Ένα χειρoκρότημα που κράτησε πάνω από 10 λεπτά, σε δυνατό κλίμα συγκίνησης, πήρε μαζί του πίσω στο Τορόντο ο David Cronenberg, χαιρετώντας τους Έλληνες συνεργάτες του στο τελευταίο γύρισμα της πολυαναμενόμενης ταινίας του, Crimes Of The Future, στην Αθήνα. Τον ίδιο όμως ενθουσιασμό ένιωσε και ο ίδιος καθώς «οι Έλληνες τεχνικοί είναι πολύ υψηλού επιπέδου και τα γυρίσματα ήταν μια καταπληκτική εμπειρία», όπως δηλώνει χαμογελαστός από τη άλλη πλευρά του Ατλαντικού, πριν καλά καλά ξεκινήσουμε μια άκρως ενδιαφέρουσα συζήτηση μαζί του.

Απλός, λαλίστατος, ειλικρινής και τελικά ξεχωριστός, όπως και οι εξαιρετικές ταινίες του, ο Καναδός δημιουργός που το όνομά του έχει ταυτιστεί με την “body horror” κινηματογραφική γραφή, ξεκαθάρισε ότι εξακολουθεί να δημιουργεί ταινίες γιατί περνάει όμορφα και δεν τον ενδιαφέρει καθόλου η υστεροφημία. Μάλιστα, λίγο μετά την επιστροφή του από την Αθήνα στον Καναδά, κατέθεσε στο διαδίκτυο -ως NFT project- ένα συγκλονιστικό κι αρκετά αυτοσαρκαστικό ταινιάκι, διάρκειας μικρότερης του ενός λεπτού, όπου παρέα με την κόρη του σκηνοθετεί τον θάνατό του, χρησιμοποιώντας ως νεκρό σώμα ένα ομοίωμά του από τη σειρά Slasher όπου έπαιζε. Συμφιλιωμένος με την ιδέα στα 78 του χρόνια, πόσο μάλλον έχοντας πίσω του την οδυνηρή εμπειρία της απώλειας της γυναίκας του -μοντέζ και σκηνοθέτιδας- Carolyn Zeifman και της ενδυματολόγου αδερφής του Denise Cronenberg, θεωρεί ότι είναι ένα οριστικό και αμετάκλητο γεγονός στη ζωή, άρα και μέρος της. Γόνος Εβραίων και όμως άθεος, δεν φοβήθηκε ούτε την πανδημία καθώς θεωρεί ότι δεν είναι πρώτη φορά που ζει τέτοιο εφιάλτη η ανθρωπότητα, η οποία πάντως «οδεύει πιθανότατα στην καταστροφή». Και καταθέτει τα Εγκλήματα του Μέλλοντος, τη νέα του ιστορία επιστημονικής φαντασίας, που αναμένεται στις αίθουσες στα μέσα του 2022, χωρίς να αποκαλύπτει προς το παρόν πολλά, καθώς την δουλεύει ακόμη, προκαλώντας τη φαντασία και μόνο από τον τίτλο. Πόσο μάλλον στους Έλληνες και ακόμη περισσότερο στους Αθηναίους, οι οποίοι πιθανότατα δεν θα αναγνωρίσουν την πόλη τους όταν τη δουν στην μεγάλη οθόνη.

Ο David Cronenberg πίσω από την κάμερα, στα γυρίσματα της ταινίας του.

Συμπαραγωγή της Καναδικής Serendipity Point films του Robert Lantos και της δικής μας Αργοναύτες Α.Ε. του Πάνου Παπαχατζή -με την υποστήριξη του ΕΚΟΜΕ και του ΕΚΚ- κι όχι απλώς ακόμη μία ξένη ταινία που γυρίστηκε στην Ελλάδα, το Crimes Of The Future σηματοδοτεί την δεύτερη συνεργασία των δύο εταιρειών παραγωγής μετά το Fugitive Pieces του Jeremy Podeswa, αρκετά χρόνια πριν. «Με την ευκαιρία του cash rebate που θέσπισε η ελληνική κυβέρνηση, ο παραγωγός Robert Lantos αποφάσισε να αξιοποιήσει τα κίνητρα και ήρθε σε επαφή μαζί μου και με την συνεργάτιδά μου Έλενα Πριόβολου», τονίζει ο Έλληνας παραγωγός, ιδιαίτερα χαρούμενος από αυτή την άψογη συνεργασία. «Ο David Cronenberg εκτός από θρυλικός σκηνοθέτης είναι και εξαιρετικός συνεργάτης, ιδιαίτερα ανοιχτός σε ιδέες και προτάσεις που είχαμε να του προτείνουμε ως Έλληνες κινηματογραφιστές. Δούλεψε άψογα με τους επικεφαλής των διαφόρων τμημάτων και με ολόκληρο το ελληνικό συνεργείο. Φεύγοντας εξέφρασε την άριστη εμπειρία που αποκόμισε. Το ίδιο βιώσαμε και εμείς -μία απόλυτα θετική εμπειρία. Κάθε μέρα γυρίσματος ήταν ιδιαίτερα δημιουργική, ευχάριστη και χωρίς καμία δυσκολία. Χαρακτηριστική ήταν η συγκίνηση τόσο των Ελλήνων όσο και των Καναδών συνεργατών μας στο wrap της ταινίας, που εκφράστηκε με ένα ατελείωτο χειροκρότημα για περισσότερο από 10 λεπτά!».

