ΘΕΑΤΡΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΟ Θάνος Παπακωνσταντίνου βουτά στα βαθιά νερά της όπερας και το απολαμβάνει

Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου βουτά στα βαθιά νερά της όπερας και το απολαμβάνει

Ο ιδρυτής της ομάδας Helter Skelter σκηνοθετεί για πρώτη φορά μπαρόκ όπερα και εξηγεί στον Γιώργο Βουδικλάρη γιατί του αρέσει συνολικά το φαινόμενο του θεάτρου.
Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Είναι μεσημέρι όταν φτάνουμε στο αίθριο μπροστά στην Αίθουσα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής. Οι πρόβες για τον Ορφέα του Μοντεβέρντι είναι τόσο εντατικές, που μόνο εκεί μπορούμε να βρεθούμε για λίγο με το Θάνο Παπακωνσταντίνου, σκηνοθέτη της παράστασης, αλλά και ιδρυτή της θεατρικής ομάδας Helter Skelter, που έχει δημιουργήσει μεγάλη αίσθηση τα τελευταία χρόνια για όλους τους σωστούς λόγους. Λίγα τραπέζια πιο πέρα, οι μουσικοι της ομάδας Latinitas Nostra, που κατάφερε να βάλει τη μουσική του μπαρόκ στη συναυλιακή καθημερινότητα της χώρας μας, με τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο, που έχει κάνει τη μουσική διεύθυνση σε αυτή την παράσταση της πρώτης σωζόμενης όπερας, απολαμβάνουν το lunch break τους. Ο Θάνος ανήκει στους καλλιτέχνες που είναι εξίσου ενδιαφέροντες με τη δουλειά τους, κι η συνομιλία προμηνύεται συναρπαστική.

Αυτή τη φορά σκηνοθετείς μια μπαρόκ όπερα. Πώς έγινε αυτό; Αυτό έγινε γιατί το πρότεινε ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος.  Έτυχε και ήμασταν μαζί στην περσινή ολονυχτία για τον Σαίξπηρ που είχε κάνει η Δηώ Καγγελάρη στο Θέατρο Τέχνης, κι είδε τις μάγισσες από το Μακμπέθ που είχα παρουσιάσει. Κάτι του έκανε, και μου πρότεινε να κάνουμε κάτι μαζί. Δεν γνωριζόμασταν προσωπικά, αλλά γνώριζα τη δουλειά του. Είναι ένας εξαιρετικός μουσικός, από τους ελάχιστους που ασχολούνται με τη μουσική μπαρόκ με τόση συνέπεια και τόση επιμονή και αφοσίωση, και με συγκεκριμένο όραμα. Μου πρότεινε λοιπόν τον Ορφέα, και χάρηκα πάρα πολύ. Είμαι λάτρης της όπερας, ακούω πάρα πολύ, κι από πολύ μικρός. Κι ήταν όνειρό μου κάποια στιγμή να σκηνοθετήσω όπερα. Αν ήταν στο χέρι μου, αυτό θα ήθελα να κάνω: όπερα. Οπότε είμαι εξαιρετικά ευτυχής γι αυτή τη συγκυρία. Πόσω μάλλον δε που πρόκειται για τον Ορφέα, που είναι και η πρώτη ίσως σωζόμενη όπερα, κι από τις πρώτες που έχουν γραφτεί ever. Πρώτη λοιπόν φορά που σκηνοθετώ όπερα, κι είναι μεγάλη χαρά, και λόγω είδους, και λόγω πλαισίου, αλλά και λόγω του συγκεκριμένου μύθου, καθώς ό,τι έχω κάνει μέχρι τώρα έχει να κάνει με τη διαχείριση των μύθων.

