ΜΑΘΕ ΜΠΑΛΙΤΣΑ
Παναγιώτης Μένεγος
Φωτογραφίες: fiba.com
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή
16.09.2019

Δέκα Χρόνια Φαγούρα: Πώς η Εθνική Γύρισε με Άδεια Χέρια (κι) από την Κίνα…

Ο Παναγιώτης Μένεγος βρέθηκε δίπλα στην «επίσημη αγαπημένη» σε Νανζίνγκ και Σενζέν και μοιράζεται συζητήσεις, στιγμιότυπα και σκέψεις από την συμμετοχή της στο FIBA WC 2019. Κι έχει και μια ιδέα για την επόμενη μέρα...

Σύντομη περίληψη προηγουμένων. Δυσάρεστη. Το 2010, στον απόηχο της μεταγραφής Σπανούλη η Εθνική πήγε σκοτωμένη (από τα επεισόδια στο φιλικο με τη Σερβία) στο Παγκόσμιο της Τουρκίας κι έφυγε έχοντας ηττηθεί σκόπιμα από τη Ρωσία, αποκλειστεί στους 16 από την Ισπανία και χάσει για πάντα τον Διαμαντίδη. Το 2011, οι απουσίες έδειχναν πως η παρουσία στο Ευρωμπάσκετ της Λιθουανίας θα ξεχνιόταν γρήγορα, και η αξιοπρεπής 6η θέση όντως… ξεχάστηκε γρήγορα. Το 2012, στο Καράκας, γίναμε το μοναδικό μπασκετικό έθνος σε όλον τον κόσμο που θα θυμάται για πάντα το όνομα Νταγκουντούρο. Το 2013, στα γήπεδα της Σλοβενίας, το βασικό σύστημα ήταν «όλοι μαζί κι ο Τρινκιέρι μόνος του». Το 2014, το υπέροχο μπάσκετ της αήττητης στην α’ φάση ομάδας του Φώτη Κατσικάρη, τράβηξε το μουντζούρη των αφιονισμένων Σέρβων στο πρώτο νοκ άουτ του ισπανικού Μουντομπάσκετ. Το 2015 και πάλι Ισπανοί, και πάλι μόνο μία -αλλά φαρμακερή- ήττα, και πάλι εκτος τετράδας στη Λιλ. Το 2016, Προολυμπιακό στο Τορίνο: απουσίες + κακή εικόνα + έλλειψη πίστης=αποκλεισμός. Το 2017, δράμα στο Ελσίνκι εντός κι εκτός γηπέδου, μερική επαναφορά στα νοκ άουτ της Κωνσταντινούπολης μέχρι ο Σβεντ να κλείσει την πόρτα της τετράδας. Φέτος, προσδοκίες πιο υψηλές από ποτέ, ρόστερ που κοσμούσε ο MVP της σεζόν του NBA, τελικά μια φτωχή 11η θέση, πανθομολογούμενη αποτυχία, για κάποιους παταγώδης.

 

Δέκα χρόνια φαγούρα. Από το Κατοβίτσε του 2009 η Εθνική μένει χωρίς μέταλλο στο στήθος, χωρίς Ολυμπιάδα, χωρίς την παραμικρή διάκριση, χωρίς καν αξιομνημόνευτες νίκες πλην 1-2 εξαιρέσεων. Δύσκολο να το χωνέψει μια χώρα που τα προηγούμενα 22 χρόνια μέτρησε 2 χρυσά, 2 αργυρά, 1 χάλκινο, 5 τέταρτες θέσεις και 3 συμμετοχές σε Ολυμπιακούς.

