ΜΟΥΣΙΚΗ

Το 2020, «η Jazz είναι ξανά cool». 5 Δίσκοι με πρώτο και (γιατί όχι;) καλύτερο των Αθηναίων Kepler Is Free.

ΚΙΟΥΡΕΪΤΟΡ: Το ντεμπούτο τους στην πατρινή Veego Records δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από καταπληκτικά άλμπουμ (Moses Boyd, Shabaca and the Ancestors, the Heliocentrics, Makaya McCraven) που επιβεβαιώνουν ότι ήρθε ξανά «η στιγμή της jazz».
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή

Γιατί ξανά jazz; Η σύντομη απάντηση είναι γιατί στη μουσική όλα ανακυκλώνονται κι όλα «επιστρέφουν». Αλλά, οι σύντομες απαντήσεις ποτέ δεν έχουν πλάκα. Ούτε οι δογματικές τύπου «η jazz ήταν πάντα εκεί, εσείς πήγατε προς το μέρος της», ούτε οι ενοχλητικές «η jazz ήταν πάντα εκεί, εσείς μεγαλώσατε». Κυρίως γιατί δεν εξηγούν τον τρόπο με τον οποίο «η jazz έγινε ξανά κουλ». Κι αν αυτό το «ξανά» παραξενεύει, απλά να θυμίσουμε ότι η καταραμένη h****** word πρωτοεμφανίστηκε στα late 40s – early 50s για να περιγράψει τους λευκούς που πάσχιζαν να κατακτήσουν το εύσημο του «μοντέρνου» στα, συχνά κακόφημα, τζαζ κλαμπ ανάμεσα σε αφρομερικανούς παίκτες (βασικά, παιχταράδες) κι ακροατές.

Από τότε, φυσικά, φύσηξαν πολλές τρομπέτες, ούρλιαξαν ακόμα περισσότερα σαξόφωνα, πέρασαν πολλές δεκαετίες. Η jazz ήταν πάντα εκείνη «η ωραία, ποιοτική μουσική» που όμως πάντα «άκουγαν κάποιοι άλλοι». Είτε μυημένοι πιουρίστες, είτε πολύ συχνά άνθρωποι που στ’ αλήθεια δεν ενδιαφέρονταν για τη μουσική κι ένας Blue Note δίσκος έπαιζε στο πικάπ τους τον ρόλο που έπαιζαν αργότερα τα λευκώματα της Taschen στο τραπεζάκι του σαλονιού τους – εκείνον του «έντεχνου άλλοθι».

5 χρόνια πριν, μπορεί να τους άκουγα, αλλά μάλλον δε θα τολμούσα να γράψω για τους παρακάτω δίσκους – θα με αποθάρρυναν τα κενά μου στην jazz «προπαίδεια». Λίγο περισσότερα από 5 χρόνια πριν, κάποια από τα ονόματα που ακολουθούν, δίσταζαν να ακολουθήσουν το jazz μονοπάτι, φοβούνταν ότι αφορά αποκλειστικά ιδιοφυϊες και στο τέλος του θα έτρωγαν πόρτα: ο 28χρονος σήμερα Moses Boyd λέει «υπήρχε κοινό αλλά όχι για ανθρώπους σαν κι εμένα, ο κόσμος της jazz φαινόταν εντελώς περίκλειστος», ο 35χρονος Shabaca Hutchings προσθέτει «αν έλεγες “παίζω jazz” σε αντιμετώπιζαν με ένα “μα γιατί;”». 

5 χρόνια πριν, επίσης, κυκλοφόρησε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού το To Pimp a Butterfly από τον Kedrick Lamar που θεωρήθηκε αυτόματα ο ανανεωτής του αμερικάνικου hip hop με τη συμμετοχή του πληθωρικού σαξοφωνίστα Kamasi Washington. Η νέα “new jazz” είχε μόλις βάλει το πρόσωπο στο μήνυμα και διεκδίκησε σταδιακά το μερίδιό της ως «μουσική της στιγμής», ακριβώς γιατί πέρασε από το τερέν της δεξιοτεχνίας σε εκείνο του απόλυτου κι ασεβούς πειραματισμού…

