Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
ΤΕΧΝΕΣ

Ο Χρήστος Καρράς Έχει Μια Στέγη Για Να Κάνει Επανάσταση Στην Πόλη

Χωρίς πρόλογο, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς επίλογο, ο Γενικός Διευθυντής της Στέγης Του Ιδρύματος Ωνάση, μας παρουσιάζει το μουσικό (κυρίως) πρόγραμμα της φετινής σεζόν.
Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος/ FOSPHOTOS

Ο ένας θεματικός άξονας της Στέγης φέτος, είναι η επανάσταση. Όχι συγκεκριμένα η σοβιετική επανάσταση επειδή είμαστε στο ’17, αλλά η έννοια της επανάστασης ως μια ρωγμή στη συνέχεια  της ιστορίας: το ίδιο το γεγονός της επανάστασης. Και στο θέατρο υπάρχει ποικιλοτρόπως μέσα στο πρόγραμμα, και στον Ζοέλ Πομερά που άνοιξε τη σεζόν, αλλά και στη Σοφία Μαραθάκη με τον Ουγκώ.

Στη μουσική εμφανίζεται κυρίως στο Open Day, όπου θα τιμήσουμε το Μάη του ’68. Με μουσική παντού μέσα στη Στέγη και ελεύθερη πρόσβαση, δεν θα έχουμε τον ήχο από τα οδοφράγματα του Παρισιού ή της Ρώμης ή της Πράγας, αλλά γενικώς μιας εποχής όπου κυριαρχεί η απελευθέρωση της ζωής, του συναισθήματος , της σεξουαλικότητας και της κοινωνικής συμπεριφοράς, μέσα όμως και από τις πολιτικές διεκδικήσεις της εποχής, που είναι η αντίθεση στον ιμπεριαλισμό, η αντιπολεμική δράση με αφορμή το Βιετνάμ, αλλά και το αμιγώς πολιτικό θέμα της πάλης των τάξεων μέσα στις κοινωνίες της Ευρώπης. Οπότε θα έχουμε μουσικές πολλών ειδών: Cardew αλλά και Ξενάκη, και Cristian Wolff και Γιάννη Χρήστου, αλλά και γενικώς όλο το φάσμα των πραγμάτων και της πλανητικής μουσικής εκείνη την εποχή.

Η Πόλη 

Μια άλλη θεματική που βρίσκεται πάντα στο πρόγραμμα της Στέγης, και ειδικά στο μουσικό πρόγραμμα, έχει να κάνει με την πόλη, και ειδικά με πράγματα που μπορούν να γίνουν σε έναν αστικό χώρο. Κι εδώ πάλι έχουμε διάφορες δράσεις που έχουν να κάνουν με αυτό το πλαίσιο. Αυτό που θα κάνουν οι Artefact, όπως και πέρυσι που είχε να κάνει με τη γειτονιά εδώ, θα είναι ένα καλειδοσκόπιο ακουσμάτων – κι ενδεχομένως και εικόνων – της Αθήνας όπως τη ζούνε ηχητικά τα παιδιά της ομάδας, κι εκεί θα έχουμε κι ένα εμβόλιμο κομμάτι για τη Νέα Υόρκη με από την Annie Gosfield και ένα για την Ιστανμπούλ από τον Tolga Tüzün . Έτσι θα χτίσουμε ένα αστικό τοπίο.