Μετά το σφύριγμα του αποκλεισμού, στο ίδιο έργο θεατές. Ένα έτοιμο εκτελεστικό απόσπασμα για τον προπονητή, άναρθρες κραυγές εναντίον της Ομοσπονδίας και του Γιώργου Βασιλακόπουλου (με αφετηρία, μην κρυβόμαστε, κυρίως οπαδικά ελατήρια), ελαφριά κριτική προς τους παίκτες με ένα δειλό «μήπως δεν είμαστε τόσο καλοί όσο νομίζουμε;». «Μαύρα κουτιά», αναλύσεις επί αναλύσεων από δίκαιους κι άδικους επί δικαίων και αδίκων: τόσο κατηγορηματικές ώστε να ξεχνάνε πόσο άκυρες θα ήταν αν η βολή του Σλούκα με την Βραζιλία ήταν εύστοχη ή τόσο μαξιμαλιστικές ώστε να θεωρούν ότι για να αλλάξει η Εθνική Ομάδα πρέπει να… αλλάξουμε ως χώρα.

Παρακολουθώ από κοντά την Εθνική ανελλιπώς από το καλοκαίρι του 2012 (μην σας μπαίνουν κακές σκέψεις). Το έκανα και φέτος στο απέραντο εργοτάξιο της μουντής Νανζίνγκ και στη σκιά των διαστημικών ουρανοξυστών της επιβλητικής Σενζέν. Σε αντίθεση, με την πλειοψηφία των 11 εκατομμυρίων Ελλήνων, δεν είμαι πολύ σίγουρος ότι  έφταιξε μόνο ένα πράγμα ή μόνο ένα πρόσωπο. Ξέρω όμως ότι για να καταλάβεις τι έκανες λάθος κι απέτυχες, πρέπει να δεις τι έκαναν σωστά αυτοί που τα κατάφεραν…

 

 

Είτε είναι κανείς hater, είτε aficionado, δεν μπορει παρα να παραδεχθεί ότι οι Ισπανοί κατέκτησαν απόλυτα δίκαια το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2019. Βασίστηκαν στην εμπειρία τους, στις προσωπικότητες που διαθέτουν, στο εμπεδωμένο ένστικτο νικητή μετά από τόσες επιτυχίες. Στο μέταλλο, δηλαδή, που τους διατηρεί στην κορυφογραμμή εδώ και 15 χρόνια. Και μέσα στις 4 γραμμές, έπαιξαν σωστό μπάσκετ, «σκεπτόμενο» αν δεν είναι ακόμα ποινικά κολάσιμο να χρησιμοποιεί κανείς τη φράση που (καλώς) εφηύρε κάποτε ο Αργύρης Πεδουλάκης για να περιγράψει τον στοχευμένο τρόπο παιχνιδιού που έχει οδηγήσει την Εθνική και τους συλλόγους μας σε επιτυχίες και (κακώς) την έχουμε κάνει καραμέλα κάθε φορά που κάτι μας πάει στραβά.

Η «φούρια ρόχα» είχε αρχές και πειθαρχία στην επίθεση, εμφάνισε επικοινωνία και θυσία στην καταπληκτική της άμυνα. Θύμισε το ρητό για την ποδοσφαιρική Εθνική Γερμανίας, έτσι όπως αρνήθηκε να χάσει στον ημιτελικό με την Αυστραλία. Η δική μας «επίσημη αγαπημένη», αντίθετα, πέρα από το που φαίνεται στην τελική κατατάξη, δεν έπαιξε σωστά. Θύμισε την ποδοσφαιρική Εθνική Αγγλίας που, με την περσινή εξαίρεση του Μουντιάλ της Ρωσίας, ζει κάθε χρόνο την ίδια καταραμένη «μέρα της Μαρμότας» βιώνοντας την αποτυχία ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία…

 

 