Δεν με εκπλήσσει που ακούς όπερα. Αλλά δεν ήξερα πως της έχεις αδυναμία. Εγώ θα σε τοποθετούσα κάπου μεταξύ dark wave και psychedelic trance. Ακούω πάρα πολλά είδη. Αλλά της έχω μια ιδιαίτερη αγάπη. Και πολλά της είδη, όχι μόνο το μπαρόκ – που έχει εξαιρετικά πράγματα. Αλλά και τον Βάγκνερ, το θεωρώ αδιανόητο αυτό που έχει κάνει. Αλλά και το μπελκάντο, Μπελλίνι, Ντονιτσέττι, Ροσσίνι… Έχω και μια πάρα πολύ μεγάλη συλλογή δίσκων, που την έχω ξεκινήσει από το Γυμνάσιο. Είναι πάνω από 7-8.000 cd. Είμαι του cd βλέπεις, μεγάλωσα τη δεκαετία του ’90. Έχω και τα πιο σκοτεινά μου ακούσματα, αλλά η όπερα μου αρέσει, και συνδέομαι πάρα πολύ μαζί της. Και σαν θέαμα περιέχει πολλά στοιχεία που μου αρέσουν: η σχέση της εικόνας με το χώρο, οι μεγάλες κλίμακες στις οποίες συνήθως γίνεται, κι ότι συνδυάζει πάρα πολύ κόσμο επί σκηνής. Κι υπάρχει κι ο συνεχής διάλογος της εικόνας με τη μουσική.

Κι αν σου έδιναν να διαλέξεις να σκηνοθετήσεις μια όπερα μπελκάντο, ποια θα ήταν; Η Lucia di Lammermoor του Ντονιτσέττι. Ή η Maria de Rudenz που είναι και πιο βαμπιριάρικη! Είναι για μια τύπισσα που στη μέση της όπερας πεθαίνει, και στην τελευταία πράξη ανασταίνεται, για να πεθάνει πάλι. Αλλά είναι τόσα πολλά και το Roberto Devereux, την Anna Bolena, τη Maria Stuarda.

«Έχω και μια πάρα πολύ μεγάλη συλλογή δίσκων, που την έχω ξεκινήσει από το Γυμνάσιο. Είναι πάνω από 7-8.000 cd. Είμαι του cd βλέπεις, μεγάλωσα τη δεκαετία του 90. Έχω και τα πιο σκοτεινά μου ακούσματα, αλλά η όπερα μου αρέσει, και συνδέομαι πάρα πολύ μαζί της.»

Έχεις αδυναμία στον Ντονιτσέττι. Ναι. Είναι κάπως πιο δραματικός από τους τρεις μεγάλους του μπελκάντο. Αλλά κι ο Μότσαρτ έχει γράψει υπέροχες όπερες. Και στη μπαρόκ περίοδο υπάρχουν εξαιρετικά πράγματα, που έχουν να κάνουν με αρχαίους ελληνικούς μύθους κι έχουν τρομερό ενδιαφέρον. Και γαλλικές του Lulli.

Να μιλήσουμε όμως και για τη λοιπή σου πορεία, και την ομάδα Helter Scelter. Πώς ξεκίνησε; Ξεκίνησε για πρακτικούς λόγους ως τρόπος για να δουλέψεις, να κάνεις κάτι. Όταν ξεκίνησα να δουλεύω, τα πράγματα είχαν ήδη μπει σε μια κατιούσα. Κι εγώ δεν είχα την υπομονή να πάω να παίξω κάπου. Την τελευταία δεκαετία είναι η τάση της  εποχής. Δεν μπαίνεις στη διαδικασία «Θα πάω να ψάξω για δουλειά κάπου»: εννοείται πως δεν πρόκειται να βρω καμία άκρη, άρα θα κάνω κάτι δικό μου και ό,τι ήθελε προκύψει, και το καθεστώς εδώ είναι ότι για να συμβληθείς με οποιονδήποτε χώρο πρέπει να υπάρχει έχεις ένα νομικό πρόσωπο, μια ομάδα. Κι υπάρχει ένας κύκλος ανθρώπων, που γνώριζα είτε παλιά από τη σχολή είτε αργότερα, που έχουμε δουλέψει σχεδόν σε όλες τις παραστάσεις μαζί. Συν κάποιους άλλους που στην πορεία επιθυμούμε να δουλέψουμε μαζί.

