ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ

Αλήθεια, «ο πολύς Μικρούτσικος μας χρεοκόπησε»;

ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ: Ο Old Boy, μια φορά την εβδομάδα, σας επιστρέφει εκεί που ανήκετε. Σήμερα, ασχολείται με «αυτά που μας 'φέραν ως εδώ», ψάχνοντας την άκρη μεταξύ Τσερόκι-μουσικών σκηνών και σκυλάδικων, ενώ παίζει στο βάθος η ιδιωτική τηλεόραση.
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή
ΣΤΗΛΗ
ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ
Ο Old Boy, μια φορά την εβδομάδα, σας επιστρέφει εκεί που ανήκετε.

«Το πιο όμορφο απ’ όλα δεν στο ‘χω πει ακόμα»: συναυλία  αφιερωμένη στη μνήμη του Θάνου Μικρούτσικου. Δεν είχα πάρει χαμπάρι ότι θα γινόταν, την πετυχαίνω στην τηλεόραση που την μεταδίδει ζωντανά. Ποιο κανάλι; Αυταπόδεικτα κάποιο κρατικό. Ανεβάζω στο Facebook την εξής ανάρτηση: «Ιδιωτική ελληνική τηλεόραση είναι αυτή που δεν θα έδειχνε ποτέ τη συναυλία προς τιμήν του Μικρούτσικου σε πράιμ τάιμ ή ίσως και σε ένι φάκιν τάιμ, τριάντα ένα χρόνια τώρα δεν βρήκε ακόμα την κατάλληλη τάιμ».

Θα προσπαθήσω να συνδέσω αυτήν την σκέψη με την επιχειρηματολογία του Χρήστου Χωμενίδη στο πρόσφατο, πολυσυζητημένο άρθρο του στα «Νέα», αμέσως μετά τον θάνατο του Μικρούτσικου. Εκεί, μεταξύ άλλων, ο Χωμενίδης χρησιμοποιεί την απήχηση των τραγουδιών του Μικρούτσικου ως ένα ακόμη παράδειγμα και μια ακόμη αποτύπωση των κακοδαιμονιών μας. 

Πρώτα κατασκευάζεται ένα σχήμα, βάσει του οποίου αν τραγουδάς Καββαδία και δεν έχεις φάει τουλάχιστον μια δεκαετία στα μπάρκα είσαι δήθεν («Οι σχολές του εμπορικού ναυτικού άδειαζαν από σπουδαστές – «πού να θαλασσοπνίγεται το παιδί; ο βουλευτής μας θα τον βολέψει σε γραφείο με σφραγίδες!». Στις μουσικές όμως σκηνές οι θαμώνες τρέκλιζαν (βοηθούσε και το αλκοόλ) λες κι είχαν μόλις δέσει το καράβι τους. Ο Θάνος Μικρούτσικος βροντούσε το πιάνο φορώντας κασκέτο καπετάνιου και το κοινό μύριζε στα σινιέ του ρούχα το ψαρόλαδο»). Βέβαια ο μελοποιημένος Καββαδίας αγαπήθηκε ακριβώς γιατί μέσα από τη ναυτική θεματολογία κατορθώνει και μιλά για πράγματα που αφορούν άμεσα και καίρια τον καθένα.

Αυτή είναι και μια γενικότερη λειτουργία της τέχνης άλλωστε (της άξιας λόγου τέχνης, τουλάχιστον): το να σε κάνει να βρίσκεις μέσα της κάτι που σε εμπλέκει και σε συγκινεί προσωπικά· εν προκειμένω όχι επειδή καλείσαι να φανείς στην κυριολεκτική ανεμόσκαλα, όχι επειδή γύρισαν και σου ‘παν πως τον Μάρτη θα μπουν σε κυριολεκτικούς άλλους παραλλήλους, όχι επειδή θέλησες να σβήσεις κάποιο κυριολεκτικό στίγμα απ’ το στήθος σου, όχι επειδή δική σου παρηγοριά είναι ο κυριολεκτικός σάκος σου σ΄Αμερική κι Ασία, δεν χρειάζεται να έχεις ταξιδέψει σ’ Αμερική κι Ασία, δεν χρειάζεται να έχεις ταξιδέψει με πλοίο, με αεροπλάνο, με οτιδήποτε, ο Καββαδίας μπορεί να είναι ολόδικός σου όχι γιατί ταξίδεψες μαζί του στα μέρη που περιγράφει και στη ναυτική ζωή που εξιστορεί, όχι γιατί φαντασιώθηκες τη ζωή του ναυτικού που δεν έζησες, αλλά γιατί μέσα από αυτή είπε κάτι για τη ζωή τη δική σου, σε ένα μικρό δωμάτιο ενός μεσαίου διαμερίσματος μιας μεγάλης πόλης. 