«Μην ζαλίζουμε τον Γιάννη [Αντετοκούνμπο]», στο περιθώριο του «Ακρόπολις», κι ενώ η αθρόα προσέλευση μέσα στην κάψα του Αυγούστου μας ντόπάρε με υπεραισιοδοξία, ο Γιάννης Μπουρούσης το είπε απλά. Ίσως εννοούσε «μη ζαλίζετε κι εμάς τους υπόλοιπους». Τελικά, μετά από 5 παιχνίδια στο FIBA WC, το μόνο ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι η Εθνική δεν μπόρεσε να διαχειριστεί την παρουσία του Γιάννη Αντετοκούνμπο. Ούτε τους προβολείς και τις προσδοκίες που δημιούργησε, ούτε τα σπάνια χαρακτηριστικά του. Άλλωστε και το body language του ίδιου του Γιάννη πρόδιδε τρομερή πίεση. Στην επίθεση, όσα εξυπνακίστικα tweets κι αν κάνει ο Μπιλ Σίμονς, όσες αλαζονικές «ότι δεν είναι NBA, δεν είναι μπάσκετ» αναλύσεις κι αν κάνουν τα αμερικάνικα media (τους έβαλε αμφότερους στην θέση τους ο Γκρεγκ Πόποβιτς), η ουσία είναι ότι η ομάδα δε βοήθησε τον Γιάννη να συνδεθεί. Κι αυτό γιατί σε κανένα σημείο του τουρνουά (πλην του ματς με το πολύ μέτριο Μαυροβούνιο) η άμυνά της δεν ήταν τόσο επιθετική ούτως ώστε να κλέψει μπάλες, να παράξει deflections και να βγει στον αιφνιδιάσμό για να κάνει εκεί ο Γιάννης αυτό που κάνει καλύτερα από κάθε άλλον σε όλον τον πλανήτη; να τελειώσει φάσεις και να πάρει αυτοπεποίθηση. Η Εθνική δεν πίεσε ποτέ ασφυκτικά, δεν έφτασε βαθιά στην 12αδα της για να ξοδέψει εποικοδομητικά τα φάουλ της, εγκλωβίστηκε πολύ ώρα στο πολυσυζητημένο σχήμα με τον Παπανικολάου στο “2” που δε λειτούργησε σε καμία από τις δύο πλευρές του γηπέδου. Δε θυμάμαι ποτέ ξανά τόσο μέτριο αμυντικά τουρνουά από τον Καλάθη, δεν κρύψαμε ποτέ τα αργά πόδια των Μπουρούση-Παπαγιάννη, ακόμα και το αμυντικό όπλο του σχήματος με τον Γιάννη στο “5” π.χ. οι Βραζιλιάνοι το τιμώρησαν με ένα απλό pick & roll και τον Βαρεζάο να θυμίζει Ντάνκαν εκτελώντας πάντα από δεξιά στο καταραμένο ματς με τη Βραζιλία.

Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο δεν μπορεί να κάνει σήμερα τόσο καθοριστική διαφορά -όσο νομίζαμε ότι θα έκανε- στο FIBA basketball. Ίσως χρειάζεται απλά 1-2 τουρνουά ακόμα.