Η σκηνοθεσία κι η υποκριτική σού προέκυψαν παράλληλα; Το έβλεπα εξ αρχής πιο συνολικά το πράγμα.  Με ενδιαφέρει συνολικά το φαινόμενο του θεάτρου. Μου αρέσουν τα επί μέρους, και η σκηνοθεσία, και το εικαστικό μέρος, και η υποκριτική, και η μουσική, το φως, και ο συνδυασμός τους, αλλά πάντα τα έβλεπα ως ένα. Όπως ο σκηνοθέτης του κινηματογράφου, που είναι πιο Gesamtkunstwerk, κι αυτός είναι ο Master που τα έχει όλα υπό τον έλεγχό του, με την έννοια ότι ορίζεις απόλυτα ένα σκηνικό χρόνο κι όλες τις πτυχές του. Στο κεφάλι μου μέσα μου φαίνονται λοιπόν όλα πολύ συνδεδεμένα. Και συνήθως παίζω κιόλας, γιατί μου αρέσει, όπου γίνεται και όπου μπορώ, σε κάτι που φτιάχνω να είμαι κι εγώ μέσα σε αυτό. Είναι αλλιώς από το να φτιάχνεις κάτι και μετά να το αφήνεις την τύχη του.

Το πρώτο πράγμα που με κέντρισε στις δουλειές σου είναι πως όταν βλέπω κάτι δικό σου, ξέρω αμέσως πως είναι δικό σου. Έχει υπογραφή. Φαίνεται. Χαίρομαι που το λες αυτό.

«Όσο πιο ειλικρινής είσαι με το τι σε ενδιαφέρει, σχεδόν αναγκαστικά αυτό που θα βγει σαν προϊόν, σαν αποτέλεσμα, θα είναι κάτι προσωπικό. Αλλά όχι να ξεκινήσεις από ένα στυλ απλώς για να βρεις ένα αναγνωρίσιμο προσωπείο.»

Έχει να κάνει με τις εμμονές σου; Υποθέτω πως κάθε καλλιτέχνης έχει. Σίγουρα η εμμονή είναι σωστή λέξη. Αλλά για μένα θα το έλεγα κι αλλιώς: αυτό που με ενδιαφέρει είναι να βρω έναν τρόπο με τον οποίο θα συνδιαλλαγώ προσωπικά με ένα θέμα, με ένα μύθο, με ένα πρόσωπο, με μια ιστορία. Κι αυτό νομίζω είναι και το ζητούμενο. Πώς ο καθένας εκ των δημιουργών θα βρει ένα προσωπικό τρόπο συνδιαλλαγής. Κι από εκεί θα προκύψει η μία ή οι πολλές γλώσσες – γιατί δεν σημαίνει πως ο κάθε δημιουργός θα μιλάει πάντα μία γλώσσα. Και πάλι σε σχέση με τον κινηματογράφο το σκέφτομαι: βλέπεις μια περίοδο ενός σκηνοθέτη που είναι κάτι, μετά μια άλλη που είναι κάτι άλλο. Αλλά βλέπεις και σκηνοθέτες που ψάχνουν εμμονικά πάντα ένα πράγμα, σε ό,τι και να κάνουν. Αν όμως δεις παραστάσεις του Βασίλιεφ, για παράδειγμα, η μία με την άλλη είναι σαν να τις έχει σκηνοθετήσει άλλος. Και δεν το λέω με κακή έννοια: κάτι ψάχνει. Όσο πιο ειλικρινής είσαι με το τι σε ενδιαφέρει, σχεδόν αναγκαστικά αυτό που θα βγει σαν προϊόν, σαν αποτέλεσμα, θα είναι κάτι προσωπικό. Αλλά όχι να ξεκινήσεις από ένα στυλ απλώς για να βρεις ένα αναγνωρίσιμο προσωπείο.