Κι όπως πάντα έχουμε κι αλλού δράσεις εκτός Στέγης, όπως στο Borderline, που φέτος επιμελείται ο Μιχάλης Μοσχούτης. Αλλά η κυριότερη αστική δράση στο μουσικό πρόγραμμα θα είναι λίγο ιδιαίτερη φέτος.  Στα πλαίσια του προγράμματος  Interfaces θα κάνουμε ένα πολύ όμορφο τριήμερο στην αρχαία Μεσσήνη. Θα γίνει με τον επιμελητή Carsten Stabemow που έχει κάνει το Tuned City. Αυτό έχει γίνει σε πολλές πόλεις – Βερολίνο, Ταλίν, Βρυξέλλες κλπ – κι ουσιαστικά είναι μια ηχητική προσέγγιση ενός αστικού χώρου. Πώς να μάθουμε μέσα από ηχητικά πειράματα, αλλά κι από τους ίδιους τους ήχους της πόλης, ποιο είναι το ηχητικό τοπίο μέσα στο οποίο βρισκόμαστε, όπου δηλαδή αντί να είναι η όραση το κυρίαρχο μέσο αντίληψης, είναι η ακρόαση. Το challenge που έθεσα στον Carsten είναι το τι θα σήμαινε, αν αντί να το κάνουμε αυτό σε ένα σύγχρονο αστικό πλαίσιο, το κάναμε σε ένα νεκρό, όπως είναι η αρχαία Μεσσήνη. Είναι ένας εξαιρετικά όμορφος και πολύ μεγάλος αρχαιολογικός χώρος, ο οποίος όμως κρατά με μεγάλη σαφήνεια τον αστικό του χαρακτήρα: καταλαβαίνεις την πόλη από τα ερείπια που βρίσκονται εκεί. Έτσι θα έχουμε τρεις μέρες με πάρα πολλούς καλλιτέχνες – δεν έχει κλείσει ακόμα η λίστα  – αλλά και θεωρητικούς, διαλέξεις, performances, installations… Αυτό θα γίνει στις αρχές Ιουνίου.

Τζαζ, Νέα Μουσική, Πειραματισμοί

Κατά τ’άλλα, οι βασικοί άξονες του μουσικού προγράμματος της Στέγης εντάσσονται σε τρεις κατηγορίες. Ο ένας κινείται από τη σύγχρονη τζαζ ως τον αυτοσχεδιασμό, ένας άλλος, ελλείψει καλύτερης λέξης, Νέα Μουσική, Νέα Σύνθεση, αυτή η σύγχρονη μουσική που δεν ξέρουμε πώς να την πούμε, και ο τρίτος είναι τα πιο πειραματικά, είτε ηλεκτρονικά είτε όχι, προτάσεις και παραστάσεις που προσπαθούν να επεξεργαστούν και την ιδέα της performance στη μουσική, και το τι είναι η μουσική ύλη σήμερα, αλλά και ποια η σχέση τoυ ερμηνευτή, της τεχνολογίας και της μουσικής ύλης. Και φέτος, λοιπόν, αυτές είναι οι τρεις βασικές κατηγορίες. Από πλευράς τζαζ έχουμε ως συνήθως τα δύο Πανοράματα, το χειμερινό και το θερινό.

Το χειμερινό φέτος είναι αρκετά ετερόκλιτο. Από τη μια έχουμε τη Nana Simopoulos, μια μεγάλη μορφή που ίσως δεν την ξέρουμε τόσο καλά στην Ελλάδα, αλλά και πιο πειραματικά ακούσματα από το Χρήστο Χονδρόπουλο, που χρησιμοποιεί και electronics. Κι έχουμε και μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση μόνο με ντραμς και κρουστούς – Σιδηροκαστρίτης, Καρίπης, Τατσάκης, Χυτήρης. Από πλευράς συναυλιών, η χρονιά ξεκινά με τον Marc Ribot και τους Young Philadelphians, σε ένα Punk-funk μείγμα. O Ribot είναι ένας αγαπημένος μου μουσικός, που δεν έρχεται συχνά στην Ελλάδα.

Και συνεχίζουμε με μια από τις ατραξιόν της χρονιάς, που είναι οι Sun Ra Arkestra το Νοέμβριο, κι εντάσσονται σε ένα αφιέρωμα στην επιστημονική φαντασία, αλλά στα πλαίσια ενός αφιερώματος στον αφροφουτουρισμό, που επιμελούνται οι Voltnoi & Quetempo, που θα συνεχιστεί άλλες τρεις μέρες με performances των Moon Moor Mother, Actress, A guy called Gerald, Black Quantum Futurists και άλλων, καθώς και συζητήσεις και διαλέξεις, αλλά και προβολές σε συνεργασία με το ινστιτούτο Goethe. Είναι μια αναδρομή και επισκόπηση ενός ρεύματος που έχει βαθιές ρίζες  μέσα στο φαντασιακό του science fiction, αλλά και συνδυάζει πράγματα που έχουν να κάνουν με τα civil rights παλιότερα, αλλά και με την αφροαμερικανική ταυτότητα, η οποία εκφράζεται μέσα από τη φαντασία για ένα κόσμο μελλοντικό, όπου η εξουσία είναι διαφορετική από αυτή που είναι σήμερα, κι έχει ενδιαφέρον τόσο πολιτικά όσο και καλλιτεχνικά, αλλά και σαν χρήση του science fiction ως τρόπου αφήγησης.