Ξανά στο επιθετικό κομμάτι, συνέβη κάτι που πολλοί υποψιαζόμασταν, αλλά δεν τολμούσαμε να πιστέψουμε μέσα στη γενικότερη φρενίτιδα ενθουσιασμού. Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο δεν μπορεί να κάνει ακόμα τόσο καθοριστική διαφορά -όσο νομίζαμε ότι θα έκανε- στο FIBA basketball. Σίγουρα όχι στον βαθμό που το έκαναν θρύλοι όπως οι Νοβίτζκι-Γκασόλ-Τζινόμπιλι που είχαν άλλα χαρακτηριστικά (με κυριότερο το καλό σουτ) κι ένα διαφορετικό δέσιμο με το υπόλοιπο ρόστερ που ξεκινούσε από τις επιτυχίες των μικρών εθνικών ομάδων και τους έδινε άλλη ηγετική αύρα. Ήμουν μπροστά στη συνέντευξη τύπου όταν ο Γκρεγκ Ποποβιτς, με το απαράμιλλο λακωνικό του ύφος, συμφώνησε μονολεκτικά ότι «οι κανόνες της FIBA ευνοούν τον περιορισμό του Γιάννη». Όσο κι αν έχει αναπαραχθεί εκατομμύρια φορές τις τελευταίες μέρες, ας το πάμε άλλη μία: Στο NBA ο Γιάννης έχει περισσότερους χώρους, το τρίποντο είναι μισό μέτρο πιο μακριά κι απαγορεύεται να υπάρχουν παρκαρισμένοι αμυντικοί για παραπάνω από 3 δευτερόλεπτα στο κέντρο της ρακέτας. Κάθε φορά που οι αμυντικοί βάζουν τα χέρια τους πάνω του ή πάνω στην μπάλα, σφυρίζεται φάουλ. Τα λέγαμε και πριν λίγους μήνες: το NBA είναι πρώτα θέαμα και μετά άθλημα, προστατεύει τους σταρ (και δεν τους αποβάλλει με αστεία επιθετικά φάουλ, σε μια διοργάνωση με γενικότερα αστείες διαιτησίες) και το προϊόν. Κι εκείνος, χωρίς ούτε 1 λεπτό συμμετοχής σε Α1 ή Ευρωλίγκα, (θα) καλείται κάθε καλοκαίρι να αλλάζει τσιπάκι και να διαβάζει μια πρωτόγνωρη κατάσταση: pack the paint άμυνες, δηλαδή πούλμαν σταθμευμένα στο κέντρο της ρακέτας.

Η παραπάνω διαπίστωση δε μειώνει την εκτυφλωτική του αξία του MVP. Περισσότερο καταδεικνύει την απόσταση NBA και FIBA που όλο και μεγαλώνει (κάνοντας κακό στο σπορ) και την ανάγκη για περισσότερο χρόνο. Ο Γιάννης δεν είναι καν 25, ας συνεχίσει να έρχεται και μοιραία θα γίνει το alpha dog που όλοι ονειρευόμαστε, έτσι όπως θα τον μαθαίνουμε και θα μας μαθαίνει. Πιθανώς να μη χρειάζεται καν τόση ανάλυση, αλλά απλά 1-2 τουρνουά ακόμα. Τόσο πήρε και στους προαναφερθέντες θρύλους.

 

 

Εκ του αποτελέσματος, ναι, η ομάδα δεν τον αξιοποίησε σωστά. Σε smalltalk μετά τον αποκλεισμό, 2-3 παίκτες έλεγαν «δεν παίξαμε σωστά, δεν είχαμε καλή ροή στην επίθεση». Γίνεται αυτό σε ένα ρόστερ που διαθέτει τουλάχιστον 5 εξαιρετικούς δημιουργούς (Σλούκας, Καλάθης, Γιάννης, Πρίντεζης, Μπουρούσης); Γίνεται, γιατί ξεγύμνωσε ένα μεγάλο πρόβλημα του σύγχρονου ελληνικού μπάσκετ, ίσως μεγαλύτερο κι από το αιώνιο ζήτημα του μακρινού σουτ: κίνηση χωρίς την μπάλα. Θυμάστε τον Μιχάλη Κακιούζη και την κίνηση του στη βασική γραμμή, πάντα έτοιμος να υποδεχθεί τις ασίστ της αγίας τριάδας Διαμαντίδη-Σπανούλη-Παπαλουκά;

Ε, λοιπόν, τέτοιοι cutters μοιάζουν να έχουν εκλείψει από το ελληνικό μπάσκετ (θα μπορούσαν ίσως να λειτουργήσουν και περισσότερες τέτοιες καταστάσεις με τον Γιάννη), κάνοντας την -αιώνια βασισμένη στο pick & roll- επίθεσή μας, δραματικά στατική, φριχτά προβλέψιμη κι ευανάγνωστη. Υπήρχαν τόσα πολλά σημεία στα ματς που ο Γιάννης προσπαθούσε από την κορυφή της ρακέτας να πέράσει κυριολεκτικά μέσα από τα σώματα των αντιπάλων (όχι τυχαία, το κατάφερνε μόνο στην αρχή των παιχνιδιών) και 4 παίκτες ήταν απλά ακίνητοι περιμένοντας να σουτάρουν.

