ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Γιώργος Παυριανός: «Χρειάζεται ελαφρότητα για να φτιάξεις κάτι το σοβαρό»

Γράφει πυρετωδώς στίχους, λατρεύει την αμαρτία, ειδικά όταν έχει κάτι από νύχτα και από cultίλα και, φυσικά, πιστεύει στα ζώδια.
Πορτρέτο: Ανδρέας Σιμόπουλος/ FOSPHOTOS
_mg_0318

Πολλοί πιστεύουν δικαιολογημένα ότι μάλλον Αθηναίος θα είναι ο άνθρωπος που εργάστηκε στο πλευρό του Χατζιδάκι επί σειρά ετών για το Τρίτο Πρόγραμμα, αυτός που έγραψε στίχους για δεκάδες καλλιτέχνες (από Σακελλαρίου μέχρι Ρουβά), αυτός που εργάστηκε στα πιο λαμπερά περιοδικά των 90s και που χαρίζει εδώ και δέκα χρόνια στους νεότερους θραύσματα των ποιητικών εμπνεύσεών του μέσω της Athens Voice. Κι όμως, ο Γιώργος Παυριανός γεννήθηκε στην Πάτρα στα μέσα της δεκαετίας του ’50, έχοντας μπροστά του χρόνια πρόσφορα για δημιουργία, μπόλικη λάμψη και συναντήσεις με ανθρώπους- σταθμούς. Φυσικά, με την Αθήνα έμελλε να τον συνδέσει σχέση πάθους η οποία κρατά ως σήμερα που μένει στο Παγκράτι.

Κάθεται τώρα σε ένα ήσυχο τραπέζι στο Zonar’s και ρωτά τον συνομιλητή του στο τηλέφωνο:«Δε μου λες, έχει κάτι καλό στο Μέγαρο απόψε;». Το σχολιάζουμε αμέσως και σκάμε στα γέλια. Ο Γιώργος Παυριανός έχει χιούμορ και είναι ακομπλεξάριστος. Οι καλοί του φίλοι τον φωνάζουν Παύρη και ο ίδιος το χρησιμοποιεί στα γραπτά του με αυτοσαρκασμό και εφευρετικότητα, βλέπε Θεία Παύρη, Παύρη Νύχτα κ.ά.

«Πάντα, μετά από κάθε επιτυχία έφευγα. Θυμάμαι τον χαμό με το “Εγώ Δεν Πάω Μέγαρο”. Έπεσαν πάνω μου διάφοροι εκπρόσωποι του ελληνικού τραγουδιού, του λούμπεν ιδίως. Δεν θέλησα. Αυτά μια φορά σκάνε. Έγινε με -και για- τη Ρίτα, τέλος. Γενικώς, το πέταγμα από το υπόγειο στο ρετιρέ, κι από τα ψηλά στα χαμηλά που λέμε, είναι απαιτητικό. Πρέπει να έχεις ισχυρό background για να κάνεις το ελαφρύ και, βέβαια, ελαφρότητα για να φτιάξεις το σοβαρό. Μιλώ για τέχνη, αλλά αυτά ισχύουν και στην πραγματική ζωή».

_mg_0295

«Πρέπει να έχεις ισχυρό background για να κάνεις το ελαφρύ και, βέβαια, ελαφρότητα για να φτιάξεις το σοβαρό. Μιλώ για τέχνη, αλλά αυτά ισχύουν και στην πραγματική ζωή»