«Σταθερό ζητούμενο είναι η δημιουργία νέων ακροατών σε είδη όπως η Νέα Μουσική, που στην Ελλάδα έχει πολύ περιορισμένο κοινό. Αυτό που μπορεί να κάνει κανείς είναι να κινήσει την περιέργεια του ακροατή, του θεατή, να δοκιμάσει.»

Συνεχίζοντας με τη τζαζ, έχουμε τους Dans les Arbres του Christian Wallumrød, και  το Μάιο τη μεγάλη συναυλία του τρίο του Brad Mehldau. Κι όπως κάθε χρόνο, κάνουμε ένα προφεστιβαλικό γεγονός με το Tinos World Music Festival, μια συναυλία στη Στέγη πριν πάνε όλοι στην Τήνο για το φεστιβάλ., το οποίο φέτος είναι αφιερωμένο στα τοξωτά έγχορδα: λύρα, κεμαντσέ κλπ.

Στο κομμάτι της New Music, η χρονιά θα ξεκινήσει μ’ ένα έργο του Γιώργου Απέργη, το Tourbillons, που είναι για σόλο φωνή αρκετά θεατρική, με τη φοβερή Donatienne Michel-Dansac, η οποία συμμετείχε και στο πρώτο αφιέρωμα που είχαμε κάνει στον Απέργη. Το Δεκέμβριο συνεχίζουμε με ένα έργο μουσικού θεάτρου του Michel Van der Aa πάνω στο Βιβλίο της Ανησυχίας του Πεσόα, με τους Ergon και το Μιλτιάδη Φιορέντζη στο ρόλο του Αφηγητή. Τον Ιανουάριο έχουμε τον Gareth Davies που είχε έρθει πέρυσι στο Open Day μαζί με την Frances-Marie Uitti που είναι μια πολύ γνωστή τσελίστρια όλης της μεταπολεμικής σκηνής, και ήταν στο επίκεντρο της μεταπολεμικής δημιουργικής κοινότητας στην Ευρώπη ολόκληρες τις δεκαετίες του 60, του 70 και του 80. Είναι μια συναυλία με δύο άξονες: ο ένας είναι ο Giascinto Scelci, που η Frances-Marie Uitti έχει δουλέψει πάρα πολύ μαζί του και πολλά έργα του είναι γραμμένα για εκείνη, κι ο άλλος ο  Salvatore Sciarrino. Έχουμε λοιπόν δύο ιταλούς, ο καθένας άλλης γενιάς κι άλλης προσέγγισης.

Κατόπιν έχουμε ένα έργο ενός πολύ ενδιαφέροντος δανού συνθέτη, του Simon Steen-Andersen, το Staged Night (Σκηνοθετημένη Νύχτα), το οποίο διερευνά μέσα από συνθέσεις του Μότσαρτ, του Ραβέλ κλπ, τι θα μπορούσε να είναι το νυχτερινό σήμερα. Τροποποιεί υπάρχουσες συνθέσεις, προκειμένου να τις φτάσει εκεί που πιστεύει εκείνος ότι θα είναι αντιληπτές σήμερα για μας ως νυχτερινά.

