ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

4 χρόνια ελληνικής δυστοπίας σε 120 λεπτά

Ο Γιώργος Αυγερόπουλος μιλά στον Θεοδόση Μίχο για το νέο του ντοκιμαντέρ, Agora, που καταγράφει την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων ετών στις πραγματικές της διαστάσεις. Αυτές της ανθρωπιστικής κρίσης.
Φωτογραφίες: Γιάννης Δρακουλίδης / FOSPHOTOS
POPAGANDA_07_AVGEROPOULOS_002

Όταν πριν από σχεδόν ένα χρόνο συναντηθήκαμε με αφορμή το Χαμένο Σήμα της Δημοκρατίας (το ντοκιμαντέρ του για το «μαύρο» στην ΕΡΤ), υπολείπονταν ακόμη λίγοι μήνες μέχρι την ολοκλήρωση του ήδη, από τότε πολυσυζητημένου Agora (Από τη Δημοκρατία στις Αγορές), που είναι και το μεγαλύτερο project που μέχρι σήμερα έχει φέρει σε πέρας ο Γιώργος Αυγερόπουλος, ένα έργο τα γυρίσματα του οποίου διήρκεσαν τέσσερα χρόνια, αρχής γενομένης από λίγο μετά το διάγγελμα του Γιώργου Παπανδρέου στο Καστελόριζο

«Σε οποιοδήποτε έργο φτιάχνω, σε κάθε πρόταση που τελειώνω, ρωτάω τον εαυτό μου: αυτό είναι γεγονός;. Αν η απάντηση είναι ναι, συνεχίζω στην επόμενη πρόταση και ξανακάνω την ίδια ερώτηση. Ό,τι ακούγεται σε αυτό το έργο, είναι γεγονός, δε μπορεί να ανατραπεί, να αμφισβητηθεί. Το ντοκιμαντέρ, όμως, είναι πολιτική πράξη. Και ως τέτοια, εμπεριέχει μέσα του τη θέση του δημιουργού», μου είχε πει λοιπόν πέρυσι. Έτσι και στο Αγορά, τα γεγονότα και οι αριθμοί που παρουσιάζονται δε μπορούν να αμφισβητηθούν. Ούτε το περιβόητο και επιβεβαιωμένο λάθος στο excel, την «μαθηματική αφετηρία» των πολιτικών που έχουν ακολουθηθεί τα τελευταία χρόνια. Ούτε τα συντριπτικά νούμερα της ανεργίας. Ούτε η καταβαράθρωση του βιοτικού επιπέδου. Ούτε η αλματώδης αύξηση των αυτοκτονιών. Το σκέλος της πολιτικής πράξης του Αυγερόπουλου, έγκειται στο ότι δεν αρκέστηκε απλώς στην παράθεση όλων αυτών των δυστοπικών στοιχείων, αλλά ανέδειξε συνειδητά την ανθρωπιστική πλευρά της κρίσης, με «όχημά» του τέσσερις ενδεικτικές περιπτώσεις βάναυσα πληγέντων πολιτών. Τεσσάρων ανθρώπων που «δεν έφαγαν» τίποτα. Για να καταλήξουν να μη μπορούν να βρουν τίποτα να φάνε. Όπως μου είπε πριν από λίγες ημέρες: «Δε μπορείς να μείνεις αδιάφορος απέναντι στην αδικία, ούτε απέναντι στο θάνατο. Δεν είμαστε ρομπότ». Καλό είναι, που και που να το θυμόμαστε.