Μια γουλιά κρασί και πάμε να τα πάρουμε από την αρχή. Ή μάλλον, από το τέλος. Τι κάνει αυτή τη στιγμή στη ζωή του ο Γιώργος Παυριανός και τι σχεδιάζει για το μέλλον; «Στα άμεσα σχέδιά μου είναι ένα ημερολόγιο του 2017, το έτος του πετεινού στο κινέζικο ωροσκόπιο, το οποίο θα φτιαχτεί δια χειρός μου, όπως κι αυτό του 2016. Όμως, φέτος θα κυκλοφορήσει σε εκδοχή φτωχική, ένα νορμάλ, δηλαδή, ημερολόγιο χάρτινο για τον τοίχο με ωραία σχέδια και σε πιο ακριβή version, που θα πει ένα κουτί παράξενο με εσωτερικό φωτισμό. Θα δείτε, τέλος πάνων. Καθαρίζει το μυαλό μου όταν δουλεύω με τα σχέδιά μου: χαρτί, ψαλίδι, χαλάρωση…
Παράλληλα, γράφω στίχους για μελλοντικά τραγούδια, μέσα στα οποία βρίσκεται κι ένα με προορισμό τον Μαζωνάκη. Έχει θέμα την αμαρτία αυτό κι εγώ, καθώς έχω αμαρτήσει στη ζωή μου, ξέρω ότι κάπως έτσι φτάνεις να αγιάσεις. Ποτέ δεν ξέρεις με τους στίχους… Το “Σ’ Έχω Ερωτευτεί” του Ρουβά, ας πούμε, το έγραψα και πήγαινε και για άλλον καλλιτέχνη! Τα τραγούδια είναι δύσκολο κεφάλαιο: γράφοντάς τα είσαι το αντίθετο από χαλαρός, διερωτώμενος αν θα βρουν τον συνθέτη τους, τη φωνή που τους πάει και, γενικώς, το ποια είναι η μοίρα τους. Ξεκίνησα το 1981 με τη στιχουργική, είμαι 30+ χρόνια σε αυτή τη δουλειά και δεν είναι λίγα. Θα ήθελα, λοιπόν, να δημοσιεύσω σε μια συλλεκτική ανθολογία κάποιους στίχους μου που δεν έγιναν τραγούδια, αλλά και κάποια ανέκδοτα κομμάτια ή παρμένα από  δουλειές που δεν έχουν ακουστεί τρομερά. Όλα αυτά, μαζί με σχετικά βίντεο, φυσικά. Η MINOS θέλει να κυκλοφορήσει αυτή τη δουλειά και είναι κάτι που συζητάω ζωηρά τον τελευταίο καιρό.  Ξαναβρέθηκα μετά από χρόνια με το Νίκο Σούλη που έχει κάνει πολλά από τα βιντεοκλίπ στα τραγούδια που έχω γράψει. Αναθέρμανα τις σχέσεις μου, λοιπόν, με την εταιρεία και μένει να κάνω το ξεδιάλεγμα, να επιμεληθώ εικαστικά το εξώφυλλο και ορισμένα πράγματα ακόμη.»

Δεν σταματάει όμως, εκεί. «Υπάρχει, όμως, κι ένα αμιγώς συγγραφικό σχέδιο. Η Χριστίνα Πολίτη βρίσκεται, με κάποιον τρόπο, κοντά σε αυτό, καθώς όταν μου πρότεινε να στέλνω στο site της, το cosmopoliti.com, κείμενά μου που αναφέρονται σε παράξενες ιστορίες και βιώματά μου, δεν ήξερε ότι ουσιαστικά με βοήθησε να οργανωθώ κι εγώ. Ξέρεις πόσα πράγματα έχω να μοιραστώ; Και ήδη το κάνω μέσα από το συγκεκριμένο ιστότοπο. Με απασχολεί, όμως, να συλλάβω ένα εύρημα που θα ενώνει όλες αυτές τις ιστορίες. Έτσι, θα μπορούσαν να μπουν όλες μαζί σε ένα βιβλίο».

Ρωτάω να μας περιγράψει μία. «Να ας πούμε κάτι ωραίο από τα παλιά. Είχα καλέσει τη Σαπφώ Νοταρά στο ραδιόφωνο για ένα έργο που ήθελα να σκηνοθετήσω και, ενώ ήταν θετική στην αρχή, μετά άρχισε διάφορα τρελά με κίνδυνο να μου χαλάσει την ηχογράφηση. Απαίτησε να την πάρει τηλέφωνο ο Χατζιδάκις για να παίξει κι αυτό με στεναχώρησε πολύ. Εγώ τότε ήμουν κάτω από 25 χρονών. Ύστερα από καιρό, ήθελε να κάνει την Εκάβη για το “Τρίτο Στεφάνι”. Εμφανίστηκε την περίοδο που έκανα το casting. Στεκόταν, λοιπόν, έξω από το studio κι έλεγε με τη χαρακτηριστική της φωνή “Άλλες παίρνουν, τη Σαπφώ που αξίζει δεν την παίρνουν!” Στο “Τρίτο Στεφάνι” είχα συνεργαστεί, μεταξύ άλλων, με τη Ρένα Βλαχοπούλου, η οποία ερχόταν ψιλοαδιάβαστη. Ήταν τότε μια σχολή ηθοποιών που έλεγαν “το ρόλο τον ξέρω, τα λόγια δεν έχω μάθει”. Αυτοί οι ηθοποιοί έπιαναν τον ρόλο σωματικά. Έμπαιναν στο κορμί του ήρωα. Ήταν άνθρωποι που δεν είχαν χρόνο να διαβάσουν, άνθρωποι που είχαν περάσει δύσκολα χρόνια. Και γενικώς, οι καλλιτέχνες οι παλιοί δεν μελετούσαν ιδιαίτερα. Άλλες εποχές. Άλλαξε, βέβαια, μετά αυτό. Θυμάμαι τα καμαρίνια της Αλεξίου, της Γαλάνη, ας πούμε, οι οποίες διάβαζαν βιβλία.  Ιδίως μου είχε κάνει εντύπωση ο Νταλάρας, ας πούμε, που τόμους ολόκληρους είχε στα καμαρίνια του και πριν βγει να τραγουδήσει διάβαζε ασταμάτητα. Τώρα, γυρίσαμε πάλι στις εποχές που δε διαβάζουν οι καλλιτέχνες, όχι λόγω Κατοχής, αλλά λόγω… i-phone».