 

 

Το σουτ, λοιπόν. Το συζητήσαμε τόσο πολύ που μπορεί να πέσει και στις Πανελλήνιες του χρόνου. Η Εθνική σούταρε πολύ (25 τρίποντα σε κάθε παιχνίδι) αφού αυτό της έδινε κάθε φορά η αντίπαλη άμυνα, έβαλε σε απόλυτη τιμή αρκετά (8.4 ανά ματς), με μέτρια ποσοστά (42/125, 33.6% – ένα στα τρία δηλαδή). Πήρε πολύ καλή επίδοση από Πρίντεζη και Καλάθη (50 και 42% αντίστοιχα) και μόλις 25% από τους δύο «Παπ» μαζί που είχαν χαρακτηριστεί «κλειδιά» από τον ίδιο τον Σκουρτόπουλο. Ο δε Παπανικολάου με τα 5/25 σουτ έγινε στόχος των ελληνικών σόσιαλ μίντια που έστησαν μέχρι και σελίδα τύπου Κατσουράνη για να διασκεδάσουν την αστοχία του – κάπως άδικο αφού και πάλι αυτόςηταν που, σε σταθερή βάση, σκιζόταν για τους άλλους στην άμυνα, παίζοντας πολλή ώρα σε μια θέση (“2”) που απλά δεν μπορεί να αποδώσει.

[Παρένθεση με την ατάκα που θα κρατήσω από το φετινό τουρνουά. Για τους παίκτες της Εθνικής: «Είναι οι μοναδικοί από όλες τις ομάδες που δεν βγαίνουν από το ξενοδοχείο να πάνε μια βόλτα». Σκεφθείτε ένα τιμ 15-20 ανθρώπων, σε μια χώρα με σοβαρό πρόβλημα επικοινωνίας όσον αφορά τη γλώσσα, που κάθεται όσες ώρες δεν έχει αγωνιστικές υποχρεώσεις, στο ξενοδοχείο μηρυκάζοντας όσα γράφουν στα αθλητικά sites και στα σόσιαλ μίντια. Κι όλα αυτά, ενώ ακόμα και στην μακρινή Κίνα καμία άλλη δημοσιογραφική αποστολή δεν ήταν τόσο πολυμελής όσο η ελληνική, αναζητώντας κάθε μέρα κάτι διαφορετικό για να γεμίσει χάρτινες σελίδες και ηλεκτρονικά ποστ. Μόλις περιέγραψα την καλύτερη συνταγή για εσωστρέφεια που δημιουργεί αδικαιολόγητη πίεση σε μια διοργάνωση που καμία χώρα δεν αντιμετωπίζει ως ζήτημα ζωής και θανάτου. Μικρόφωνο στον Μαρκ Γκασόλ με την κούπα αγκαλιά: «Το μπάσκετ είναι σημαντικό, είναι αυτό που κάνω κάθε μέρα, αλλά στη ζωή μου υπάρχουν πολύ σημαντικότερα πράγματα από το μπάσκετ»]

Έλειψε λοιπόν, όχι ο κλασικός σουτέρ που ποτέ δεν είχαμε (μου φαίνεται λίγο αστείο να θυμόμαστε κάθε φορά τον Βασιλειάδη που όταν ήταν στην 12αδα τον κατηγορούσαν ως «βύσμα του Κατσικάρη», αστειότερο να αναζητάμε τον Σάκοτα, ενώ ο Μπράμος που θα έπαιζε με κλειστά μάτια σε αυτήν την ομάδα έχει επιλέξει να ξεκουράζεται τα καλοκαίρια), αλλά ένας αναίσθητος σουτέρ τύπου Αντώνη Φώτση να το βάλει όταν η ομάδα γκρεμίζει τα στεφάνια π.χ. στο ματς με την Βραζιλία που παρότι ξεκινήσαμε με 7/11, γράψαμε κατόπιν 9 συνεχόμενα άστοχα πάνω στο comeback της «σελεσάο» ή στο παιχνίδι με τους Αμερικάνους που ο Γιάννης πάσχιζε να δημιουργήσει καταστασεις αλλά όλοι σημάδευαν σίδερο. Αλλά, ότι θα συναντούσαμε πρόβλημα με το τρίποντο, μάλλον το ξέραμε…