Ο κορυφαίος σκηνοθέτης ξαναγυρίζει στο είδος για το οποίο πάνω από όλα τον αγαπήσαμε, την επιστημονική φαντασία, καταγράφοντας ένα όχι τόσο μακρινό μέλλον, όπου ο άνθρωπος ζει σε ένα συνθετικό περιβάλλον που του παρέχει άπειρες δυνατότητες εξέλιξης, αλλά παράλληλα επηρεάζει άμεσα τη βιολογική του σύνθεση και σιγά σιγά τον μεταμορφώνει. Το “Σύνδρομο Επιταχυμένης Εξέλιξης” (Accelerated Evolution Syndrome), σαν άλλος “ιός”, εξαπλώνεται γρήγορα. Κάτι που δεν το δέχονται όλοι και η περιπέτεια αρχίζει… Δίπλα στον David Cronenberg, μόνιμοι συνεργάτες του όπως o υπέροχος Viggo Mortensen, η εξαιρετική production designer Carol Spier και ο διάσημος συνθέτης Howard Shore τον βοηθούν να φτιάξει έναν κόσμο που, για ακόμη μία φορά, πολλοί θα αγαπήσουμε. Η φωνή του από το μακρινό Τορόντο, ακούγεται τόσο νεανική -πέρα από έναν ξαφνικό βήχα που προκαλεί η συνεχής ροή του λόγου του- και ο ίδιος έχει τόσο καλή διάθεση και όρεξη για συζήτηση που πραγματικά είναι αδύνατον να συνειδητοποιήσεις τις δεκαετίες που καταθέτει, καθώς μιλάει…

Το Crimes Of The Future είναι η νέα σας ταινία, αλλά παράλληλα και ο τίτλος της μιας ταινίας διάρκειας 63’ που κάνατε το 1970, η οποία είχε και πάλι να κάνει με έναν «ιό» –μόνο που τότε σκότωνε γυναίκες. Είναι το σημερινό φιλμ κάποια συνέχεια εκείνου, για αυτό και επιλέξατε να δώσετε ακριβώς τον ίδιο τίτλο;

Η παρούσα ταινία δεν είναι συνέχεια εκείνης. Αν όμως αρχίσουν να κάνουν ανάλυση των δύο φιλμ, τότε θα βρεθεί κάποια σύνδεση. Η παλιά ταινία είναι κατ’ εξοχήν ένα underground φιλμ, μία ταινία Τέχνης με Τ κεφαλαίο, δεν είναι μια εμπορική ταινία. Αλλά έχει όντως σχέση με Εγκλήματα του Μέλλοντος και είναι ενδιαφέρον αυτό. Βλέπουμε σήμερα για παράδειγμα, ότι  υπάρχουν εγκλήματα που έχουν σχέση με το internet. Βλέπουμε κόσμο να ταλαιπωρείται και να ενοχλείται μέσα από το διαδίκτυο ή βλέπουμε ανθρώπους να καταλαμβάνουν χώρο άλλων ανθρώπων χρησιμοποιώντας το. Αυτά είναι εγκλήματα τα οποία δεν υπήρχαν πριν ανακαλυφθεί το internet, οπότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι τότε, το 1970, θα μπορούσαν να θεωρηθούν εγκλήματα του μέλλοντος. Όσο το διαδίκτυο και η τεχνολογία αναπτύσσονται, γεννιούνται νέοι νόμοι για νέα εγκλήματα. Αν το δούμε έτσι, τότε ναι, κατά κάποιο τρόπο υπάρχει σύνδεση μεταξύ των δύο ταινιών. Όμως δεν είναι με τίποτα remake της παλιάς ταινίας, είναι τελείως διαφορετική.