Από την αρχή το έβλεπες έτσι; Η πρώτη παράσταση που έκανα ποτέ ήταν ο Άμλετ του Σαίξπηρ. Εκ των υστέρων κατάλαβα ότι δεν ήμουν καθόλου ειλικρινής με αυτό,σε σχέση με το τι ήθελα – γιατί είναι ένα έργο που το αγαπάω πάρα πολύ κι αισθάνομαι συνδεδεμένος μαζί του. Ήθελα πολύ να το κάνω και το έκανα, αλλά εγώ δεν θέλω να μπαίνω στη διαδικασία ότι κάνω έργα απλώς ρεπερτοριακά. Είναι πιο σημαντικό για μένα να δω τα με ενδιαφέρει από τον Άμλετ, ή από την Ορέστεια ή την Ηλέκτρα. Πάνω σε αυτό το σκεπτικό, και με πολλή βοήθεια – εννοείται- από τους συνεργάτες μου, προέκυψε το Carnage, αυτές οι τρεις παραστάσεις όπου διαχειρίζομαι σκηνικά το μύθο των Ατρειδών. Θέλησα να το κάνω με προσωπικό τρόπο: εμένα τι με ενδιαφέρει μέσα στην τραγωδία. Γι αυτό είχαν κι αυτό το όνομα, και δεν θέλησα να τα ονομάσω Αγαμέμνονα, Χοηφόρες και Ευμενίδες – είχαν άλλους τίτλους. Για μένα όμως το υλικό μου ήταν ο μύθος. Γενικά, στο δρόμο καταλαβαίνεις πού θέλεις να το πας το πράγμα. Τώρα, αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, γιατί κι αυτό με τα χρόνια μπορεί να μεταβληθεί. Δεν είναι το ζητούμενο να ξεκινήσεις με ένα μανιφέστο.

Είναι ενδιαφέρουσα η επιλογή σου να έχουν άλλους τίτλους οι παραστάσεις. Μιλώντας για το Colossus, που έχω πιο πρόσφατο, είδα πως είχες σκύψει πολύ προσεκτικά πάνω στη δραματουργία του Αγαμέμνονα. Θα έλεγα πως νομιμοποιείσαι να κρατήσεις τον τίτλο πολύ περισσότερο από άλλες παραστάσεις που έχουμε δει να διατηρήσεις το όνομα του πρωτότυπου, αλλά δεν το κάνεις. Το θεωρώ πιο ειλικρινές από πλευράς καλλιτεχνικής πρόθεσης. Αν από την Ορέστεια εγώ θέλω να κάνω κάτι τέτοιο, να κοπιάσω, να δουλέψω, και να βρω τι είναι και τι γίνεται. Κι όχι από οκνηρία να πάω να το φορέσω σε μια κατασκευή έτοιμη. Είναι μια πιο έντιμη συνομιλία με το υλικό. Δεν εννοώ πως το άλλο είναι άτιμο. Αλλά αυτό είναι πιο συνεπές με τη δουλειά που θέλω να κάνω εγώ. Διαφορετικά θα μπορούσα να το ονομάσω έτσι, και να πω πως είναι ένας παρανοϊκός σουρεαλιστικός εφιάλτης. Αλλά πάλι δεν είναι αυτό. Με αυτό τον τρόπο, με αυτή την τριλογία, θέλω κάτι να μάθω για την αρχαία τραγωδία. Όπως και με την επόμενη που σκοπεύω να κάνω, θέλω να συνομιλήσω με το γερμανικό ρομαντισμό. Δεν θέλω να κάνω τον Βέρθερο του Γκαίτε, ούτε τους Ληστές του Σίλλερ αυτούσιους. Θα χρησιμοποιήσω υλικό από τον κόσμο του Κλάιστ, του Σίλλερ και του Γκαίτε: αυτό θα ήθελα να κάνω, το πεδίο της ερευνάς μου είναι αυτό. Θέλω να μιλήσω γι αυτό τον κόσμο. Παρόλα αυτά το προϊόν είναι η προσωπική μου συνομιλία με αυτούς τους ποιητές. Δεν είναι το ίδιο το έργο τους. Είναι πολύ περισσότερο δικό μου. Μια προσωπική συζήτηση με τους νεκρούς.