Σε δυσκόλεψε ή λειτούργησε με κάποιο τρόπο απελευθερωτικά για σένα το ότι είχες εκ των πραγμάτων έντονη συναισθηματική εμπλοκή με το θέμα που ερευνούσες αυτή τη φορά; Το Αγορά ήταν ένα βαρύ, σκληρό και θλιβερό έργο κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Ακόμη και τώρα, όποτε το βλέπω, γίνομαι χάλια. Αυτό έχει να κάνει με το ότι σκέφτομαι πως κατάντησε έτσι η χώρα μου. Από κει και πέρα, πάντα εμπλέκομαι συναισθηματικά με τα θέματα με τα οποία καταπιάνομαι, οπουδήποτε κι αν γίνεται η έρευνα, είτε στην Ελλάδα, όπως τώρα, είτε στη Γουατεμάλα. Δε μπορώ να μείνω ασυγκίνητος μπροστά στην ιστορία του Βαγγέλη, μόλις τη βλέπω, βουρκώνω. Ούτε μπορώ να μείνω ασυγκίνητος μπροστά στην ιστορία του υποσιτισμένου Sebastian στη Βενεζουέλα. Η αδικία δεν έχει εθνικότητα. Αντιμετωπίζω όλους τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο. Δε μπορείς να μείνεις αδιάφορος απέναντι στην αδικία, ούτε απέναντι στο θάνατο. Δεν είμαστε ρομπότ. Στο κομμάτι της παραγωγής, ήταν η πρώτη φορά που είχα ένα εξαιρετικό πλεονέκτημα. Γύριζα ένα έργο στη χώρα μου και μπορούσα να εκπληρώσω το όνειρό μου, να ολοκληρώσω ένα ντοκιμαντέρ σε βάθος χρόνου, να κάνω αυτό που λέμε «ντοκιμαντέρ μακροχρόνιας παρατήρησης». Όπως επίσης και να μπορώ να επιστρέψω σε ένα τόπο γυρίσματος, ακόμη και για να διορθώσω ή να συμπληρώσω κάτι. 

Είχες από την αρχή στο μυαλό σου, εκτός των συνεντεύξεων με πολιτικούς και ειδικούς αναλυτές, ότι την ανθρώπινη ραχοκοκαλιά του ντοκιμαντέρ θα αποτελούσαν οι ζωές τεσσάρων «καθημερινών» πολιτών, χτυπημένων βίαια από την κρίση; Το πρώτο πράγμα που ήξερα ήταν ότι ήθελα να τραβήξω αυτό το έργο ακολουθώντας κάποιους ανθρώπους σε βάθος χρόνου. Βλέποντας το 2010 τον Γιώργο Παπανδρέου με τη μωβ γραβάτα να καλεί σε βοήθεια το ΔΝΤ και να λέει ότι η χώρα μπαίνει σε μια μεγάλη οδύσσεια, έχοντας την εμπειρία της Αργεντινής, αμέσως αποφάσισα ότι πρέπει να κάνω αυτό το έργο. Αν με ρωτούσες τότε πως θα ακριβώς θα ήταν, πέρα από αυτή την ιδέα με τους κεντρικούς χαρακτήρες, δε θα μπορούσα να σου απαντήσω. Το project άλλαξε μορφή πολλές φορές, ακολουθώντας τη ροή της ιστορίας, για να σταθεροποιηθεί το χειμώνα του 2011, οπότε και βγήκαμε προς αναζήτηση συμπαραγωγών στο εξωτερικό (σ.σ. το Al Jazeera και τη δημόσια γερμανική τηλεόραση). Να σου πω την αλήθεια, όμως, ήξερα ότι αυτό το έργο έπρεπε να το ολοκληρώσω αφενός από υποχρέωση προς τον εαυτό μου, αφετέρου από υποχρέωση προς το παιδί μου, για να μη γυρίσει μεθαύριο και μου πει «κι εσύ τι έκανες για όλα αυτά». Επίσης θεωρώ ότι μπορεί να αποτελέσει για την κοινωνία μας ένα χρήσιμο εργαλείο στο δημόσιο διάλογο, γιατί σκαλίζει μνήμες. Πιστεύω ότι ένας πολίτης που δεν ξεχνάει, είναι καλός πολίτης. Ένας πολίτης που θυμάται πράγματα, μπορεί να κρίνει το παρόν, και να προετοιμαστεί για το μέλλον. Αρνούμαι να δεχτώ ότι μπορεί να θεωρούμε ως δεδομένη κατάσταση το γεγονός ότι θα πηγαίνουμε στη δουλειά μεθαύριο και θα βλέπουμε πεταμένους ανθρώπους δεξιά κι αριστερά. Γιατί πλέον αυτό πάει να συμβεί. Υπάρχουν περισσότεροι ναυαγοί παρά ναυτικοί. 