»Η τεχνολογία, βλέπεις, ήρθε και απονεύρωσε τη γλώσσα», υποστηρίζει με σιγουριά. «Η μουσική σταμάτησε να είναι υπέροχη από τότε που βγήκαν τα CD, οι λέξεις έχασαν τη μαγεία τους γραμμένες με λατινικούς χαρακτήρες και χωρίς τόνους. Επίσης, ξεχνάμε συνέχεια, γιατί λαμβάνουμε συνέχεια πληροφορίες. Παλιά, πηγή ενημέρωσης ήταν η γειτονιά και η εφημερίδα. Νιώθω, συχνά, πως δε ζούμε. Τρώμε άθλια, δε θυμόμαστε, δεν ονειρευόμαστε. Κανείς δε θέλει να θυσιαστεί, όλοι θέλουν να απολαύσουν, χωρίς θυσία. Θέλω και να γαμηθώ, και να μην πονάω, που λένε. Τίποτα στη ζωή δε γίνεται χωρίς θυσία. Αυτή τη στιγμή, λοιπόν,  το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι τα χρέη, είναι που συνήθισε τη θέση της ζητιάνας στη γωνία. Η θυσία, εν προκειμένω, είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι η ιδέα της Ευρώπης ήταν λάθος. Πρέπει να φύγουμε! Βέβαια θα πονέσουμε πολύ, είναι κάτι σαν την Επανάσταση του ’21, όπως το σκέφτομαι εγώ»

_mg_0280

«Νιώθω, συχνά, πως δε ζούμε. Τρώμε άθλια, δε θυμόμαστε, δεν ονειρευόμαστε. Κανείς δε θέλει να θυσιαστεί, όλοι θέλουν να απολαύσουν, χωρίς θυσία. Θέλω και να γαμηθώ, και να μην πονάω, που λένε»

Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε τι ψηφίζει ο Γιώργος Παυριανός. Πιστεύει άραγε στην πολιτική; «Δεν  έχω σαφείς πολιτικές θέσεις, δεν πιστεύω ότι η πολιτική μπορεί να σώσει κάτι. Η κρίση που βιώνουμε είναι βαθιά κοινωνική και πολιτιστική. Δεν δικαιούνται μόνο οι πολιτικοί αναλυτές να την εξηγούν και να σκέφτονται πάνω σε αυτή. Βέβαια, η στιχουργική μου είναι στρατευμένη-σε κάθε τραγούδι υπάρχει ένα πολιτικό νόημα, μια ιδέα. Τα τραγούδια που στερούνται αυτού του στοιχείου, είναι, πιστεύω, καταδικασμένα στη μάχη τους με το χρόνο. Άσε που η Αισθητική είναι Πολιτική πια. Η Χούντα έπεσε γιατί η αισθητική της πια είχε τελειώσει. Κάτι αντίστοιχο ζούμε ξανά. Θυμάμαι που ο Χατζιδάκις έλεγε πως όλοι οι άνθρωποι είναι πνευματικοί-αφού όλοι έχουν πνεύμα και στοιχειώδη αντίληψη. Ok, σχεδόν όλοι…»

Ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε μια από τις ισχυρότερες επιρροές του. Ποιος θα μπορούσε να γλυτώσει από την αύρα του Χατζιδάκι;  «Ήμουν τυχερός που μπορούσα να ακούω το Μάνο να μιλάει. Τα τραπέζια του ήταν κάτι σα σχολείο για εμάς τους νεότερους. Σε όποιον ήθελε να μάθει, ο Μάνος μιλούσε, έδινε. Πρέπει να την κυνηγάς τη γνώση-έτσι, κερδίζεις μέρος της ζωής. Εγώ δεν θεωρώ τον εαυτό μου δάσκαλο. Αλλά, ως Γιώργος Παυριανός, προσπαθώ να διδάσκω με τη ζωή μου και, μάλιστα, το θεωρώ και σαν υποχρέωση ιδιαίτερα απέναντι στους νέους. Πώς να σου πω… Ένα νέο παιδί δεν έχει μυρίσει το καλό ψωμί, το φουρνιστό. Δεν ξέρει να ξεδιαλέξει το κακό από το καλό ψωμί. Μη λέω όμως συνέχεια κακά πράγματα για τους νέους, ούτε είμαι πλήρως απογοητευμένος από αυτούς. Οι νέοι μας είναι ένας ακέφαλος στρατός που χρειάζεται τον αρχηγό του. Και είμαστε έτοιμοι όλοι να ακολουθήσουμε. Μας χρειάζεται ένας ξεχωριστός άνθρωπος και μάλιστα καλλιτέχνης, ηλικιωμένος. Ένας σοφός παππούς μας χρειάζεται. Να έχει εμπειρία, γνώσεις, πραότητα, αλλά και φαντασία, ευαισθησία. Εντάξει, όμως, τέρμα η γκρίνια! Πιστεύω, ξέρεις, πολύ σε αυτό που λέει ο Καρυωτάκης ότι όλα έπρεπε να έρθουν όπως ήρθαν.»

Το τηλέφωνό του χτυπά σχεδόν ασταμάτητα. Διακόπτω να τον ρωτήσω για την Αλίκη Βουγιουκλάκη, για τους σταρ που έχει συναναστραφεί. «Ναι, είμαι βουγιουκλακικός και το δηλώνω. Το πιστεύεις, όμως, ότι η Έλλη Λαμπέτη που μου άρεσε ως ηθοποιός πάνω στη σκηνή, δεν με κέρδισε ποτέ σαν άνθρωπος; Μια φορά που την επισκέφθηκα στο καμαρίνι της έβριζε συγκλονιστικά τη Σαπφώ Νοταρά, αποκαλώντας την “πουτάνα”, “κωλόγρια” και λοιπά με την ιδιαίτερη άρθρωσή της. Είχε κρατήσει η Λαμπέτη το καμαρίνι του κάτω ορόφου και είχε αφήσει στην ηλικιωμένη συνάδελφό της ένα μικρό δωμάτιο στο οποίο οδηγούσαν κάτι απότομες σκάλες. Γκρίνια η Σαπφώ, αντεπίθεση η Λαμπέτη. Και τη Μελίνα Μερκούρη εκτιμούσα, έχω πρόσφατα δημοσιεύσει και μια κάπως αστεία ιστορία, όταν είχα πάει μούσκεμα από τη βροχή σπίτι της και με υποδέχτηκε ο Ντασέν, αντί γι’ αυτή. Ευγενέστατος!»

_mg_0338

«Νοσταλγώ τα περιοδικά και την εποχή τους, αλλά δεν μου λείπει ο Κωστόπουλος. Δεν μας αναγνώριζε τη γνώση πίσω τις πλάκες που στήναμε, πίσω από τα έξυπνα θέματά μας. Ξέραμε από Παπαδιαμάντη, από Φελίνι, δεν κάναμε όλη την ώρα sex και clubbing, άσχετα αν προς τα έξω έβγαινε κάτι τέτοιο»

Χατζιδάκις, Λαμπέτη, Μελίνα, Αλεξίου, Γαλάνη και οι λοιποί τι συγγένεια μπορεί να έχουν με την Έφη Σαρρή; Ο Γιώργος Παυριανός, και ως στιχουργός και ως αρθρογράφος θέλησε να ξεθεμελιώσει τρόπον τινά, τον καθωσπρεπισμό και τη σοβαροφάνεια της ελληνικής κοινωνίας. Παραδέχεται ότι πολλές φορές έχει φθάσει στα όρια του κιτς για να γίνει cult, να ενοχλήσει, να ταράξει νερά και να περάσει τα δικά του μηνύματα σε σχέση με τον έρωτα, τους ανθρώπους και τις σχέσεις. Ποια είναι όμως τα όρια του cult με το kitch στην καλλιτεχνική δημιουργία; Το τραγούδι της Έφης Σαρρή, ας πούμε, τι μπορεί να θεωρηθεί από τα δύο; «Το τραγούδι που έγραψα για την Έφη Σαρρή σε μουσική Ανδρέα Λάμπρου δεν είναι κιτς σε καμία περίπτωση, γιατί υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που έχει γραφτεί και ως κομμάτι δεν κρύβει καθόλου τις προθέσεις του. Έλα τώρα, όλοι ξέρουν από ζώδια, κι ας λένε πως δεν ασχολούνται. Σαν αυτούς που λένε στα αγγλικά  “I don’t speak english”! Πάντως, η Λίνα Νικολακοπούλου έχει πει μέσω ενός στίχου της κάτι σοφό σε σχέση με αυτό που συζητάμε: “στο βάθος το ζηλεύουμε, αυτό που ρεζιλεύουμε”.  Ο Παντελίδης, για παράδειγμα, σα στιχουργός, υπήρξε, κατά την άποψή μου, εξαιρετικά επιτυχημένος και πρωτότυπος. Το “σκούπισε τα πόδια σου και πέρασε” δεν το είχε σκεφτεί κανείς μας. Και ο νοών νοείτω.»

