέλει ενθάρρυνε παρά αποθάρρυνε αυτήν τη διαδρομή; Μήπως τελικά ο δρόμος προς την καλλιτεχνική αυτοπραγμάτωση είναι καθαρά προσωπικός, απολύτως μοναχικός και πρέπει να έχει μεγάλο κόστος, πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει ένα τίμημα προκειμένου ο καλλιτέχνης να μην θεωρήσει τίποτα δεδομένο και να μοχθήσει με όλες του τις δυνάμεις για να πετύχει τους στόχους του; Πόσο διαφορετικός είναι εντέλει ο Νίκος από τον Μάικ Μπουζιάνη, πόσο απέχει στ’ αλήθεια ένας πατέρας απ’ τον γιο του, ακόμη κι αν οι σχέσεις ανάμεσά τους είναι οι χείριστες δυνατές;

Κάποιοι αναγνώστες θα ισχυριστούν πιθανώς ότι η Θεραπεία των αναμνήσεων είναι ένα βιβλίο που «μοιάζει αμερικανικό» ή «θυμίζει τα έργα του Φίλιπ Ροθ», ακόμη και του Πολ Όστερ. Το αν το βιβλίο είναι επηρεασμένο από τη μια ή την άλλη σχολή μυθοπλασίας, το τάδε ή το δείνα λογοτεχνικό ρεύμα, είναι κάτι που εν προκειμένω δεν έχει μεγάλη σημασία. Η Θεραπεία των αναμνήσεων θυμίζει πράγματι μυθιστόρημα διεθνώς αναγνωρισμένου ξένου συγγραφέα γιατί είναι εξαντλητικά δουλεμένο στην τελευταία του λεπτομέρεια, γιατί ο συγγραφέας του έχει κατανοήσει πόσο σημαντική είναι η επιλογή της κατάλληλης φόρμας για την αξιοποίηση του περιεχομένου του, γιατί ο Αστερίου ανοίγεται σ’ ένα θέμα οικουμενικής εμβέλειας και το χειρίζεται με αξιοζήλευτη σοβαρότητα και ψυχραιμία, αρνούμενος να ενδώσει στις ευκολίες που προσφέρει η διαρκώς ανακυκλούμενη θεματογραφία της νεοελληνικής πεζογραφίας, η οποία μοιάζει πια σε μεγάλο βαθμό κοινή μ’ εκείνη των Ελλήνων ιστορικών. Το κυριότερο, ο Αστερίου γράφει σε μια γλώσσα απολύτως φυσική και αβίαστη, μια γλώσσα μόνο εκ πρώτης όψεως αποστασιοποιημένη, στην οποία ωστόσο καθρεφτίζονται τα πιο έντονα συναισθήματα, οι πιο υψηλές ιδέες, οι πλέον τολμηρές σκέψεις, όπως επίσης παλιές και νέες αναμνήσεις των ηρώων, θεραπεύσιμες και μη. Μια γλώσσα που κατορθώνει ν’ αρθρώσει με θαυμαστή διαύγεια μείζονα ερωτήματα για την ανθρώπινη εμπειρία: «Σε ποια ηλικία είμαστε ο πραγματικός μας εαυτός; Ποιο από τα χιλιάδες αποτυπώματά μας θα επιλέγαμε, άραγε, αν μας φωτογράφιζαν καθημερινά; Μια άγουρη πόζα της παιδικής ηλικίας όταν η λάμψη του δέρματος μαρτυρά πως όλα είναι εν αναμονή; Μια στιγμή της πρώτης ωριμότητας απ’ την οποία έχουμε τόσο απομακρυνθεί πλέον; Ή μια άποψη των ύστερων χρόνων, με την οριστικότητα, το μεγαλείο και την τραγικότητα της παρακμής τους;»

* Το παραπάνω κείμενο εκφωνήθηκε κατά την παρουσίαση της Θεραπείας των αναμνήσεων στο βιβλιοπωλείο Πλειάδες την 1η Απριλίου.

Η Θεραπεία των Αναμνήσεων κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.