Πόσο σας επηρέασε η πανδημία στο να γράψετε την συγκεκριμένη ιστορία της νέας ταινίας σας;

Καθόλου. Καθόλου. Μάλιστα, το σενάριο το είχα γράψει το 2000! Είναι πάνω από 20 χρόνια παλιό (γελάει). Άλλωστε, η πανδημία που βιώνουμε, δεν είναι η πρώτη που έχουμε ζήσει. Εννοώ, όταν ήμουν μικρός, όλος ο κόσμος ήταν τρομοκρατημένος με την πολιομυελίτιδα. Μια αρρώστια που πρωτίστως  προσέβαλε τα παιδιά. Θυμάμαι όλα τα παιδιά τρέμαμε μην κολλήσουμε. Οπότε αυτή η πανδημία δεν είναι στην πραγματικότητα κάτι καινούργιο. Είναι βέβαια για τις νεότερες γενιές,  όμως έχει ξανασυμβεί.

Θεωρείτε ότι το φιλμ έρχεται στη μεγάλη οθόνη την κατάλληλη στιγμή; Σε καιρούς δηλαδή που ο κόσμος κλονίζεται εξαιτίας ενός ολέθριου ιού κι ενός περιβάλλοντος που καταστρέφεται με ταχύτητα; Ότι ίσως μας κάνει να σκεφθούμε λίγο πιο ουσιαστικά και σοβαρά για το μέλλον μας;

Δεν είμαι, θα έλεγα, ένας δημιουργός που ασχολείται με κοινωνικά θέματα, υπό την έννοια ότι δεν έχω την αίσθηση πώς οι ταινίες μου καθοδηγούν τον κόσμο ή παρέχουν οδηγίες για το πώς θα οικοδομήσουμε μια καλύτερη κοινωνία. Είμαι ένας αφηγητής ιστοριών. Αλλά φυσικά την ίδια στιγμή έχω επίγνωση προς τα πού οδεύει ο κόσμος και θεωρώ ότι, κατά πάσα πιθανότητα, οδεύει στην καταστροφή.

Εννοείται πως πιστεύω ότι καταστρέφουμε την Γη. Εάν μπορούμε να το αποτρέψουμε πια αυτό ή όχι, δεν το γνωρίζω. Όμως οι ταινίες μου δεν κάνουν δημοσκόπηση ούτε είναι προφητικές. Είναι ψυχαγωγικές μαζί με κάποια “tips”, κάποιες “προτροπές”. Ως καλλιτέχνης έχεις μια πολύ ευαίσθητη κεραία που πιάνει πράγματα που συμβαίνουν και αναπόφευκτα τα ενσωματώνεις στη δουλειά σου. Και μερικές φορές όντως τα προβλέπεις, παρά το γεγονός ότι, όπως είπα, δεν προσπαθείς να είσαι ούτε προφήτης ούτε μάντης ούτε οραματιστής υπό αυτή την έννοια.

Ο David Cronenberg στα γυρίσματα της ταινίας Crimes Of Τhe Future, κάπου κοντά στην Πάχη, έξω από τα Μέγαρα. Στο βάθος φαίνεται η Σαλαμίνα.

Με αυτή την ταινία φαίνεται σαν να πηγαίνετε λίγο πίσω, στις ιστορίες επιστημονικής φαντασίας που λατρεύατε να αφηγείστε στο παρελθόν. Ισχύει αυτό;

Νομίζω ότι είναι θεμιτό να το πούμε. Είναι μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Λαμβάνει χώρα σε ένα είδος παράλληλου κόσμου, πράγμα που συνέβαινε και στο παρελθόν – όχι στις τελευταίες μου ταινίες, αν και υποθέτω ότι θα μπορούσατε να πείτε πως στην ταινία Cosmopolis ίσχυε κάπως αυτό. Θα έλεγα ότι κάποιοι θαυμαστές των πρώτων ταινιών μου (σ.σ. όπως οι ταινίες Videodrome 1983, The Fly 1986, Naked Lunch 1991 κ.ά.) πιθανώς θα ένιωθαν αρκετά “σαν στο σπίτι τους” βλέποντας την συγκεκριμένη ταινία, παρόλο που φυσικά υπάρχουν καινούργια πράγματα σε αυτήν.