Ωστόσο, πιο επίμαχο πολιτικά είναι το δεύτερο σχήμα του άρθρου, βάσει του οποίου: «Όταν πάλι άλλαζε σκοπό και τραγουδούσε «έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη!», οι αποκάτω αφηνίαζαν, έτοιμοι έμοιαζαν να ξεπαρκάρουν τα τσερόκι τους και να πάνε να ανατρέψουν τον καπιταλισμό. Μιλάμε για μαζική παραίσθηση, η οποία οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στη χρεοκοπία όχι μόνο του κράτους αλλά και της κοινωνίας».

Δεν ήταν οι δεκαετίες του 1990 και του 2000 η εποχή του περιβόητου «μεσαίου χώρου»; Δεν είχαμε γίνει όλοι ένα; Όλοι μαζί δεν μπήκαμε στο Ευρώ; Όλοι μαζί δεν μπήκαμε στο χρηματιστήριο; Που ήταν σε αυτά η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς;

Το «Αυτά μας έφεραν ως εδώ» φορέθηκε πάρα πολύ στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, όταν ψάχναμε να βρούμε πώς οδηγηθήκαμε συλλογικά στην χρεοκοπία και στην κρίση, στην κρίση που όπως όλοι έλεγαν δεν ήταν μόνο οικονομική. Ποια εικόνα άραγε των ετών και των δεκαετιών που προηγήθηκαν της κρίσης είναι πιο αντιπροσωπευτική; Αυτή των Τσερόκι έξω από τις μουσικές σκηνές και τις συναυλίες του Μικρούτσικου; Ή αυτή των Τσερόκι έξω απ’ τα σκυλάδικα; Το «Έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη;» ήταν κάτι που όντως χαρακτήριζε την εποχή ως κρυφός καημός; Η όποια επαναστατικότητα και η όποια αμφισβήτηση του καπιταλισμού -αληθινή ή όντως πιθανότατα ντεμέκ- δεν τελείωσε μαζί με τη δεκαετία του 80;

Μπορεί κανείς να ισχυριστεί με σοβαρότητα ότι οι δυο δεκαετίες πριν την κρίση ήταν δεκαετίες που δεν ήταν οριστικά παραδομένες στο καπιταλιστικό όνειρο, ήταν δεκαετίες που όντως έκλειναν το μάτι στο κοκκίνισμα της γης; Δεν ήταν οι δεκαετίες του 1990 και του 2000 η εποχή του περιβόητου «μεσαίου χώρου»; Δεν είχαμε γίνει όλοι ένα; Όλοι μαζί δεν μπήκαμε στο Ευρώ; Όλοι μαζί δεν μπήκαμε στο χρηματιστήριο; Που ήταν σε αυτά η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς; Τι ιδεολογική ηγεμονία είχε στα αλήθεια η Αριστερά τις δυο τελευταίες δεκαετίες πριν την κρίση; Η Αριστερά ηγεμόνευε στα ήθη, τα έθιμα, τις νοοτροπίες; Ποια θέση είχε στην μεγαλύτερη εικόνα της εποχής η ιδιωτική τηλεόραση που μπήκε στη ζωή μας το 1989; Δεν δημιούργησε ανθρωπότυπους; Δεν ηγεμόνευσε;  Δεν έθεσε κυρίαρχα πρότυπα; Δεν έθεσε έναν πολιτικό και πολιτιστικό ορίζοντα;

