ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Δημήτρης Σωτάκης: «Η ζωή μας είναι χτισμένη σύμφωνα με τις εντυπώσεις μας και λιγότερο με την εμπειρία μας»

Ο συγγραφέας μιλάει για το σπίτι ως κέντρο του λογοτεχνικού του κόσμου, ομολογεί ότι οι ήρωες των βιβλίων του δεν είναι ιδιαιτέρως εύστροφοι και παραδέχεται ότι πέρασε μια περίοδο ηδονικής σήψης.

Στον Μεγάλο Υπηρέτη, τελευταίο βιβλίο του Δημήτρη Σωτάκη, ο κεντρικός ήρωας δεν έχει όνομα. Ξέρουμε όμως το όνομα του υπηρέτη του, τον λένε Μάριο. Ξέρουμε και το όνομα της κοπέλας που ερωτεύεται μέσα από ένα app, τη λένε Άννα.

Δεν χρειάζεται να μάθουμε το όνομά του, εδώ αυτός δεν δείχνει καλά καλά να ξέρει την ίδια του τη ζωή, την εκχωρεί στον Μάριο και την Άννα, χαίρεται και νιώθει επιτυχημένος όταν ζει «δια αντιπροσώπου», αυτός ο αντιπρόσωπος είναι ο Μάριος που σταδιακά από υπηρέτης γίνεται κυρίαρχος.

Δεν χαίρεται απλώς, νιώθει ανακουφισμένος που δεν φέρει ο ίδιος το βάρος της εκπλήρωσης της καθημερινότητας αλλά αισθάνεται ότι δρέπει τους καρπούς της. Μπορείς όμως να ζήσεις χωρίς να πράττεις;

Ο Δημήτρης Σωτάκης δεν ισχυρίζεται ότι έχει την απάντηση, αλλά τουλάχιστον έγραψε ένα μυθιστόρημα γι’ αυτό. 

Και μιλάει για το βιβλίο αυτό στην Popaganda

«Το σπίτι είναι μια φωλιά για τους λογοτεχνικούς μου ήρωες. Μπορεί να εκραγούν, μπορεί να θέλουν να πουν το πιο αλλόκοτο πράγμα στον κόσμο αλλά ταυτόχρονα θέλουν να είναι κάτω από μια κουβέρτα».

Ο ήρωας μου δεν αντιδράει σε όσα του συμβαίνουν γιατί δεν τον άφησα εγώ να αντιδράσει. Αυτή η ροή των κινήσεων του έχει σχέση και με ό,τι έχω κάνει στο παρελθόν. Δηλαδή οι ήρωες μου είναι ήρωες που αφήνονται στο έλεος της ζωής. Δεν τους σώζω· εάν τους έσωζα θα ήταν πιο ανθρωπιστικό και ωφέλιμο για τη δική τους «ζωή» αλλά νομίζω ότι η λογοτεχνική αξία του κειμένου δε θα ήταν ίδια, ούτε ίδιο θα ήταν αυτό που συμβολικά θέλω να πω.

Όλοι οι ήρωες μου φτάνουν σε κάποιο άκρο. Δεν θα τους χαρακτηρίζαμε εύστροφους ανθρώπους, μπορεί να είναι συμπαθείς αλλά τους χαρακτηρίζει μια αφέλεια και αφήνονται να κατρακυλήσουν στο γκρεμό.

Στον Μεγάλο Υπηρέτη συγκεκριμένα αν το κεντρικό πρόσωπο είχε ένα υπαρξιακό ξέσπασμα τότε δε θα μπορούσα να καταδείξω αυτό που ήθελα να πω: την απόλυτη εξαφάνιση ενός ανθρώπου απέναντι σε έναν άλλον άνθρωπο. Εξαφανίστηκε από ό,τι ήθελε να πετύχει και τελικά όλο αυτό τον κατάπιε, σαν μια τεράστια ρουφήχτρα.

Υπάρχουν άνθρωποι που στην κοινωνική τους ζωή έχουν την εικόνα ενός δύσκολου ακόμη και μοχθηρού ατόμου, άνθρωποι που δυσκολεύεσαι να τους βάλεις σε ένα καλούπι και απέναντι τους αναπτύσσεται μια τάση για υποταγή. Κι όμως σε ειδικά περιβάλλοντα, ένας τέτοιος άνθρωπος μεταμορφώνεται σε ένα κατοικίδιο ζώο, ένα τρομαγμένο ανθρωπάκι. Αυτό έχει να κάνει με άλλους παράγοντες της ανθρώπινης φύσης όπως η σεξουαλικότητα, ο έρωτας, η οικογένεια, το άγχος της οικονομικής επιβίωσης. Όλα αυτά κρέμονται σε μια κλωστή συνεπώς το να υποταχθεί κανείς, που την προηγούμενη στιγμή ήταν ένας τύραννος, είναι κάτι πάρα πάρα πολύ εύκολο.