Σύμφωνα με τον πρωταγωνιστή σας Viggo Mortensen στη διάρκεια των γυρισμάτων «αισθανόμασταν σαν να συμμετέχουμε σε μια ιστορία, στην οποία ο David Cronenberg συνεργάστηκε με τον Samuel Beckett και τον William Burroughs -αν αυτό θα ήταν δυνατό. Παρασυρόμαστε σε έναν κόσμο που δεν μοιάζει με αυτόν ή οποιονδήποτε άλλο, και όμως είναι ένας κόσμος που τον αισθάνεσαι περίεργα οικείο, άμεσο και αρκετά πειστικό». Τι απαντάτε στα λόγια του;

Είναι πολύ γλυκό εκ μέρους του να με συνδέει με δύο σπουδαίους καλλιτέχνες, δύο μεγάλους συγγραφείς -αλλά δεν έχει κι άδικο θα έλεγα. Όσοι είναι εξοικειωμένοι με τον Burroughs και τον Beckett επίσης, όταν δουν την ταινία, θα το αντιληφθούν αυτό. Νομίζω ότι τελικά είναι πολύ λογικό και ακριβές αυτό που λέει.

Ο Viggo Mortensen φαίνεται ότι είναι ιδιαίτερα αγαπημένος σας ηθοποιός. Πέρα από το ταλέντο του, ποιο είναι το μοναδικό εκείνο χάρισμα που πιστεύετε ότι έχει και σας προτρέπει ως σκηνοθέτη, να επιστρέφετε σε εκείνον μέσα στα χρόνια;

Είμαστε πολύ φίλοι εδώ και χρόνια. Ο Viggo δεν είναι μόνο ηθοποιός αλλά και σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Μάλιστα με σκηνοθέτησε σε μια ταινία του, έγινα ηθοποιός για χάρη του! Είναι επίσης ποιητής και μουσικός. Η παρουσία του στην οθόνη είναι χαρισματική. Ναι, φυσικά είναι ένας γοητευτικός άνδρας αλλά είναι παράλληλα και ένας ηθοποιός “χαρακτήρων”. Δεν φοβάται να υποδυθεί τον άσχημο ή τον αντιπαθητικό. Είναι πραγματικά ένας υπέροχος άνθρωπος. Έχουμε γίνει πολύ στενοί φίλοι. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα τον χρησιμοποιούσα στο cast οποιασδήποτε ταινίας μου, διότι δεν τιμάς ένα φίλο δίνοντάς του έναν λάθος ρόλο, ωστόσο ξέρω ότι όποτε δουλέψω μαζί του, θα αποκομίσω μια θαυμάσια εμπειρία. Θα είναι ένας τέλειος συνεργάτης σε όλα τα επίπεδα, ολοκληρωτικά, κι όχι απλώς ένας ηθοποιός που εκφέρει τις ατάκες των διαλόγων του. Μου αρέσει αυτού του είδους η σχέση, είναι πραγματικά μοναδική.

H ταινία συνεχίζει το “body horror” είδος που αποκαλύψατε, ειδικά στην πρώτη περίοδο της καριέρας σας. Σας αρέσει που σας χαρακτηρίζουν εμπνευστή, δημιουργό αυτού του είδους ταινιών;

Ξέρετε ο όρος “body horror” δεν είναι δικός μου, δεν ξέρω ποιος τον “εφηύρε”, γιατί προσωπικά δεν το θεωρώ ακριβώς “τρόμο” αυτό. Σίγουρα οι ταινίες μου είναι προσανατολισμένες στο σώμα. Όταν είσαι κινηματογραφιστής, αυτό με το οποίο ασχολείσαι και το οποίο τραβάς περισσότερο, είναι το ανθρώπινο σώμα. Το ανθρώπινο πρόσωπο, η φωνή, το σώμα. Είναι το αντικείμενο του θέματός σου, καθώς έχεις να κάνεις με την ανθρώπινη κατάσταση. Πιστεύω ότι κάθε κινηματογραφιστής έχει φοβερή εμμονή με το σώμα επειδή ακριβώς αυτό είναι το υλικό με το οποίο δουλεύει. Από την άλλη, ναι, είναι cool, είναι ωραίο το γεγονός ότι με συνέδεσαν με την επινόηση ενός καινούργιου, συγκεκριμένου είδους κινηματογραφικής γραφής. Αυτός είναι ο χώρος μας και είμαι χαρούμενος που είμαι κατά κάποιο τρόπο το avatar, η ενσάρκωση του συγκεκριμένου είδους κινηματογραφικής δημιουργίας, αν και είναι κάτι πολύ φυσιολογικό για μένα. Αυτό το είδος ταινιών κάνω, δεν το προσπάθησα, δεν είπα ποτέ στον εαυτό μου «πρέπει να εφεύρω ένα νέο είδος κινηματογραφικής γραφής».