 

 

Πρωταθλητής Κόσμου ανδείχθηκε ο Σέρτζιο Σκαριόλο, 5 χρόνια μακριά από την Ευρωλίγκα – το δε πέρασμα του από την Αρμάνι Μιλάνο (2011-13, με Φώτση-Μπουρούση-Νίκολας) ακόμα μνημονεύεται ως το απόλυτο μπάχαλο. Φιναλίστ, ο Σέρχιο Ερνάντεζ που δεν έχει κοουτσάρει ποτέ στην Ευρώπη. Χάλκινος ο Βενσάν Κολέ που παράλληλα δουλεύει στο… μεγαθήριο της Στρασμπούρ. Ο Αυστραλός Λεμάνις επίσης δεν έχει δουλέψει ποτέ Ευρώπη, ο Σάσα Τζόρτζεβιτς σε συλλογικό επιπεδο -να το πούμε ευγενικά- ποτέ δεν έχει σκίσει, ο Ισραηλινός Ρόνεν Γκίνζμπουργκ ήταν η ευχάριστη έκπληξη που δεν γνωρίζαμε επειδή δεν έχει ούτε ένα ματς Ευρωλίγκας στο βιογραφικό του, οι Πολωνοί μπήκαν στους 8 με κόουτς τον Μάικ Τέιλορ που προπονεί τους… Πύργους του Αμβούργου.

Δε χρειάζεται να συνεχίσω, καταλάβατε που το πάω… Κανένας προπονητής από το πάνω ράφι (αλλά ακόμα κι από το αμέσως παρακάτω) δεν αναλαμβάνει εθνικές ομάδες. Ας κρατήσουμε λίγο ήρεμα τα άλογα που κάθε φορά ονειρεύονται Μπαρτζώκα, Ιτούδη, Ίβκοβιτς από την αποστρατεία, μέχρι και Πιτίνο. Ούτε υπάρχουν τα λεφτά για ένα τέτοιο συμβόλαιο, ούτε μάλλον η διάθεση από φιλόδοξους επαγγελματίες να κοουτσάρουν στα «παράθυρα». Ο Θανάσης Σκουρτόπουλος τα κατάφερε όμως μια χαρά σε αυτή τη διαδικασία [των παραθύρων]. Δικαιούταν να ανταμοιφθεί, οδηγώντας την ομάδα ως head coach και στο Παγκόσμιο. Κι εκεί, κατά την πάγια τακτική, (αφέθηκε) να περπατήσει μόνος του στα κάρβουνα της κριτικής όπως και οι προάτοχοί του «αναστενάρηδες» σε μια θέση -του προπονητή- που δεν είναι κι απόλυτης προτεραιότητας για την ηγεσία του ελληνικού μπάσκετ σύμφωνα με παλιότερες δηλώσεις της.

Για να λέμε την αλήθεια, η παρέμβαση του προπονητή σε αυτές τις διοργανώσεις δεν είναι πολύ μεγάλη, το διάστημα προετοιμασίας είναι ελάχιστο. Περισσότερο καλείται να είναι διαχειριστής προσώπων και καταστάσεων, να «ξέρει να παίζει τα τουρνουά» και, σε δεύτερο επίπεδο αν του ζητηθεί, να λειτουργήσει ως «διευθυντής εθνικών ομάδων» (κάτι που χρειαζόμαστε επειγόντως για να αλλάξει ο προσανατολισμός προς τα fundamentals, να ξαναγίνει το αναπτυξιακό πρόγραμμα πρότυπο, να αξιοποιηθούν τα human resources της νέας πολυπολιτισμικής ελληνικής κοινωνίας).