Ο Μεγάλος Υπηρέτης είναι το πιο εξομολογητικό βιβλίο μου. Όταν γράφτηκε ήμουν σε μια κατάσταση εγκλωβισμού, διαφορετικού από αυτού που ζούμε τώρα. Ήταν ένας συναισθηματικός εγκλωβισμός.  Ήμουν κάπως, κάτι με έσφιγγε, δεν μπορούσα να ελιχθώ σε τίποτα, επέστρεφα σε μια βάση δηλαδή στο σπίτι μου σαν να ήμουν φυλακισμένος εδώ χωρίς να μπορώ να απελευθερώσω από μέσα μου συναισθήματα. Όλο αυτό πώς το αντιλαμβανόμουν; Η ερωτική μου ζωή περιοριζόταν στο να ικανοποιήσω διαδικτυακά το ότι παίρνω ένα ενδιαφέρον από εδώ κι από εκεί άρα θα κοιμηθώ με ασφάλεια τη νύχτα, εντάξει είμαστε. Αυτό είναι ο τρόπος που λειτουργούμε πια το 2020. Είναι πλέον μια κυρίαρχη κατάσταση, στον πλανήτη.

Αυτό που συμβαίνει είναι ότι ο καθένας ερμηνεύει όπως θέλει αυτό που εισπράττει.  Τι θέλω να πω; Μπορεί να επιβραβεύσω με μια φιλοφρόνηση ή κολακεία ένα ωραίο κορίτσι ή έναν ωραίο τύπο απλώς για να πω κάτι ευχάριστο σε έναν άλλον άνθρωπο, κι αυτό ίσως το γράψω διαδικτυακά μεταξύ του πλυσίματος των δοντιών μου και του τηλεφωνήματος που κάνω σε έναν φίλο μου για να δω πώς είναι. Το θέμα είναι αυτός που εισπράττει πώς το εισπράττει και πώς το διαχειρίζεται; Με μια εσωτερική ωριμότητα και γνώση ότι είμαστε μια διαδικτυακή κοινότητα και έχει κάποια πλάκα στο πλαίσιο «σημεία των καιρών» ή ξαφνικά οχυρώνεται πίσω από αυτό δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση υπεροχής και κυριαρχίας και προτάσσοντας μια δύναμη που πηγάζει από τα σχόλια των άλλων τα οποία επιδεικνύει σαν τρόπαια; Είναι σχεδόν επικίνδυνο όλο αυτό.  Βέβαια το θέμα είναι και πάλι, όπως πάντα, οι άνθρωποι. Και σε μια μεγάλη γιορτή με φυσική παρουσία ένα βλέμμα ή ένα πείραγμα πάλι μπορούσε να δημιουργήσει τις ίδιες ψευδαισθήσεις.

Το σπίτι είναι μια φυσική συνέπεια αυτών που γράφω. Όλοι οι ήρωες μου κινούνται σε κλειστοφοβικά περιβάλλοντα. Είναι άνθρωποι που είναι τόσο εγκλωβισμένοι σε προβλήματα και εμμονές που σαφώς λειτουργούν καλύτερα μέσα σε τέτοια περιβάλλοντα. Κι εγώ λογοτεχνικά νιώθω πιο άνετα μέσα σε αυτές τις συνθήκες. Το εγώ κι εγώ, δηλαδή ένας άνθρωπος απέναντι στον εαυτό του εγκλωβισμένος μέσα σε ένα δωμάτιο είναι το λογοτεχνικό «σπίτι» μου, νιώθω ότι παίζω στο γήπεδο μου.

Το σπίτι είναι μια φωλιά για τους λογοτεχνικούς μου ήρωες. Μπορεί να εκραγούν, μπορεί να θέλουν να πουν το πιο αλλόκοτο πράγμα στον κόσμο αλλά ταυτόχρονα θέλουν να είναι κάτω από μια κουβέρτα.

Ακόμη και όταν ο ήρωας στον Μεγάλο Υπηρέτη βρίσκεται εκτός εστίας είναι πάλι αυτός κι αυτός. Δεν κάνει παρέα με άλλους ανθρώπους, δεν καταφεύγει στον διάλογο, δεν γίνεται μέλος μιας ομάδας ή παρέας ανθρώπων με κοινό προβληματισμό. Είναι μόνος. Η συνθήκη είναι ίδια, απλά βρίσκεται σε απόγνωση.