Στην πραγματικότητα τον όρο τον επινόησε δημοσιογράφος, όπως πάντα…

Ναι, φυσικά, φυσικά! (γελάει)

Γιατί επιλέξατε την Αθήνα για τα γυρίσματα μιας ταινίας επιστημονικής φαντασίας;

Οφείλω να το πω, ο πρώτος λόγος ήταν τα χρήματα. Πρέπει να είμαι ειλικρινής. Η ελληνική κυβέρνηση προσφέρει ιδιαίτερα σημαντική υποστήριξη σε κάθε κινηματογραφική παραγωγή που έρχεται στην Ελλάδα. Πράγμα πολύτιμο για έναν παραγωγό που ψάχνει πώς να χρηματοδοτήσει μια ταινία. Στις μέρες μας είναι πολύ δύσκολο να χρηματοδοτήσεις ταινίες. Αυτός είναι λοιπόν ο μη καλλιτεχνικός λόγος. Υπάρχουν πολλά μέρη που κάνουν το ίδιο πράγμα βέβαια. Η Βουδαπέστη και η Ουγγαρία, η Τσεχία…

Όμως μετά υπάρχουν οι καλλιτεχνικοί λόγοι. Αν ήταν μόνο τα χρήματα, τότε δεν θα λειτουργούσε όλο αυτό. Υπήρξαν σίγουρα μέρη που πρόσφεραν ουσιαστική οικονομική στήριξη στην ταινία, αλλά δεν με ενδιέφεραν από άποψη καλλιτεχνικής οπτικής -πώς μοιάζει η πόλη, τι παρουσιάζει…

Η Αθήνα είναι μια πόλη παλιά, με τέτοια τεράστια ιστορία, τέτοιο παρελθόν και τέτοια υφή που κατενθουσιάστηκα. Όταν έγραφα το σενάριο πριν από 20 χρόνια, φυσικά το έγραφα για το Τορόντο, την πόλη μου, αλλά η ιδέα να το γυρίσω στην Αθήνα ήταν φανταστική. Πραγματικά άνοιξε μια εντελώς νέα παλέτα, ένα εντελώς νέο μοτίβο χρωμάτων και πλοκής. Κάτι που με συνεπήρε. Με μεγάλη χαρά επανεξέτασα και προσάρμοσα το σενάριό μου για τα γυρίσματα στην Αθήνα.

Είχα έρθει στην Αθήνα το 1965. Πολύ καιρό πριν δηλαδή (γελάει). Φυσικά, για μια πόλη όπως η Αθήνα δεν είναι και τόσο παλιά. Είχα λοιπόν κάποια εμπειρία και ήξερα ότι θα ήταν φανταστικό μέρος για γύρισμα… Και μόνο οι τοποθεσίες αρκούν… Βεβαίως, όπως αποδείχτηκε, φαντάζομαι το γνωρίζετε άλλωστε, οι Έλληνες τεχνικοί και τα συνεργεία είναι πολύ υψηλού επιπέδου. Είχαμε ένα υπέροχο μείγμα Καναδών και Ελλήνων τεχνικών κινηματογράφου! Μείγμα που δημιούργησε ένα εντελώς νέο είδος χημείας, το οποίο δεν θα έβρισκα αν γύριζα την ταινία μόνο στο Τορόντο με Καναδούς.

Οπότε ήταν γενικά μια υπέροχη εμπειρία για όλους στο συνεργείο μας και πιστεύω ότι και το ελληνικό συνεργείο επίσης πέρασε πολύ καλά, πολύ δημιουργικά και χαρούμενα. Αισθανθήκαμε ιδιαίτερα  ευπρόσδεκτοι και πολύ όμορφα υποστηριζόμενοι, τόσο στο δημιουργικό σκέλος όσο και απλώς στο συναισθηματικό. Ήταν μια καταπληκτική εμπειρία για όλους!

Όντως, έχουμε μερικούς από τους καλύτερους τεχνικούς στον κόσμο -και ήταν κατενθουσιασμένοι που δούλευαν μαζί σας! Ποια ήταν η καλύτερη στιγμή για εσάς στα γυρίσματα –και ποια η… χειρότερη αν μπορείτε να μου πείτε;