Στον τομέα της πειραματικής μουσικής έχουμε αρκετά πράγματα φέτος. Το Borderline συνεχίζει με το γνωστό ποικιλόμορφο περιεχόμενό του, και φέτος προσθέτουμε και μια πιο μεγάλης εμβέλειας εκδήλωση με τους Medea Electronique, που θα κάνουν ένα light live coding opera γύρω από το μύθο του Νάρκισσου και της Ηχούς, ο οποίος κατά Mc Lewen είναι η πρώτη ιστορία που αφορά τα media – τα μέσα, όχι τις εφημερίδες! Και κατά τα’άλλα υπάρχει ένα μεγάλο πρόγραμμα και στη Στέγη αλλά και εκτός, με και συμπεριλαμβάνει συναυλίες και  καταστάσεις πιο club nights, όπως συμβαίνει τα τελευταία δύο χρόνια. Ένα επίσης ενδιαφέρον πειραματικό τριήμερο με τίτλο Detritus επιμελείται ο Γιάννης Κοτσώνης, που διερευνά τους μουσικούς εκείνους που σήμερα χρησιμοποιούν «πεθαμένα» media για να δημιουργήσουν: tapes, βινύλιο, το format του mp3, ό,τι δεν είναι σύγχρονο ως μέσον παραγωγής και διάδοσης – μπορεί να είναι και λίγο πιο DIY. Θα έχει και διαλέξεις και συζητήσεις, και κυρίως performances γύρω από αυτή την ιδέα.

Συνεχίζει βεβαίως και το soundwalk, που φέτος ήταν σε Γκάζι – Μεταξουργείο – Κεραμεικό. Φέτος θα κάνουμε και μια δεύτερη, ανεστραμμένη κατά κάποιο τρόπο, εκδοχή του soundwalk: στο αρχικό είσαι εσύ ο ακροατής-περιπατητής εκεί και φοράς ακουστικά αλλά βλέπεις γύρω σου, ενώ εδώ θα στήσουμε στο -1 της Στέγης μια virtual reality συνθήκη όπου θα φοράς vr γυαλιά και θα περιπλανιέσαι μέσα σε ένα αρκετά πειραγμένο εικαστικά περιβάλλον των ίδιων περιοχών, ακούγοντας από ένα ηχητικό σύστημα που φτιάχνουμε, τους ήχους που είναι στο soundwalk.

«Πιστεύω ότι η σύγχρονη μουσική δεν είναι αυτό το φοβιστικό πράγμα που έχουν κατά νου οι ακροατές, αλλά είναι κάτι το οποίο ζητάει απλώς να ακούσεις χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς αναμονές.»

Όπως πάντα, προσπαθούμε να δώσουμε ένα μεγάλο εύρος ακουσμάτων, αλλά εστιάζοντας στο σήμερα. Αυτό είναι άλλωστε και το γνώρισμα της Στέγης γενικότερα: ασχολούμαστε με το τι υπάρχει σήμερα γύρω μας.

Σταθερό ζητούμενο είναι η δημιουργία νέων ακροατών σε είδη όπως η Νέα Μουσική, που στην Ελλάδα έχει πολύ περιορισμένο κοινό. Αυτό που μπορεί να κάνει κανείς είναι να κινήσει την περιέργεια του ακροατή, του θεατή, να δοκιμάσει. Μερικές φορές για να το πετύχεις αυτό πιστεύω ότι πρέπει να σπάσεις την κλασική συνθήκη της συναυλίας με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, ώστε ο θεατής να αισθανθεί ότι μπαίνει σε μια διαδικασία η οποία προφανώς έχει στο επίκεντρο τον ήχο, αλλά γενικώς ερεθίζει κι άλλες διαστάσεις της εμπειρίας. Αυτή είναι μια στρατηγική.

Ένας άλλος τρόπος είναι, όπως με το έργο του Simon Steen-Andersen που ανέφερα πριν, να δώσει κανείς κάτι χειροπιαστό – η ιδέα του «νυχτερινού» – με το οποίο ο ακροατής μπορεί να έχει μια είσοδο. Μερικές φορές, υπερβολικά θα έλεγα, έχουμε την αίσθηση ότι πρέπει να «καταλάβουμε». Δεν λέω πως δεν υπάρχει τίποτα να καταλάβεις στη μουσική – υπάρχουν πάρα πολλά. Αλλά δεν είναι δεδομένο ότι πρέπει τη στιγμή εκείνη, σε μια αστραπή κατανόησης, να γίνουν όλα λιανά. Ο ήχος σου έρχεται, και μετά τον επεξεργάζεσαι. Αλλά μερικές φορές ο κόσμος φοβάται ότι δεν θα καταλάβει. Για μένα αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα: δεν χρειάζεται να καταλάβεις, χρειάζεται να ακούσεις – σε πρώτη φάση.  