5 χρόνια πριν δεν υπήρχε ένα άλμπουμ ελληνικής υπογραφής που να έδειχνε τόσο έτοιμο να υπερβεί τη δική μας εκδοχή του «κλειστού jazz κύκλου» όσο το Teegarden. To ντεμπούτο των Αθηναίων Kepler is Free, μόλις τέταρτο νούμερο στον κατάλογο της Veego Records από την Πάτρα. Έτοιμο εδώ και καιρό, κυκλοφορούσε σε επιλεγμένα ακουστικά αλλά καθυστέρησε να αναζητήσει κι επίσημα την τύχη του λόγω της ιδιάζουσας πανδημικής συνθήκης. Ίσως καλύτερα έτσι γιατί, τηρουμένων των αναλογιών της μικρής μας αγοράς, κατάφερε να δημιουργήσει word of mouth. Να κυκλοφορήσει από στόμα σε στόμα ως η εγχώρια κατάθεση «jazz για εκείνους που δεν ακούνε jazz» σε ένα κοινό έτοιμο να υπερβεί τις προκαταλήψεις του έχοντας γεμίσει για χάρη των BadBadNotGood το Gazarte πριν τρία χρόνια. Αλλά κι έτοιμο να μην ήταν, θα του έφτανε το εναρκτήριο “Bennu” να διανύσει σε 8 λεπτά και 41 δευτερόλεπτα την απόσταση ανάμεσα στο πολυαγαπημένο “Fixed Income” του DJ Shadow μέχρι το σάουντρακ του Γιώργου Χατζηνάσιου για Το Αγκίστρι αποτελώντας το αδιαφιλονίκητο highlight του δίσκου (που με διαρκεια 23 δευτερόλεπτα λιγότερο από μισή ώρα, αμφιταλαντεύει για το αν πρέπει να χαρακτηριστεί EP ή LP αλλά σε κάθε περίπτωση δίνει έξτρα credit στην μπάντα γιατί ακούγεται συμπαγής και καθόλου φλύαρος).

Παρότι ήδη αναφέρθηκε ένα εγχώριο σημείο αναφοράς (η θεσσαλονικιώτικη Fairweather Friends θα μπορούσε να είναι ένα άλλο) είναι ολοφάνερο στην παραγωγή ότι τα ερεθίσματα είναι διαφορετικά. Οι Kepler is Free (μάλλον παίρνουν το όνομά τους από τον φημισμένο αστρονόμο του 17ου αιώνα που διατύπωσε τους νόμους για την κίνηση των πλανητών, τουλάχιστον αυτό καταλαβαίνουμε από το promo concept στην FB σελίδα τους) έχουν προφανώς αγαπήσει παράφορα το lo-fi hip hop των 90s, επηρεάστηκαν ισόποσα από τo smoothness των A Tribe Called Quest και τα πειράματα του J Dilla, πριν «ενηλικιωθούν» με Curtis Mayfield και Roy Ayers (μπορεί και όχι, αλλά πάντα δεν έχει πλάκα να παίζουμε αυτό το παιχνίδι;). Η μπάντα φτιάχτηκε τον Νοέμβριο του 2018 από τον Σωκράτη Τσεντόγλου (ντραμς) που δίνει μαζί με τον Βασίλη Αλεξόπουλο (μπάσο) τον τόνο παίζοντας 1-2 punches είτε με τον Γιώργο Μιγδάνη (ηλεκτρική κιθάρα), είτε με τους Νικηφόρο Νούτζιεντ (πλήκτρα) και Σπύρο Ζαρδά (τρομπέτα) που συνομιλούν θαυμάσια στο “Cluster 3”. Εκτός από ελάχιστα samples, τα μόνα φωνητικά είναι εκείνα της Kalli στην απόπειρα των Kepler is Free (“Juno”) να καταθέσουν την δική τους εκδοχή στο παραδοσιακό jazz number. 