Αν κάπου φάνηκε ότι ο Σκουρτόπουλος δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις, ήταν μια σειρά από ατυχείς δηλώσεις: έμοιαζε διαρκώς να ψάχνει κάπου να πιαστεί για να δικαιολογηθεί. 

Ο Σκουρτόπουλος, λόγω (μη) ειδικού βάρους, όλοι ξέραμε πως είναι αναλώσιμος. Κι ο ίδιος. Το να αποκαλείται «ταβερνιάρης» είναι και άδικο, αλλά και ο ορισμός του «(…) χτυπάμε το σαμάρι». Μπορούμε να συζητάμε πολλές ώρες για το αγωνιστικό πλάνο του, αλλά δε νομίζω ότι θα βρούμε «εγκλήματα», με δεδομένο και τον λίγο χρόνο που είχε να ενσωματώσει τον Γιάννη. Αν κάπου φάνηκε ότι δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις, ήταν μια σειρά από ατυχείς δηλώσεις: η συμφωνία με τους Bucks για το χρόνο συμμετοχής του Αντετοκούνμπο, το πολυσυζητημένο «βρες μου τρία γκαρντ», η επίκληση στην απουσία του Ντόρσεϊ μετά τον αποκλεισμό – ο κόουτς έμοιαζε διαρκώς να ψάχνει κάπου να πιαστεί για να δικαιολογηθεί. Κι αυτό είναι το τελευταίο που χρειάζεται μια ομάδα που κάθε χρόνο προσθέτει στην καμπούρα της κι αλλη μια αποτυχία. Αντίθετα, αφού μέσα στον χαμό που επικρατεί στο ελληνικό μπάσκετ ο Γιώργος Βασιλακόπουλος έχει επιλέξει την στρατηγική της ελάχιστης φθοράς, η Εθνική έχει ανάγκη από κάποιον με τέτοια κιλά ώστε να πάρει πάνω του όλους τους κραδασμούς, να έχει το εκτόπισμα να επιβληθεί στα αποδυτήρια και ίσως να κάνει και μερικά ηχηρά κοψίματα ωστε να παίζουν όχι οι καλύτεροι αλλά οι πιο συμβατοί μεταξύ τους. «Έναν παλαβό που να κάνει ό,τι θέλει» όπως αναζήτησε για τη χαροκαμένη εθνική ποδοσφαίρου πριν λίγες μέρες ο Αλέξης Σπυρόπουλος, έναν «στον κόσμο του» μπασκετικό Ότο Ρεχάγκελ θα έλεγα εγώ.

 

 

Κι επειδή είναι τέτοιες μέρες που ο καθένας λέει το μακρύ και το κοντό του όνομα, θα πω κι εγώ ένα. Τζάμπα είναι. Αϊτο Γκαρθία Ρενέσες. Στα 73 του είναι αρκετά old school για να ταιριάζουν τα χνώτα του με εκείνα του προέδρου, κι έχει ένα παλμαρέ που του επιτρέπει να «μη βλέπει» δημοσιογράφους, παίκτες, παρατρεχάμενους. Διδάσκει ένα πιεστικό, γρήγορο, θεαματικό μπάσκετ για να δικαιωθείτε κι εσείς που έχετε βαρεθεί με το «σκεπτόμενο», το οποίο μπορεί και να είναι αυτό που χρειαζόμαστε αν υποθέσουμε ότι περνάμε στην εποχή της Εθνικής των Antetokounbros. Τα δύο βασικά προβλήματα: δουλεύει στην Άλμπα Βερολίνου που φέτος παίζει Ευρωλίγκα και παραδοσιακά οι ομάδες του «λιποθυμάνε» στα πολύ κρίσιμα (εντάξει, είναι κι αυτό το θέμα με το μπάτζετ που λέγαμε πριν).

Αλλά, θα περάσουμε φίνα, δε νομίζετε;

.

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.