Τι γίνεται όσον αφορά το lifestyle των γκλόσι περιοδικών; «Μου λείπουν, η αλήθεια είναι. Νοσταλγώ τα περιοδικά και την εποχή τους, αλλά δεν μου λείπει ο Κωστόπουλος. Δεν μας αναγνώριζε τη γνώση πίσω τις πλάκες που στήναμε, πίσω από τα έξυπνα θέματά μας. Ξέραμε από Παπαδιαμάντη, από Φελίνι, δεν κάναμε όλη την ώρα sex και clubbing, άσχετα αν προς τα έξω έβγαινε κάτι τέτοιο. Ήμασταν, όμως, σε άλλους ρυθμούς τότε, και λίγο στον κόσμο μας. Μάθαμε κι εμείς, νέοι άντρες και γυναίκες, εκείνα τα χρόνια τι σημαίνει να πουλάς τη δουλειά σου. Ήταν 20 Δεκέμβρη, ας πούμε,  έπρεπε να βγει χριστουγεννιάτικο τεύχος του ΚΛΙΚ και μας κυνηγούσε ο Κωστόπουλος για να γράψουμε! Γράφαμε για πλάκα κείμενα με θέμα, επί παραδείγματι είχαμε εμπνευστεί με τη Μανίνα τη Ζουμπουλάκη το “12 τρόποι να κάνεις σεξ” και διάφοροι αναγνώστες το πίστευαν, το έπαιρναν εντελώς στα σοβαρά. Μας έπαιρναν τηλέφωνο και ρωτούσαν πώς ακριβώς να πετύχουν κι αυτοί τις υποτιθέμενες στάσεις, το αντιλαμβάνονταν για κάμα σούτρα το κείμενό μας. Αυτό το άρθρο ήταν, θυμάμαι, στο τεύχος 6 και είχε ξεπουλήσει. Ήταν σχεδόν σαν τσοντοπεριοδικό για διάφορους αναγνώστες, ερχόντουσαν στα γραφεία και το ζήταγαν σαν παλαβοί. Μας κατηγόρησαν αρκετοί ότι καταστρέψαμε τη γλώσσα με τα περιοδικά, εμείς όμως κάναμε ανανέωση, δίναμε νέα νοήματα στις λέξεις. Και δεν ξέρω, τελικά, αν τα κανάλια, το lifestyle, τα περιοδικά και τα συναφή μάς κατέστρεψαν τόσο πολύ όσο πιστεύεται σήμερα. Η τηλεόραση έχει κουμπί και κλείνει και το περιοδικό δεν σε υποχρεώνει κανείς να το αγοράσεις».

H ώρα πέρασε και βιάζεται να φύγει για να συναντήσει τον Άρη Δαβαράκη, καλό του φίλο και συγγραφέα του βιβλίου Ο Πρωθυπουργός που πρόσφατα κυκλοφόρησε και παρουσιάστηκε στο Zonar’s. Προχωρώντας μαζί από τη Βουκουρεστίου στη Στοά Σπυρομήλιου, ο Γιώργος Παυριανός κοιτάζει ψηλά, στην οροφή του City Link.

«Εδώ, θα είχε πλάκα να κρεμούσα σε μεγεθύνσεις τους δώδεκα μήνες μου, έτσι όπως θα τους σχεδιάσω φέτος για το Ημερολόγιο 2017. Να μπαίνεις μέσα και να έχεις μια ανάμνηση και ένα όνειρο για κάθε εποχή του χρόνου. Τι λες κι εσύ;».

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.