Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
popaganda
popagandaΜΟΥΣΙΚΗ

Οι παλιοί έσωσαν το Coachella 2026

Moby, Jack White, David Byrne, The Strokes και Nine Inch Noize τα σάρωσαν όλα και, ευτυχώς, οι δύο από αυτούς θα εμφανιστούν και στο Release Athens το καλοκαίρι.
Cover: Moby
Coachella - Moby

Σε ένα Coachella που έχει γίνει εξωφρενικά ακριβό, ποπ μέχρι βαρεμάρας και όλο και πιο απομακρυσμένο από οτιδήποτε θυμίζει ροκ φεστιβάλ, οι βετεράνοι έκαναν τη διαφορά. Ανέβηκαν στη σκηνή με ένταση και δυνατά τραγούδια που έχουν αφήσει την ταυτότητά τους στον χρόνο, την ώρα που πολλοί από τους νεότερους έμοιαζαν να παίζουν για τα reels στα σόσιαλ και όχι για το κοινό τους από κάτω.

Αν κρίνω από αυτά που βλέπω τα τελευταία χρόνια, το Coachella πλέον μοιάζει με πανάκριβη έκθεση lifestyle, με χορηγούς, outfits, βίντεο για το tiktok και headliners που μπορεί να φέρνουν τεράστιους αριθμούς σε προσέλευση κοινού, αλλά δεν κουβαλάνε απαραίτητα ούτε το εκτόπισμα ούτε τον ιδρώτα που κάποτε έκανε αυτό το πράγμα να δείχνει επικίνδυνο, απρόβλεπτο και πραγματικά μουσικό. 

Φέτος το line-up είχε για ακόμη μια φορά όλο και λιγότερη σχέση με αυτό που λέμε ροκ φεστιβάλ, οι πιο εμπορικές στιγμές του Σαββατοκύριακου πάτησαν σε ποπ υπερπαραγωγή, αυστηρά χορογραφημένη εικόνα και αλγόριθμο και σε αρκετές περιπτώσεις η αίσθηση ήταν ότι η σκηνή λειτουργούσε σαν προέκταση της οθόνης. Η μεγάλη ειρωνεία είναι όμως ότι αυτοί που υποτίθεται πως ανήκουν σε “άλλες εποχές”, ήταν εκείνοι που έδειξαν πιο ζωντανοί, πιο παρόντες και πιο ουσιαστικοί από πολλούς νεότερους καλλιτέχνες που θεωρητικά εκπροσωπούν το τώρα. 

Το θέμα δεν είναι ηλικιακό, αλλά ζήτημα αισθητικής, παρουσίας και ουσίας και γι’ αυτό ο Moby, ο Jack White, ο David Byrne, οι The Strokes και το industrial-ηλεκτρονικό θηρίο Nine Inch Noize, έσωσαν φέτος ένα μέρος της αξιοπιστίας του ίδιου του Coachella. Είμαστε τυχεροί, γιατί ο Moby και ο David Byrne, θα φέρουν όλη αυτή την ενέργεια και στη χώρα μας το καλοκαίρι, στο Release Festival. Ο πρώτος στην Πλατεία Νερού την 1η Ιουλίου και ο δεύτερος στο Ξέφωτο ΚΠΙΣΝ, στις 21 Ιουνίου.

Coachella - Jack White

Jack White

Moby

Ο Moby, ας πούμε, δεν ανέβηκε για να κάνει ένα νοσταλγικό DJ set, αντιθέτως έδωσε ένα μάθημα για το πώς ένα ηλεκτρονικό back catalogue μπορεί να αποκτήσει νέα πνοή. Το σετ του κράτησε περίπου 50 λεπτά, με κλασικά τρακς όπως τα “Porcelain”, “Go”, “Why Does My Heart Feel So Bad?” και κλείσιμο με το “Thousand”, το rave θηρίο του 1992. Το κομβικό, όμως, δεν ήταν η επιλογή τραγουδιών, αλλά ο τρόπος που αποδόθηκαν. 