Δεν ζήσαμε σε ένα ιδεολογικό και οικονομικό σύστημα που πρώτον κατέστησε τα Τσερόκι αντικείμενο πόθου και καταξίωσης και δεύτερον υποσχέθηκε ότι μπορούν να τα έχουν πάρα πολλοί περισσότεροι από ό,τι άντεχαν οικονομικά; Γιατί η στόχευση δεν είναι σε όσους κατέστησαν τα Τσερόκι αντικείμενο του πόθου και της καταξίωσης; Συγκαταλέγονται ανάμεσά τους τα τραγούδια του Μικρούτσικου; Ή τα Τσερόκι είναι μεν από μόνα τους καλά, αλλά όχι με ταυτόχρονη κατανάλωση Μικρούτσικου (και αλκοόλ); Μας χρεοκόπησε ως κράτος και ως κοινωνία -με ακρίβεια μάλιστα μαθηματική- η μαζική παραίσθηση ότι θα ανατρέψουμε τον καπιταλισμό, την ώρα που οδηγούσαμε Τσερόκι κι ακούγαμε Μικρούτσικο; Ο πολύς Μικρούτσικος μας χρεοκόπησε; Ο κακοχωνεμένος, έστω και υποκριτικά χωνεμένος, Μικρούτσικος; Η υποκρισία μιας μαζικής κουλτούρας που ζούσε ζωάρα στον καπιταλισμό και ταυτόχρονα εκτονωνόταν με τραγούδια εναντίον του; Δεν έφταιγε λοιπόν τόσο το οικονομικό σύστημα εντός του οποίου χρεοκοπήσαμε, ακόμα και για την χρεοκοπία έφταιγε το αντίπαλον του δέος, επειδή κάπου τραγουδήθηκε; Από την πολλή αντικαπιταλιστική παραίσθηση χρεοκοπήσαμε κι όχι από την πολλή καπιταλιστική πραγματικότητα;

Η ελληνική ιδιωτική τηλεόραση είχε κι έχει πάνω στο κορμί της ελληνικής κοινωνίας την επίδραση μεταστατικού καρκίνου. Τα τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου είχαν και έχουν μέσα στην ψυχή της ελληνικής κοινωνίας χαρακτήρα λυτρωτικό, καθαρτήριο.

Κι αν τελικά, βάσει του σχήματος του άρθρου Χωμενίδη, έτσι λειτουργούσε ο πολύς ο κόσμος, με αυτό το μαράζι, γιατί η ιδιωτική τηλεόραση δεν του το πρόσφερε αυτό το μαράζι, ώστε να κάνει μεγάλες τηλεθεάσεις; Γιατί ήταν εξορισμένα τα τραγούδια του Μικρούτσικου από την ιδιωτική τηλεόραση; Κι όχι μόνο τα «η γη θα γίνει κόκκινη», που στην πραγματικότητα ήταν για πολύ λιγότερους μερακλήδες, αλλά τα πολύ δημοφιλή του, οι Καββαδίες του, οι Ρόζες του, οι Αλεξίου του; Αν η γενικότερη υπερασπιστική γραμμή για το σκουπίδι με τη σέσουλα που παράγει πάνω από τριάντα χρόνια η ιδιωτική τηλεόραση είναι «Αυτό θέλει ο κόσμος – Αυτό του δίνουμε» -κι ανεξάρτητα από το αν η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα ως προς το πώς εκπαιδεύονται γενιές ολόκληρες τηλεθεατών στο σκουπίδι-, γιατί ακόμα και τις σπάνιες εκείνες φορές που ο κόσμος θέλει κάτι σημαντικό όπως τα τραγούδια μεγάλων Ελλήνων συνθετών, η ιδιωτική τηλεόραση δεν το προβάλει;

Η ελληνική ιδιωτική τηλεόραση είχε κι έχει πάνω στο κορμί της ελληνικής κοινωνίας την επίδραση μεταστατικού καρκίνου. Τα τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου είχαν και έχουν μέσα στην ψυχή της ελληνικής κοινωνίας χαρακτήρα λυτρωτικό, καθαρτήριο, κάτι μικρότερο ή μεγαλύτερο σώζουν, κάτι μικρότερο ή μεγαλύτερο κρατούν ζωντανό. Η τηλεόραση είναι ένα μέσο που πεθαίνει. Τα τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου θα συνεχίσουν για πολλές γενιές ακόμα κάτι μικρότερο ή μεγαλύτερο να σώζουν, κάτι μικρότερο ή μεγαλύτερο να κρατούν ζωντανό. Και αν μπορεί να διαγνωστεί κάτι αληθινά χρεοκοπημένο, κάτι αληθινά μικροπρεπές, κάτι αληθινά αξιολύπητο και κυρίως κάτι αληθινά διαστρεβλωτικό, είναι η προσπάθεια να τοποθετηθούν τα τραγούδια του -ευθέως ή πλαγίως, δια της επίθεσης στην πρόσληψή τους- σε ένα κάδρο «αυτών που μας έφεραν ως εδώ». Τα τραγούδια του μας κράταγαν, μας κρατούν και θα μας κρατούν κάπου αλλού, κάπου πάρα πολύ μακριά από το συγκεκριμένο εδώ, κάπου πάρα πολύ μακριά από κάθε είδους χρεοκοπία και από κάθε είδους πάτο. 

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.