Όποιος τολμήσει να μιλήσει για την ανθρωπιστική κρίση, ταμπελοποιείται ως συριζαίος, ως παρωχημένος, ότι προσπαθεί να ερμηνεύσει τον κόσμο της καινούριας εποχής με παλιά εργαλεία. Δε μπορώ να πω κάτι. Με ξεπερνάει όλο αυτό, ειλικρινά.

Στόχος σου λοιπόν, όπως μου είχες πει και για Το Χαμένο Σήμα της Δημοκρατίας, είναι να λειτουργήσει το Αγορά ως ένα κιβώτιο μνήμης, να φρεσκάρει τη συλλογική μνήμη, όταν μερικά πράγματα θα έχουν ξεχαστεί. Ακριβώς αυτό. Ειδικά για τους Έλληνες θεωρώ ότι έχει αυτή την ιδιότητα, τους φρεσκάρει τη μνήμη και ταυτόχρονα τους αποκαλύπτει ορισμένα πράγματα που ενδεχομένως δεν ήξεραν, τους δίνει ένα εργαλείο για να ερμηνεύσουν λίγο την καθημερινότητά τους. Γιατί ξέρεις, όταν ο άλλος παλεύει για την επιβίωσή του είναι λίγο δύσκολο να διαβάσει βιβλία με βαρύγδουπες αναλύσεις. Μέσα σε δύο ώρες το Αγορά σου δείχνει ό,τι έχει γίνει, και σου εξηγεί γιατί έχει γίνει. Ταυτόχρονα σου δείχνει και την πτώση. Βλέπεις μία χώρα σε ένα συγκεκριμένο στάτους το 2009 και μετά από τέσσερα χρόνια τη βλέπεις να κυλιέται στις λάσπες.

Ένα από τα πιο σοκαριστικά στιγμιότυπα του ντοκιμαντέρ είναι όταν Μάρτιν Σουλτς με άπλετο κυνισμό παραδέχεται ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες έπρεπε να σώσουν τις ευρωπαϊκές τράπεζες, πολύ απλά γιατι οι ήταν πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν. Είναι ένα κλισέ που ακούγεται και από Έλληνες και από Ευρωπαίους πολιτικούς. Είναι μια φράση που δηλώνει τη στρέβλωση της αγοράς. Αν κάποιος τολμήσει να το πει αυτό για οποιοδήποτε άλλο κλάδο, τότε θα σημαίνει ότι υπάρχει πολύ μεγάλο πρόβλημα με τον συγκεκριμένο κλάδο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι τράπεζες είναι μεν είναι συστημικά εργαλεία, ταυτόχρονα όμως δε διαφέρουν σε τίποτα από οποιαδήποτε άλλη ιδιωτική εταιρία. Το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να κάνουν οι πολιτικοί αν θέλουν να ζήσουμε σε μία καλύτερη κοινωνία, θα είναι να αποφασίσουν να κυβερνήσουν οι ίδιοι. Γιατί αυτή τη στιγμή κυβερνούν χέρι χέρι, σε μια αγαστή συνεργασία με τις τράπεζες, κάτι που προφανέστατα δεν ωφελεί τους πολίτες. Κάτι που για την Ευρώπη της δημοκρατίας, των ιδεών, του διαφωτισμού και της αναγέννησης, είναι τελείως ανήθικο. 