Άφησε πίσω την άκαμπτη λογική του backing track και έφερε live μπάντα, δυναμικές ερμηνείες και πραγματικό χτίσιμο έντασης, με τον Jacob Lusk να δίνει φωνή στο “When It’s Cold I’d Like To Die” και στο “Natural Blues”. Ξαφνικά, κομμάτια που πολλοί έχουν στο κεφάλι τους ως ambient, downtempo ή studio-δουλεμένα απέκτησαν νεύρο και μία σχεδόν εκκλησιαστική ένταση. Ο Moby, που κάποτε βοήθησε να περάσει η electronica στον πυρήνα του mainstream χωρίς να χάσει εντελώς την ψυχή της, μου θύμισε τον Moby που γνώρισα όταν ήταν ακόμη παιδάκι και έτρεχε πάνω-κάτω σαν δαιμονισμένος στη σκηνή του Rock of Gods στο λιμάνι του Πειραιά, τον Ιούλιο του 1996.

Jack White

Ο White μπήκε με φόρα στη σκηνή, δείχνοντας στους νέους ότι η κιθάρα, όταν την πιάνει ο σωστός άνθρωπος, μπορεί ακόμα να σαρώσει τα πάντα. Εμφανίστηκε ως last-minute προσθήκη, με 45 λεπτά θεωρητικά στη διάθεσή του και τελικά έπαιξε πάνω από μία ώρα. Ξεκίνησε με το “That’s How I’m Feeling” από το No Name του 2024 και συνέχισε με ένα best-of set από White Stripes, Raconteurs και The Dead Weather. “Fell in Love With a Girl”, “Dead Leaves and the Dirty Ground”, “Steady, As She Goes” και βέβαια το “Seven Nation Army”, το οποίο έφτιαξε το τέλειο mosh pit. 

Αλλά ο Jack White δεν “σώζει” ποτέ κάτι μόνο επειδή έχει χιτ, αυτό που ξεσηκώνει τον κόσμο είναι το γεγονός πως είναι ακόμα performer με αίσθηση κινδύνου. Η κιθάρα του εξακολουθεί να ακούγεται σαν όργανο εξέγερσης και ο τρόπος που επικοινωνεί με την μπάντα του πάνω στη σκηνή δείχνει άνθρωπο που ζει μέσα στη μουσική και όχι έναν ψυχρό επαγγελματία που τα κάνει όλα τυπικά. Έχει και το θράσος να αφήνει το σετ να ξεχειλώνει όταν νιώθει ότι το κοινό αντέχει κι άλλο. Με λίγα λόγια, διαθέτει το ένστικτο του παλιού που ξέρει πότε πρέπει να σε χτυπήσει με το riff και πότε να σε αφήσει να ουρλιάξεις το ρεφρέν.

David Byrne

Το μεγάλο σοκ όμως ήρθε από τον David Byrne. Ποιος να το περίμενε. Θυμάμαι ένα live του στον Λυκαβηττό το καλοκαίρι του 1992 και σκέφτομαι πώς τα καταφέρνει αυτός ο άνθρωπος τόσα χρόνια μετά, να ξεσηκώνει το νεανικό κοινό έτσι. Πραγματικό σοκ. Απέδειξε ότι η ευφυΐα, η κίνηση, το χιούμορ, το πολιτικό βλέμμα και η μουσική ακρίβεια μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να γίνονται ούτε κήρυγμα, αλλά ούτε και μουσειακή περφόρμανς. Στα 73 του, έστησε ένα 13-song set που ισορρόπησε ανάμεσα στο καινούργιο υλικό από το Who Is the Sky? και στα Talking Heads classics. Ξεκίνησε με το “Everybody Laughs”, πέρασε από το “Strange Overtones”, το “When We Are Singing” και το “What Is the Reason for It?”, αλλά φυσικά η καρδιά χτυπούσε δυνατά όταν έμπαιναν τα “And She Was”, “This Must Be the Place”, “Psycho Killer”, “Life During Wartime”, “Once in a Lifetime” και “Burning Down the House”.

Το κρίσιμο στον Byrne είναι ότι η σκηνική του γλώσσα παραμένει σωματική, θεατρική, ακριβής και ταυτόχρονα ανθρώπινη. Οι χορογραφίες του είναι μέρος της σκέψης του και η πολιτική του τοποθέτηση, εκφράζεται με έναν έξυπνο, δικό του τρόπο. Όταν είπε “love and kindness are a form of resistance” και όταν έντυσε το “Life During Wartime” με εικόνες αντίστασης και διαμαρτυρίας, έδειξε ότι εξακολουθεί να έχει επίγνωση του κόσμου γύρω του και να τον περνάει μέσα από την τέχνη του. Γι’ αυτό και προκάλεσε ανατριχίλες και γι’ αυτό ισοπέδωσε άλλους καλλιτέχνες στο φεστιβάλ που έχουν τη μισή του ηλικία. 