Τι μορφή θα έχει; Θα είναι μια τριλογία: το Βάνζεε, το Βάτζμαν και Βάλχαϊμ. Το πρώτο είναι μια λίμνη, αυτή όπου αυτοκτόνησε ο Κλάιστ με την ερωμένη του, το δεύτερο ένα βουνό, μια από τις υψηλότερες βουνοκορφές της Γερμανίας,  και το τρίτο μια φανταστική πόλη όπου υποτίθεται πως έζησε ο Βέρθερος. Θα είναι τρία αυτόνομα κομμάτια, και τα καθένα πραγματεύεται με ένα τρόπο το πώς η ιδέα ή η πίστη σε κάτι απόλυτο, είτε πρόκειται για έναν απόλυτο έρωτα, είτε για έναν απόλυτο ηγέτη, είτε ένα απόλυτο καλλιτεχνικό δημιούργημα, μπορεί να οδηγήσει από σε έναν χωρισμό ή μια αυτοκτονία, μέχρι στο ολοκαύτωμα. Η ιδέα του απόλυτου: ο ένας και μοναδικός, έρωτας, ηγέτης, θεός, η μία και απόλυτη φυλή, το καθαρό αίμα, όλα αυτά τα υπερθετικά που έχει ο ρομαντισμός σαν διανοητικό περιεχόμενο. Το υψηλό φρόνημα. Το οποίο μπορείς να το δεις από το Χίτλερ μέχρι στο πώς φανταζόμαστε τον ιδανικό ερωτικό σύντροφο. Πού οδηγεί αυτό; Από την καθημερινότητά μας μέχρι το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κάτι τελευταίο: Helter Skelter.  Πολύ φορτισμένο όνομα. Από τον Μάνσον; Και όχι μόνο, από πολλά.  Ενώ είναι τόσο γλωσσοδέτης, κι έχω μετανιώσει αυτών των λέξεων που περισσότερο πρόβλημα είναι – από τη δημόσια υπηρεσία που θα πας και θα πουν: τι σκατά είναι αυτό; Mέχρι που σε ρωτάνε πώς λένε την ομάδα και δυσκολεύεσαι να το πεις – όμως εκ των υστέρων, γιατί κι εγώ τον Μάνσον σκεφτόμουνα και τους Beatles, και τον Τζόναθαν Σουίφτ που έχει ένα ποίημα τέτοιο, αλλά και τις μάγισσες του Σαίξπηρ που κάπου το λένε ως ηχοποίητη λέξη, έχει το ότι μέσα σε μια λεκτική φόρμα υπάρχουν όλα αυτά τα στρώματα, την ίδια στιγμή που το ακούς κι είναι σαν να μην ακούς τίποτα, σαν να ακούς ένα κλικ. Αυτό!

Claudio Monteverdi: Ορφέας, 24-25 Νοεμβρίου στις 20:00. Αρχική ιδέα: Μάρκελλος Χρυσικόπουλος, Σκηνοθεσία: Θάνος Παπακωνσταντίνου, Μεταγραφές, διασκευές, live electronics: Πάνος Ηλιόπουλος, Σκηνικά, κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού, Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα, Επιμέλεια κίνησης: Στο ρόλο του Ορφέα ο Juan Sancho. Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.