Λοιπόν… (γέλια), ειλικρινά δεν έχω τι να σας πω. Κάθε μέρα ήταν γεμάτη φανταστικές επινοήσεις και ανακαλύψεις και ούτω καθεξής. Εννοώ δεν είχα καμιά “χειρότερη” μέρα! Υπάρχουν μικρές δημιουργικές στιγμές για έναν σκηνοθέτη. Όταν κάτι δεν “λειτουργεί” αρκετά καλά, εργάζεσαι πολύ σκληρά για να το κάνεις να δουλέψει. Είτε έχει να κάνει με την υποκριτική είτε με το σενάριο μου είτε με οτιδήποτε άλλο. Συνέβησαν πολύ μικρά πράγματα – δεν υπήρξαν “καταστροφές”. Αυτό είναι το υπέροχο. Δεν υπήρξε καμία στιγμή δηλαδή που όλα να καταρρεύσουν και να πρέπει να σταματήσουμε το γύρισμα. Δεν έγινε ποτέ κάτι τέτοιο. Και μιλώντας για υπέροχες μέρες, κάθε μία ξεχωριστά είχε όμορφες, συναρπαστικές στιγμές… Για μένα, κατά κάποιο τρόπο, μία ταινία είναι “found art” (σ.σ. όρος που χρησιμοποιείται κυρίως στον εικαστικό χώρο -σε ελεύθερη μετάφραση, η τέχνη που δημιουργείται από αντικείμενα ή προϊόντα που κανονικά δεν θεωρούνται υλικά δημιουργίας τέχνης). Είναι ένα αντικείμενο, ένα στοιχείο της found art  -το οποίο σημαίνει ότι ανακαλύπτεις πράγματα ακριβώς τη στιγμή που τραβάς μια σκηνή. Πράγματα που ποτέ δεν περίμενες ή είχες προβλέψει, που δεν υπάρχουν στο σενάριο και που κανείς δεν πίστευε ότι θα συνέβαιναν. Κάθε μέρα είχαμε κάποια τέτοια “περιστατικά”. Οπότε ήταν πραγματικά μια πολύ όμορφη εμπειρία.

Ο David Cronenberg στα γυρίσματα της ταινίας Crimes Of Τhe Future, κάπου κοντά στην Πάχη, έξω από τα Μέγαρα. Στο βάθος φαίνεται η Σαλαμίνα.

Πιστεύετε ότι εμείς που μένουμε στην Αθήνα θα καταλάβουμε ότι την βλέπουμε στην ταινία;

Δεν είμαι σίγουρος για το τι θα σκεφτεί κάποιος κάτοικος της πόλης. Ακόμη κι όταν γυρίζω ταινίες στο Τορόντο, το κάνω σε τοποθεσίες που οι περισσότεροι κάτοικοί του αγνοούν. Ο οδηγός μου στην Αθήνα μου είπε ότι αν και ζει εκεί όλη του τη ζωή, μαζί μου πήγε σε μέρη που δεν είχε ξαναδεί ποτέ! Οπότε είναι πιθανό οι Αθηναίοι να μην γνωρίσουν την πόλη, είναι πιθανό (γέλια).

Έχετε κάποια αγαπημένα μέρη στην Αθήνα ή γενικώς στην Ελλάδα; Από τότε ίσως που είχατε βρεθεί εδώ για διακοπές…

Δεν είχα έρθει ακριβώς για διακοπές. Ήμουν φοιτητής και ταξίδευα αλλά όχι ως κανονικός τουρίστας, καθώς δεν είχα αρκετά χρήματα ώστε να είμαι πραγματικός τουρίστας (γέλια). Εκείνη την εποχή, εμείς οι Καναδοί, ενδιαφερόμασταν πολύ για τον Leonard Cohen, τον ποιητή και τραγουδοποιό, ο οποίος τότε ζούσε στην Ύδρα –είχε σπίτι εκεί. Οπότε πήγα σε αυτό το νησί για να προσπαθήσω να τον βρω. Δεν ήταν εκεί, αλλά βρήκα ένα σωρό άλλους συγγραφείς από κάθε γωνιά του κόσμου που είχαν πάει στο νησί. Οπότε πρέπει να πω ότι αυτό ήταν ένα ξεχωριστό μέρος για μένα. Φυσικά δεν ήταν η Αθήνα, αλλά ήταν μέρος της “περιπέτειάς” μου το 1965, όταν ήμουν πολύ νέος.

Έχετε δει ποτέ ελληνικές ταινίες, έχετε ακούσει ελληνική μουσική και ψάξει γενικώς την ελληνική τέχνη και ιστορία;

Ναι. Σε γενικές γραμμές ναι. Ασφαλώς και γνωρίζω τον Κακογιάννη. Τον Κώστα Γαβρά τον ξέρω προσωπικά. Έχω διαβάσει τον Καβάφη. Έχω δει φυσικά ταινίες, πολύ παλιά βέβαια, όπως το Ζ ή το Ποτέ την Κυριακή – εννοώ, στο τελευταίο, ότι η ιστορία διαδραματίζεται στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι ήταν Γάλλου σκηνοθέτη (σ.σ. του Jules Dassin). Οπότε η ελληνική παρουσία στον κινηματογράφο και την λογοτεχνία αποτελούν σίγουρα μέρος του δημιουργικού μου παρελθόντος και φυσικά δεν χρειάζεται να αναφερθώ στους κλασικούς Έλληνες, τους φιλόσοφους και την αρχιτεκτονική και τα γλυπτά –καθώς είναι μέρος της κουλτούρας κάθε δυτικού διανοούμενου.