Στο τέλος της πολλοστής επανάληψης του ημιώρου είναι ξεκάθαρο ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι σπουδαίο. Οι Kepler is Free εμφανίστηκαν κάπως σαν κομήτες, μας κάνουν να ανυπομονούμε για την περαιτέρω σύζευξή τους με την ελληνική hip hop σκηνή και δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα άλμπουμ που ακολουθούν κι αποτελούν μια από τις πιο ισχυρές τάσεις της κολοβής δισκογραφίας του 2020…

Όπως του Moses Boyd που για την ώρα προπορεύεται στη φετινή παραγωγή της “New British Jazz Explosion”. O ντράμερ (ήρθε η ώρα για την εκδίκησή τους;) από το νοτιανατολικό Λονδίνο ξεφεύγει από τα στενά καθήκοντά του και γίνεται ένας τολμηρός παραγωγός-διευθυντής ορχήστρας στο φετινό δεύτερο άλμπουμ του, Dark Matter (Exodus). Ξεκινάει παραδοσιακά με το “Stranger Than Fiction” για να ξεχυθεί στην πορεία παραδίδοντας έναν δίσκο απόλυτα φιλικό στο dancefloor, έτσι όπως απροκάλυπτα φλερτάρει με το 2step/UK funky στο “Shades of You” και το “2 Far Gone” ή προχωρά το grime στην επόμενη soulful πίστα του παρέα με τον Obongjayar στο “Dancing in the Dark”. O Boyd μπορεί, όπου θέλει, να είναι κομψός και να αφήνει τον jazz αυστοσχεδιασμό να παίρνει κεφάλι με τα «σκουπίσματα» στα κύμβαλα και τα πνευστά εμφανώς σε πρώτο πλάνο. Αλλα, τελικά, δεν το θέλει και πολύ. Μπροστά στην κονσόλα, δεν αντιστέκεται στον πειρασμό να προσθέσει fat beats, να παίξει και λίγο στο γήπεδο της electronica, να κάνει στο τέλος περισσότερο αυτός το κομμάτι του παρά οι παίκτες του. Δεν του βγαίνει καθόλου σε κακό. 

Μπορεί ο Boyd να κλέβει φέτος την παράσταση επιβάλλοντας την παρουσία του σε αυτήν την απίθανη νέα βρετανική σκηνή, όμως ο Shabaca Hutchings υπενθυμίζει ποιος είναι ο Αρχηγός της. Με το τρίτο, λιγότερο ίσως γνωστό, σχήμα του τους Shabaca and the Ancestors και το δεύτερό τους άλμπουμ We Are Sent Here by History (Impulse!). Μάλλον, έχετε ακούσει περισσότερο το κουαρτρέτο των Sons of Kemet που τρέχει από το 2013 κι ακόμα πιο πιθανό  να έχετε ανέβει στο τρένο των φανταστικών Comet is Coming – έναν χρόνο πριν, πάντως, τούτη δω η στήλη ντεμπούταρε με την αποθέωσή τους. Ο μεγαλωμένος στο Μπέρμιγχαμ, με καταγωγή από τα Μπαρμπέιντος, σαξοφωνίστας είναι προφανές ότι κατέχει ηγετικό ρόλο στη βρετανική jazz του σήμερα, είναι κάτι σαν «ο βρετανός Kamasi». Του πιστώνεται ότι «αποδέσμευσε» αυτήν την σκηνή από τις υποχρεωτικές blues αμερικάνικες ρίζες της και την άφησε ελεύθερη να βουτήξει στον βρετανικό αστικό ήχο που αναπόφευκτα οδηγεί στις Δυτικές Ινδίες. Κι αργά ή γρήγορα στη μαμά Αφρική. Φέτος, συνεργάζεται με ένα γκρουπ συνομήλικών του μουσικών από τo Γιοχάνεσμπουργκ. Ο τίτλος («εδώ μας έστειλε η Ιστορία») δεν αφήνει πολλά περιθώρια, το ταίριασμα είναι «σε αποστολή». Και το αποτέλεσμα είμαι ενίοτε βαρύ -με τόσες τούμπες, τρομπέτες και κρουστά εις βάρος των synths -, το νοτιοαφρικάνικο gospel όμως και τα παιξίματα του Shabaca, το διατηρούν εντελώς μυστικιστικό. Όχι περίεργο, αν σκεφτεί κανείς πως οι Νοτιοαφρικανοί συμπαίκτες του, θεωρούν την μουσική που κάνει ο Shabaca με τους φίλους του στο Λονδίνο “house”.