The Strokes

Οι The Strokes ανέβηκαν με το γνωστό τους μισοειρωνικό, μισοχορτασμένο ύφος και έκαναν αυτό που ξέρουν καλύτερα. Έδωσαν σε ένα τεράστιο κοινό μια ώρα από το σύμπαν τους χωρίς πολλά-πολλά. Επέστρεψαν στο Coachella μετά από 15 χρόνια και έστησαν ένα 15-song set που πάτησε κυρίως στα δύο πρώτα άλμπουμ τους, με “Hard to Explain”, “Someday”, “Last Nite”, “Reptilia”, “Under Control”, αλλά και με νεότερα κομμάτια όπως το “Selfless” και το καινούργιο “Going Shopping” από το επερχόμενο Reality Awaits. Ο Julian Casablancas έκανε, όπως πάντα, τα σχόλιά του, από το αστείο ότι εκπληρώνουν το “lifelong dream of opening for Justin Bieber” μέχρι τα πολιτικά πειράγματα για draft. Ας μην κοροϊδευόμαστε, οι The Strokes παραμένουν μία από τις τελευταίες μπάντες που μπορούν να ανέβουν σε μία τεράστια σκηνή και να κάνουν το κοινό να νιώσει ότι βλέπει ένα όνομα τόσο κουλ που όμως έχει και μεγάλη μουσική ιστορία στην πλάτη του. 

Nine Inch Noize

Το supergroup Nine Inch Noize είναι ίσως η πιο βίαια πειστική απόδειξη ότι οι παλιοί σώζουν την κατάσταση επειδή δεν φοβούνται να διαλύσουν και ξαναχτίσουν τη μουσική τους παρακαταθήκη. Το project του Trent Reznor, του Atticus Ross και του Boys Noize έκανε την παρθενική του εμφάνιση στη Sahara tent με ένα full set και έστησε ένα industrial rave σύμπαν που έμοιαζε αποκαλυπτικό. Το set κράτησε περίπου 45 λεπτά, λειτούργησε ως πρόγευση του δίσκου Halo 38 που αναμένεται στις 17 Απριλίου και είχε κλασικά Nine Inch Nails κομμάτια όπως τα “Closer”, “Copy of A”, “Heresy”, “Me, I’m Not”, τα οποία ξανάπλασε σε σκοτεινά, techno-φορτισμένα, club-ready τέρατα. Μαζί τους εμφανίστηκε και η γυναίκα του Trent, η Mariqueen Maandig Reznor, ενώ η σκηνή γέμισε με χορευτές με γκρι κορμάκια, σχεδόν συγχωνευμένους με το σκηνικό, δημιουργώντας μια αίσθηση συλλογικού εφιάλτη.

Αυτό που έκανε την εμφάνισή τους τόσο ισχυρή δεν ήταν μόνο η παραγωγή, αν και προφανώς ήταν τεράστια. Ο Reznor είναι από εκείνους τους ανθρώπους που εδώ και δεκαετίες αρνούνται να κάτσουν φρόνιμα μέσα στην ίδια τους την επιρροή και γι’ αυτό παραμένει σημαντικός. Με πολύ τσαμπουκά έδειξε ότι η ροκ μπορεί να μεταλλαχθεί, να μολυνθεί από techno, από industrial club κουλτούρα ή από post-human αισθητική και πάλι να παραμένει ροκ στην ουσία της, δηλαδή επιθετική, ανήσυχη, ιδρωμένη και επικίνδυνη.

Αν κάτι έγινε ξεκάθαρο λοιπόν φέτος στο Coachella, είναι ότι συχνά το hype, η εικόνα και η ποπ γυαλάδα δεν αρκούν για να γεμίσουν μια σκηνή με πραγματικό περιεχόμενο. Οι βετεράνοι ξεχώρισαν επειδή τόλμησαν να δώσουν νέα στοιχεία στην ιστορία τους. Και για να το πω με το γνωστό κλισέ, Rock ‘n’ Roll will never die!

POP TODAY
popaganda
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2026 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.