Πριν από λίγες εβδομάδες δημοσιοποιήσατε το σοκαριστικό και ταυτόχρονα σαρκαστικό project «The Death Of David Cronenberg» με τη σφραγίδα του NFT (σ.σ. τα Μη Ανταλλάξιμα Νομίσματα του διαδικτύου). Καθώς φαίνεται, ο θάνατος δεν σας φοβίζει ούτε σας κάνει να αισθάνεστε άβολα…

Δεν θα το έλεγα έτσι. Θεωρώ τον εαυτό μου υπαρξιστή. Δεν είμαι καθόλου θρησκευόμενος. Δεν πιστεύω στη μετά θάνατον ζωή ούτε σε κάποιον Θεό. Ασφαλώς όμως ακόμη πιστεύω στο θάνατο (γέλια). Ο θάνατος είναι ένα φυσικό, σωματικό και συναισθηματικό γεγονός για όλους. Νομίζω ότι το να τον αποδεχθούμε, να συμβιβαστούμε με την ιδέα του, αποτελεί μέρος της ζωής. Μαθαίνεις για το θάνατο όταν είσαι παιδί και σοκάρεσαι όταν συνειδητοποιείς ότι οι γονείς σου δεν θα ζουν για πάντα, αργότερα κατανοείς την παροδικότητά μας και όλα αυτά… Οπότε είναι μία “δια βίου” συζήτηση με τον εαυτό σου: τι είναι ο θάνατος, πώς τον αντιμετωπίζεις… Φυσικά όσο γερνάς, τόσο συχνότερα το αντιμετωπίζεις αυτό, καθώς πεθαίνουν δικοί σου άνθρωποι. Γίνεται μέρος της ζωής σου και, ως αποτέλεσμα, της τέχνης σου εφόσον είσαι καλλιτέχνης -της κινηματογραφικής σου δημιουργίας εφόσον είσαι σκηνοθέτης. Επειδή, τελικά, όλες οι τέχνες συνδέονται με την ανθρώπινη κατάσταση και φύση. Κι ένα μέρος της ανθρώπινης κατάστασης είναι πως είναι οριστικό και αμετάκλητο  το γεγονός ότι δεν ζεις για πάντα. Έχω λοιπόν στιγμές που δεν φοβάμαι το θάνατο και στιγμές που τον φοβάμαι πολύ (γέλια).

Αν δεν κάνω λάθος, το φιλμάκι το σκηνοθέτησε βασικά η κόρη σας Caitlin. Πώς ήταν να δουλεύετε μαζί;

Δεν το σκηνοθέτησε ακριβώς εκείνη, κατά κάποιο τρόπο το δημιουργήσαμε μαζί. Γύρισε εκείνη ένα μέρος του, γύρισα εγώ ένα άλλο, κατόπιν το συζητήσαμε. Έχει ήδη κάποια videos στο ενεργητικό της και φιλοδοξεί να σκηνοθετήσει μια ταινία. Είμαι σίγουρος ότι θα είναι εξαιρετική, έχει θαυμάσιο οπτικό και αφηγηματικό κριτήριο.

Η πανδημία σας έκανε πιο ανήσυχο απέναντι στην ιδέα της δικής σας θνητότητας ή δεν σας απασχόλησε;

Όχι, δεν υπήρξε ποτέ τέτοιο θέμα. Ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία, πραγματικά σουρεαλιστική να αισθάνεσαι ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι σε όλο τον κόσμο συνδέονταν μέσα από τον φόβο αυτού του ιού και την αντιμετώπισή του. Ακόμα και η πολιομυελίτιδα δεν είχε λάβει τέτοιες παγκόσμιες διαστάσεις γιατί πρόσβαλε κυρίως τους νέους. Τώρα έχουμε έναν ιό που μπορεί να χτυπήσει οποιονδήποτε, οπουδήποτε και οποιαδήποτε στιγμή. Σε αντίθεση με την εποχή που ήμουν παιδί, σήμερα υπάρχει το διαδίκτυο, οπότε οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους πολύ περισσότερο από ότι στο παρελθόν. Πράγμα που σημαίνει ότι υπήρξε μια παγκόσμια αντίδραση, η οποία κατά παράξενο τρόπο ήταν συναρπαστική και υπέροχη, επειδή ακριβώς ο κόσμος είναι τόσο διχασμένος στις μέρες μας που είναι δύσκολο να βρεις αντίδραση, από κοινού, σε ένα θέμα. Εδώ λοιπόν προέκυψε αυτό το παγκόσμιο ζήτημα. Στην αρχή, όταν οι ειδικοί έψαχναν λύση στο πρόβλημα, περπατούσες κι έβλεπες έρημους δρόμους, οι άνθρωποι δεν οδηγούσαν, δεν υπήρχε κυκλοφοριακή συμφόρηση. Ήταν μια δυνατή, μοναδική εμπειρία. Είμαι 78 χρονών και δεν έχω βιώσει ποτέ την πόλη του Τορόντο κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ήταν σουρεαλιστικό και μοναδικό.