«Η ζωή είναι μια εξίσωση, μια μαθηματική πράξη που ξεκινάει σιγά σιγά από τη στιγμή της γέννησης μας και προχωράει ανάλογα με το μας αρέσει και τι όχι, τι αποδεχόμαστε και τι όχι, χτίζουμε, χτίζουμε, πετάμε, κρατάμε και ζούμε μια ζωή σύμφωνα με την εξίσωση που φτιάχνουμε».

Κάτι που ήθελα πάρα πολύ να πω με το βιβλίο είναι ότι δεν ζούμε τις ζωές μας. Προτιμούμε να μένουμε ασφαλείς μέσα σε μια επίπλαστη ευτυχία και ηδονή και με τη σκέψη «ας ζήσει κάποιος άλλος τη ζωή μας αφού όλα βαίνουν καλώς». Στο τέλος της ημέρας, κοιτάμε μια οθόνη που μας παρουσιάζει ότι δήθεν όλα πάνε καλά. Και εκεί βγαίνει όλη η αναβλητικότητα μας, ότι θα πράξουμε προς όφελος μας μιαν άλλη φορά, ότι θα δούμε έναν φίλο μια άλλη φορά, ότι θα δράσουμε μια άλλη φορά.

Όταν έγραφα το βιβλίο πέρασα κι εγώ μια περίοδο μέσα σε μια μεγάλη καταθλιπτική χαρά, χαρά που είχα μπροστά μου ένα πιάτο με απαίσιο έτοιμο φαγητό, μπέργκερ ή κατεψυγμένο από το σούπερ μάρκετ, μόνος, χωρίς ερωμένη, χωρίς φίλους, χωρίς καμία κανονισμένη έξοδο για να δω κόσμο. Δεν μπορώ να πω ότι ήμουν σε κατάθλιψη όμως, γιατί αντιθέτως υπήρχε μια πολύ σκοτεινή ηδονή της συνθήκης «είμαι εδώ μόνος μου, δεν οφείλω να βγω, κανείς δεν με περιμένει, υπάρχει μια φοβερή σήψη, σκέφτομαι, σκέφτομαι, σκέφτομαι, ονειρεύομαι και απλά γράφω ένα βιβλίο».

Ποια είναι η ζωή μας; Ποια είναι η ζωή που ζούμε; Αν κάποιος το σκαλίσει πολύ αναρωτιέται ποιος εαυτός μας ζει την εκάστοτε ζωή; Είναι μεγάλο μπέρδεμα. Η ζωή μας αποτελείται από πολλά στρώματα αυθεντικών και επίπλαστων ζωών. Θα έλεγα ότι υπάρχει η βιολογική ζωή και μια ζωή που έχουμε χτίσει με εικόνες. Δεν μπορώ να το αντιληφθώ αλλιώς. Οι Κινέζοι πάντως τις διαχωρίζουν, υπάρχουν δύο διαφορετικές λέξεις για τη ζωή. Η μία ζωή είναι η βιολογική ζωή, αυτή που υπάρχουμε χωρίς να ερωτηθούμε και που τη συντηρούμε με τη διατροφή, τη γυμναστική κλπ. Και υπάρχει η ζωή που ζούμε ως κοινωνικά όντα, το καθρέφτισμα του εαυτού μας προς τους άλλους.

Η ζωή είναι μια εξίσωση, μια μαθηματική πράξη που ξεκινάει σιγά σιγά από τη στιγμή της γέννησης μας και προχωράει ανάλογα με το μας αρέσει και τι όχι, τι αποδεχόμαστε και τι όχι, χτίζουμε, χτίζουμε, πετάμε, κρατάμε και ζούμε μια ζωή σύμφωνα με την εξίσωση που φτιάχνουμε. Αποκτούμε γνώμη για τους άλλους, γούστα, κοινωνική και πολιτική συνείδηση, μπαίνουμε ή δεν μπαίνουμε στις τέχνες και όλο αυτό εξελίσσεται. Η ζωή είναι στρώσεις πεποιθήσεων και αρεσκειών, και φυσικά δεν είναι παρθένα. Οι άνθρωποι αντιγράφουμε τις προηγούμενες γενιές. Η ζωή μας είναι χτισμένη σύμφωνα με τις εντυπώσεις μας και λιγότερο με την εμπειρία μας. Υπάρχει κόσμος που θα παντρευτεί γιατί έχει μάθει ότι «έτσι γίνεται», και πολλά από όσα κάνουμε είναι εμμονική προσπάθεια εκπλήρωσης πραγμάτων που μας έχουν μάθει ότι είναι υποχρεώσεις μας.

Για να βρεις τις πραγματικές σου επιθυμίες χρειάζεται μια διαύγεια, σχεδόν μια σοφία. Αλλά ποιος την έχει; Εγώ όχι πάντως.

Το βιβλίο του Δημήτρη Σωτάκη «Ο Μεγάλος Υπηρέτης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.