POPAGANDA_07_AVGEROPOULOS_001

Το ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να είχε γίνει η «Λίμαν Μπράδερς νο2» ανατινάσσοντας το ευρωπαϊκό οικονομικό σύστημα, όπως ακούγεται στο ντοκιμαντέρ, θα μπορούσε όντως να αποτελέσει ένα σοβαρό διαπραγματευτικό όπλο ή θα ήταν απλά τσαμπουκάς που δεν θα περνούσε; Σε μια σκληρή διαπραγμάτευση που ο άλλος σου επιβάλλει να κόψεις μόνος σου το χέρι σου και το κεφάλι σου και γενικά απαιτεί πράγματα απερίγραπτα, η ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να τηρήσει μια πραγματικά σκληρή, σταθερή στάση ακόμη και με τον κίνδυνο να τα σπάσει με τους Ευρωπαίους εταίρους. Η κυβέρνηση όμως δε χρησιμοποίησε κανένα από τα διαπραγματευτικά χαρτιά που είχε στα χέρια της, δεν όρθωσε το ανάστημά της για να προστατεύσει τα συμφέροντα του ελληνικού λαού – γι’ αυτό άλλωστε είχε εκλεγεί. Ναι, μία ενδεχόμενη άρνηση θα μπορούσε θεωρητικά να τινάξει στον αέρα ολόκληρο το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα. Γι’ αυτό όμως θα σκέφτονταν διπλά οι Ευρωπαίοι τον τρόπο με τον οποίο θα μας αντιμετώπιζαν. Η διαπραγμάτευση, βλέπεις, είναι μία τέχνη, που πρέπει να ξέρεις να την κάνεις.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης, τα ποσοστά αυτοκτονίας αυξήθηκαν κατά 27%, 3124 άνθρωποι έβαλαν τέλος στη ζωής τους από το 2009 μέχρι το 2012. Αυτοί είναι αριθμοί που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Το ότι έχουμε φτάσει σε ένα σημείο, όμως, όπου όσοι τους αναδεικνύουν να κατηγορούνται ως λαϊκιστές, προπαγανδιστές, συριζαίοι και άλλα τινά, θεωρείς ότι πρέπει να το φέρουν πιο βαριά στη συνείδησή τους οι πολιτικοί που διαχειρίστηκαν την κατάσταση τα χρόνια της κρίσης ή συγκεκριμένοι, κραταιοί μιντιακοί κύκλοι που ευλόγησαν τα γένια τους; Νομίζω ότι για να καλυτερεύσουμε ως κοινωνία θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα. Η οικονομία δεν ειναι κάτι που μένει μόνο σε αριθμούς και συρτάρια. Η οικονομία σκοτώνει. Το έχουμε δει σε πάρα πολλές χώρες. Στην Αργεντινή δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι είτε αυτοκτόνησαν είτε αρρώστησαν εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Σύμφωνα με έρευνες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, εγκεφαλικά, καρδιοπάθειες, όλα αυτά αυξήθηκαν κατακόρυφα. Είναι αλήθεια ότι όποιος τολμήσει να μιλήσει για την ανθρωπιστική κρίση, αν πει ότι κέντρο της πολιτικής πρέπει να είναι ο πολίτης, δηλαδή ο άνθρωπος, ή αν τολμήσει να μιλήσει για οικουμενικές, πανανθρώπινες αξίες -ότι πρέπει για παράδειγμα όλοι να έχουν πρόσβαση σε καθαρό νερό – ή αν τολμήσει να μιλήσει για ανθρώπινα δικαιώματα στους καιρούς της κρίσης, τότε ταμπελοποιείται ως συριζαίος, ως παρωχημένος, ότι προσπαθεί να ερμηνεύσει τον κόσμο της καινούριας εποχής με παλιά εργαλεία. Δε μπορώ να πω κάτι. Με ξεπερνάει όλο αυτό, ειλικρινά σου μιλάω.

Στην επόμενη σελίδα: οι πληγές που δύσκολα θα επουλωθούν, το δόγμα του σοκ που επιστρέφει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε και οι Έλληνες πολιτικοί που αρνήθηκαν να μιλήσουν on camera.  

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.