Πριν χρόνια δηλώσατε: «Δεν θα με πείραζε να σκέφτομαι ότι η δουλειά μου θα εξαφανιστεί χωρίς ίχνος για πάντα. Και τι με αυτό; Δεν με απασχολεί». Είναι μια πολύ γενναία, εξαιρετική δήλωση στον ματαιόδοξο κόσμο μας. Το πιστεύετε ακόμα;

Ναι, το πιστεύω. Από τη μία, γιατί αντιλαμβάνομαι ότι ο θάνατος είναι, στην πραγματικότητα, το τέλος. Θα σταματήσω να υπάρχω. Οπότε, δεν με νοιάζει καθόλου, πραγματικά, τι θα συμβεί στο έργο μου όταν πεθάνω.

Μετά από τόσες πολλές ταινίες, βραβεία και μια σπουδαία καριέρα, υπάρχει κάτι ακόμα που επιθυμείτε να κάνετε ή αισθάνεστε πλήρης;

Έχω κάποια projects που θα με ενδιέφερε να υλοποιηθούν. Ένα από αυτά είναι να κάνω κάτι βασισμένο στη νουβέλα μου Consumed, τη μόνη που έχω γράψει. Θα μπορούσε να γίνει μια ενδιαφέρουσα τηλεοπτική σειρά ή μια ταινία. Αλλά δεν διακατέχομαι από καμία εμμονή, δεν νιώθω ότι «πρέπει να το κάνω» προκειμένου να επιβεβαιωθώ ή να ανακινήσω την καριέρα μου. Δεν με απασχολούν τέτοια θέματα. Δεν αισθάνομαι ότι “πρέπει” να κάνω αυτό ή εκείνο. Είναι κάτι που απλώς θα με ενδιέφερε, θα με ψυχαγωγούσε, θα με αφορούσε -αλλά αν δεν γίνει, δεν πειράζει.

Πολλοί αναρωτιούνται αν θα υπάρξει ποτέ συνέχεια, ένα sequel της «Μύγας», από εσάς;

Αλήθεια; Με εκπλήσσει. Η απάντηση είναι όχι. Όχι. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου κάτι τέτοιο. Έγινε ένα sequel, όχι από μένα. Συνέβη ήδη λοιπόν.

Θα έρθετε στην Ελλάδα για την πρεμιέρα της ταινίας;

Είναι δύσκολο να πει κανείς αυτή την περίοδο πώς θα βγει στις αίθουσες μια ταινία, εν μέρει λόγω του covid. Ωστόσο, αν γίνει μια μεγάλη πρεμιέρα στην Ελλάδα, θα είμαι ο πρώτος που θα έρθει στην Αθήνα.


Crimes of the Future

Σενάριο-σκηνοθεσία: David Cronenberg 

Διευθυντής Φωτογραφίας: Douglas Koch // Production designer: Carol Spier // Μουσική: Howard Shore  // Art Director: Δημήτρης Κατσίκης // Costume Designer: Μαγιού Τρικεριώτη // Ήχος: Στέφανος Ευθυμίου // Οργάνωση Παραγωγής: Γιάννης Καραντάνης.

Παίζουν: Viggo Mortensen, Léa Seydoux, Kristen Stewart, Scott Speedman, Welket Bungué, Don McKellar, Lihi Kornowski, Tanaya Beatty, Nadia Litz. Από την Ελλάδα συμμετέχουν ο Γιώργος Καραμίχος και ο Γιώργος Πυρπασόπουλος καθώς και πολλοί άλλοι Έλληνες ηθοποιοί.

Η ταινία είναι μία συμπαραγωγή της Serendipity Point films (CA) και της Αργοναύτες ΑΕ (GR) με την υποστήριξη του ΕΚΟΜΕ και του ΕΚΚ. Την διανομή στην Ελλάδα και την Κύπρο έχει η Αργοναύτες ΑΕ.