Πιστεύω ότι η σύγχρονη μουσική δεν είναι αυτό το φοβιστικό πράγμα που έχουν κατά νου οι ακροατές, αλλά είναι κάτι το οποίο ζητάει απλώς να ακούσεις χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς αναμονές. Μια συνθήκη σαν το Open Day, για παράδειγμα, το οποίο σου επιτρέπει να κινηθείς πιο ελεύθερα, να δοκιμάσεις, να πας αλλού, να ξανάρθεις κλπ, νομίζω ότι μπορεί να σπάσει αυτό το φόβο της πολύ formal συνθήκης ακρόασης. Από κει και πέρα προσπαθεί κανείς, σταδιακά και όσο μπορεί, να συμβάλλει σε μια εκπαιδευτική διαδικασία, η οποία μπορεί να γίνει με πάρα πολλούς τρόπους. Ο ένας τρόπος είναι να δημιουργήσει κανείς εργαλεία που να επιτρέψουν στον ενδιαφερόμενο με αρκετά «ανεπίσημο» τρόπο να μπει μέσα στη σύγχρονη μουσική και να την αντιληφθεί με μια πιο στέρεα κατανόηση του πώς λειτουργεί, του τι μηχανισμούς βάζει σε κίνηση η σύγχρονη σύνθεση.

Οι βασικοί άξονες του μουσικού προγράμματος της Στέγης εντάσσονται σε τρεις κατηγορίες. Ο ένας κινείται από τη σύγχρονη τζαζ ως τον αυτοσχεδιασμό, ένας άλλος, ελλείψει καλύτερης λέξης, Νέα Μουσική, Νέα Σύνθεση, αυτή η σύγχρονη μουσική που δεν ξέρουμε πώς να την πούμε, και ο τρίτος είναι τα πιο πειραματικά.

Αυτό, για παράδειγμα, είναι κάτι που κάνουμε μαζί με τους εταίρους μας στο πρόγραμμα Interfaces όπου δημιουργούμε ένα online course που θα είναι έτοιμο προς το τέλος του ’18, και το οποίο απευθύνεται σε μη μουσικούς, αλλά σε ανθρώπους που έχουν την περιέργεια να έρθουν κοντά στη σύγχρονη μουσική, και θα είναι διαθέσιμο και ανοιχτό σε όλους. Επίσης υπάρχουν εκπαιδευτικά προγράμματα που καλλιεργούν και στο μικρότερο ακροατήριο τη συνήθεια να ακούν κι άλλα πράγματα.

Τέτοιο είναι και το Big Bang, που απευθύνεται σε νεανικό κοινό, και θα είναι και πάλι φέτος στο πρόγραμμα. Και μπορεί να είναι και πιο συγκεκριμένες εκπαιδευτικές διαδικασίες, όπως το πρότζεκτ που έχουμε με το Πάντειο και τρέχει πάλι για τρίτη χρονιά με τρεις συναυλίες, που είναι μέρος του μαθήματος των φοιτητών στα ΜΜΕ, αλλά είναι και ανοιχτές στο κοινό, κι έχουν πολύ μεγάλη απήχηση. Παρουσιάζουμε και νέα έργα, όπως φέτος μια μικρή ανάθεση στο συνθέτη Θανάση Δεληγιάννη, αλλά και αρκετά έργα του Ξενάκη, και ένα ρεσιτάλ για σόλο κοντραμπάσο και electronics, καθώς και μια συναυλία για κουαρτέτο με σαξόφωνο, όπου θα ακουστεί μεταξύ άλλων κι ένα έργο του Απέργη. Αυτή είναι μια άλλη διαδικασία, να πας σε ένα χώρο εκπαίδευσης όπως το Πάντειο Πανεπιστήμιο και να προσφέρεις εκεί μια ανοιχτή, ελεύθερη συνθήκη ακρόασης. Πρέπει κανείς λοιπόν να κάνει βήματα προς το κοινό, αλλά πρέπει να ξανασκεφτεί και την ίδια τη φόρμα της συναυλίας.

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2021 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.