Οι Heliocentrics δεν ανήκουν σε καμία jazz αναβίωση της στιγμής, εκπέμπουν από το Λονδίνο εδώ και 15 χρόνια. Πιθανότατα, χρειάζεται να διευρύνουμε αρκετά την jazz ομπρέλα για να τους χωρέσουμε – οι πιουρίστες μάλλον θα διαφωνούσαν, αν και η κολεκτίβα από το Λονδίνο έχει αποκτήσει «δικαίωμα» στο πλευρό του ethio-jazz θρύλου Mulatu Astatke (τον είχαν μάλιστα συνοδεύσει στο Synch του 2009). Έχοντας αφήσει πίσω τους τις ηχηρές συνεργασίες, διατηρούν ατόφιο το ψυχεδελικό πνεύμα του εξαιρετικού σάουντρακ που έφτιαξαν για το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Netflix, The Sunshine Makers (Soundway Records, 2017) κι εμπιστεύονται τα υπνωτικά φωνητικά της Barbara Patkova. Το πρώτο single “99% Revolution” (με sample από Kissing the Pink;) μοιάζει με το κομμάτι που προσπαθούν χρόνια να γράψουν οι Massive Attack (αν υποθέσουμε ότι ο Ghostpoet κάνει την δουλειά για τον Tricky) κι όλος ο υπόλοιπος δίσκος παραμένει σε μόνιμη ζαλάδα – «ισορροπώντας συνεχώς ανάμεσα στους Can και την Alice Coltrane» έγραψε κάποιος τόσο εύστοχα που δεν έχει νοήμα να προσπαθήσει κανείς να σκεφτεί κάτι καλύτερο. Το άλμπουμ λέγεται Infinity of Now, κυκλοφορεί από την Madlib Invazion κι αν είναι η πρώτη σας επαφή με τους Λονδρέζους να ξέρετε ότι κι εδώ ηγέτης είναι ο ντράμερ Malcolm Catto. Ρε, λες;

Τέλος, δε θα μπορούσε να παραληφθεί από την αφρόκρεμα της φετινής παραγωγής το πείραμα του αμερικάνου Makaya McCraven, We’re New Again: A Reimagining (XL), που μεταφράζει στην jazz διάλεκτο το κύκνειο άσμα του, τόσου επίκαιρου σήμερα, Gil Scott-Heron (I’m New Here, XL, 2010) [Την ίδια δουλειά που είχε πειράξει προς μια future bass κατεύθυνση ο Jamie XX στο We’re New Here, 2011, XL]. Αν έχετε παρακολουθήσει την πορεία αυτού του δίσκου που τελικά αποδεικνύεται πολύ σημαντικός για να τον επισκέπτονται ξανά και ξανά (αν και ποιος μπορεί να αντισταθεί στο να επενδύσει το ώρες-ωρες ανατριχιαστικό spoken word του Heron), το άλμπουμ έχει ενδιαφέρον.  Προχωρά τη συζήτηση και του δίνει έναν χαρακτήρα ongoing project, έχοντας και 1-2 πολύ ενδιαφέρουσες στιγμές όπως το ομώνυμο κομμάτι και το “Running”. O McCraven γεννήθηκε το 1983 στο Παρίσι, η μάμά του είναι από την Ουγγαρία. Είναι ντράμερ.

https://www.youtube.com/watch?v=zvp8iKIhTTw

Αξίζει να ακούσετε το πρώτο volume της προσπάθειας του αγαπημένου Adrian Younge να επανεφεύρει jazz συνθέσεις τους παρελθόντος (Jazz is Dead 001, μαζί με τον Ali Shaheed Muhammad) κι αξίζει ακόμα περισσότερο να παρατήσουμε αυτές τις μέρες για λίγο το whitesplaining και να αφήσουμε τις μουσικές του λίστες να φωνάξουν #BlackLivesMatter. 

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.