Αυτό το διαβολομηχάνημα με την οθόνη και το πληκτρολόγιο,  καταμεσής του γραφείου, κλείνει το μάτι πονηρά, έλα καλέ τώρα που θ’ αντέξεις και άλλη μία μέρα, έλα καλέ, αυτά δεν γίνονται, βουνό δίπλα τα χαρτομάντιλα και η μύτη βρύση ανοιγμένη, έξω βρέχει,  λες και το ξέρει το άτιμο πως είμαι φυλακισμένη,  πατάω τα πλήκτρα και όπου με βγάλει, και κοίταξε τώρα, συνεννοημένο μαζί σου, κυρία popaganda, μού πετάει στα μούτρα τη σακούλα του ΜΙΝΙΟΝ. Π ορτοκαλί σακούλα, με το λογότυπο του ΜΙΝΙΟΝ άσπρα και μαύρα γράμματα να εναλλάσσονται  σε διαγώνια παράταξη, στρατιωτάκια εντεταγμένα στην υπηρεσία της Μνήμης, ποτέ η εν λόγω κοπέλα, αγνώστου ηλικίας, αλλά πάντως περιδεής και καλλίκομη, δεν περίμενε και πολύ όταν την πυροδοτούν γράμματα, χρώματα, ήχοι, αρώματα. Και η σακούλα του Μινιόν τα είχε όλα ή, έτσι ήρθαν τα πράγματα που όλα τα είχε. Κατέβηκε από το σαπιοκάραβο των αδελφών Τυπάλδου με το αγγελικό όνομα, αυτό συνέδεε το Νησί με την μητέρα πατρίδα – άλλη γη τα νησιά, παιδάκι μου – και σεινάμενη κουνάμενη μπήκε στο σπίτι. Μπανιερό για το καλοκαίρι, να μάθεις να κολυμπάς  , κρατς κρουτς, καλώς τον και τον ήχο, ιδού λαμπρό το απόκτημα: μπανιερό στο βαθύ μπλε, σχεδόν μαύρο και οι αχτίδες του ήλιου να φέρνουν βόλτα το κορμάκι, ακριβώς σε εκείνα τα σημεία που το παιδικό σώμα έκανε τόπο στις ορμόνες της εφηβείας. Και διακοπές στ’ Ακρωτήρι θα πας, στα Χωραφάκια, και δώστου χωράφια αρμένισαν στα μάτια μου, και η θάλασσα, πού θα’ ναι;  Και η θάλασσα και το μαγιό του ΜΙΝΙΟΝ δικά μου όλα.

fos0701032

Το λεωφορείο της γραμμής χοντρομούτσουνο και μπουμπουνητό σαν ξεκινούσε, στάθμευε απέναντι από το σχολείο, κι έγραφε πάνω φαρδιά πλατιά ΣΤΑΥΡΟΣ  γιατί έτσι απαιτούσε η εποχή. Βλέπετε, δεν είχαν περάσει ακόμη ούτε λίγα  καλοκαίρια που σύσσωμο το Χόλυγουντ είχε καταφθάσει στα μέρη μας. Ο Ζορμπάς, σου λέει ο κόσμος, γυρίζεται ταινία, φιλμ ντε, στο Σταυρό,  κι ο Καζαντζάκης, ναι καλέ, αυτός ο μπολσεβίκος που τον αφόρισε ο Μητροπολίτης, και τον  έχει στη βιτρίνα του ο Αδαμάκης, α, τον άθλιο, δεν πρόλαβε να γυρίσει από την εξορία και άνοιξε βιβλιοπωλείο να εκμαυλίσει τα παιδιά μας, τέτοια ψιθυρίζανε στη μικρή μας πόλη, πολύ που μ’ ένοιαζε εμένα, εγώ τσάντα ΜΙΝΙΟΝ και μπανιερό καινούργιο και η Αννούλα με περίμενε στην κορφή του λόφου, στο έμπα του χωριού, περιχαρής και με το μυτάκι ψηλά να διασχίζει   το χωριό η σακούλα του ΜΙΝΙΟΝ  στα χέρια μου, είναι από την πρωτεύουσα το κορίτσι; Αθηναία η φιλενάδα σου, Αννούλα; Και μεις οι δυο φιλεναδίτσες, συνεννοημένες  θαρρείς, αφήναμε τα ερωτηματικά να αιωρούνται στα μυαλά των χωρικών. Το μπανιερό στο σώμα μου, απόλυτη η εγκατάσταση, κι ένα τσίτινο φουστάκι,   δρόμο παίρνουμε δρόμο αφήνουμε, κάθε πρωί με την Αννούλα  δίπλα και ανάμεσά  μας η τσάντα του ΜΙΝΙΟΝ. Τώρα στέγαζε μια παλιά πετσέτα και λίγα φρούτα. Βγαίναμε στο τέρμα του χωριού κόβαμε δρόμο αριστερά και ακολουθούσαμε την κονταρίδα για τον Καλαθά.  Στο Σταυρό, πολύ πιο μακριά, δεν μας επέτρεπαν να λοξοδρομήσουμε, αυτός ο σινεμάς λεχρίτες και μάγκες μάζεψε, μόνο στον Καλαθά, ακούσατε;  Ο Καλαθάς άστραφτε στον ήλιο από ψηλά, μια μεγάλη παραλία μόνο για μας, κολυμπούσαμε όπως ξέραμε, μα ποτέ δεν φτάναμε μακριά. Στη μέση του κολπίσκου χουζούρευε το νησάκι, δεν φτάναμε ως εκεί,  ο φόβος να φυλάει τα έρμα. Στο γυρισμό ο ήλιος πάλι μας τσουρούφλιζε, θυμάρια και αστοιβίδες μας τσαγκρούνιζαν τα πόδια, η σακούλα του ΜΙΝΙΟΝ έτρωγε αργά αλλά σταθερά τα ψωμιά της σερνάμενη κι αυτή πάνω στους λόφους.  Τα απογεύματα  φεύγαμε προς τον Ταρσανά στο καρπουζοχώραφο του Βάσου. Ξαπλώναμε στη γη και βάζαμε αυτί πάνω στα καρπούζια, όποιο τραγουδούσε πιο ωραία το κόβαμε, να σκεφτείς πως ακόμη και τώρα αν ξέρω το μανάβη και δεν ντρέπομαι ακουμπώ τ’ αυτί μου στο καρπούζι που είναι ν’ αγοράσω. Η τσάντα η πλαστική του Μινιόν βγήκε από τη ζωή μου χωρίς να το καταλάβω, δεν ξέρω να σου πω πότε και πώς απεβίωσε, δεν είχε καμιά σημασία πια να είμαι η πρωτευουσιάνα του ΜΙΝΙΟΝ, εδώ ήταν η θάλασσα και οι λόφοι και τα χωράφια – κι ύστερα αυτή η καημένη δεν χωρούσε ποτέ το δεύτερο καρπούζι που κλέβαμε για την κατσικούλα της Άννας στη  πίσω αυλή. Μάλλον θα έμεινε εκεί, σε κάποιο ύψωμα, λένε πως το πλαστικό δεν λιώνει για δεκαετίες, λες, μωρέ, να κρατεί ακόμη μπερδεμένη στη ρίζα μιας ελιάς, να μυρίζει θυμάρι κι αλμύρα, λες να είναι ακόμη πορτοκαλιά και στρατιωτάκια ευθυγραμμισμένα τα γράμματά της να πυροδοτούν τις μνήμες ενός άλλου αιώνα; Τέτοια κάνεις, κυρία popaganda, άντε τώρα…

2 του Γενάρη 2014.