«Από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, που ποτέ δεν επισκέφτηκε το Πολυτεχνείο, μέχρι πρόσφατες δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών που μιλούν απαξιωτικά για μύθους, ταβέρνες και παϊδάκια, το Πολυτεχνείο αντιμετωπίζεται –πλην λίγων εξαιρέσεων– ως οχληρή μυθολογία. Ας συνεχίσει όμως η Αριστερά, οι «από τα κάτω», ο δημοκρατικός και προοδευτικός κόσμος, να πηγαίνουν κόκκινα γαρύφαλλα και τριαντάφυλλα στο Πολυτεχνείο», σχολιάζει, σαρανταεννέα χρόνια μετά το ιστορικό συμβάν της εξέγερσης του Πολυτεχνείου ο Υποψήφιος διδάκτορας Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας ΕΚΠΑ Δημήτρις Γαρρής, ειδικός για τη συγκρότηση της μνήμης του Πολυτεχνείου μεταπολιτευτικά – εκπονεί αυτό τον καιρό την διατριβή: “Ιστοριογραφία και μνήμη του Αντιδικτατορικού Αγώνα (1974-2019)”.

17 Νοέμβρη σήμερα. Το Πολυτεχνείο ζει; Είναι ακόμα «ένα ζων σύμβολο που συνεχίζει να συγκροτείται και να ανασημασιοδοτείται»;, αναρωτιόμαστε. Μπορεί όσο ήταν βουλευτής της νεοναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης -όπως κρίθηκε από τη Δικαιοσύνη στον ά βαθμό- “Χρυσή Αυγή”, ο Γ. Λαγός να χαρακτήρισε εντός της ελληνικής Βουλής “παραμύθι” την εξέγερση του Πολυτεχνείου, καλώντας τους βουλευτές που βρίσκονταν στην αίθουσα της Βουλής να του αναφέρουν “έστω τα ονόματα δύο νεκρών”, όμως η αποδόμηση του συμβόλου του δεν πρόκειται για τάση αποκλειστικά του ακροδεξιού, νεοναζιστικού περιθωρίου, αλλά ευρύτερα ενός κυριάρχου ιδεολογικού χώρου, που βρίσκει, διαπιστώνεται, έδαφος και στην ιδιωτική εκπαίδευση, μέρος της οποίας έχει απαλείψει σκοπίμως τον εορτασμό της επετείου-συμβόλου των αντιδικτατορικού αγώνα και οποιαδήποτε σχετική αναφορά.

Δεν πάνε χρόνια, ας θυμηθούμε, που και ο σημερινός υπουργός της Ν.Δ. Άδωνις Γεωργιάδης διατεινόταν ότι δεν υπήρξε ούτε ένας νεκρός στο Πολυτεχνείο και ότι “το Πολυτεχνείο και η 17 Νοεμβρίου, είναι ο ιδρυτικός πολιτικός μύθος της ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς στην Ελλάδα”.

Τι ακριβώς συμβαίνει, επομένως, σχεδόν μισό αιώνα μετά; Τι έχει επικρατήσει στην εγχώρια εκπαίδευση, στο εγχώριο συλλογικό ασυνείδητο αλλά και σε κάθε ένα ιδεολογικό χώρο, αναφορικά με το «αγκάθι», για κάποιους, «σύμβολο» για άλλους, του Πολυτεχνείου;

«Πριν συμπληρωθεί δεκαετία από το γεγονός, το Πολυτεχνείο είχε ήδη αποκτήσει τη θέση του στα σχολεία. Αυτό επομένως σήμαινε ότι η εξέγερση του Νοέμβρη ξεκίνησε έκτοτε να διδάσκεται, όπως λόγου χάρη η Άλωση της Κωνσταντινούπολης ή η Επανάσταση του 1821; Όχι. Το Πολυτεχνείο μπορεί μεν σταδιακά να μπήκε στα σχολικά βιβλία, αλλά ακόμα και σήμερα μαθαίνεται περισσότερο στη γιορτή, ανήμερα της 17ης Νοεμβρίου, και λιγότερο ή καθόλου από την εγκύκλια διδασκαλία, η οποία άλλωστε σπανίως ως ποτέ προλαβαίνει να φτάσει στην ιστορία του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Αυτό αξίζει να το σκεφτούμε λίγο», μας παροτρύνει ο μελετητής-ερευνητής  της περιόδου.

Πολυτεχνείο

Ο Δημήτρις Γαρρής, Υποψήφιος διδάκτορας Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας ΕΚΠΑ, ειδικός για τη συγκρότηση της μνήμης του Πολυτεχνείου μεταπολιτευτικά.

49 χρόνια μετά. Σε ποιο βαθμό γνωρίζει η ελληνική κοινωνία σήμερα, χωρίς συναισθηματικές φορτίσεις και ιδεολογικές αγκυλώσεις, τι όντως συνέβη στο Πολυτεχνείο; Σε ποιο βαθμό έχει περάσει στη δημόσια και ιδιωτική παιδεία το Πολυτεχνείο και με ποιο τρόπο; 

Ας αντιστρέψουμε λίγο το ερώτημα και ας σκεφτούμε: από πού μαθαίνουμε το Πολυτεχνείο; Ποιες είναι οι κύριες πηγές, οι κεντρικοί τόποι μέσω των οποίων η ελληνική κοινωνία αντλεί γνώση για την εξέγερση του 1973. Πράγματι, το σχολείο –πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης– διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ήδη από το 1982, καθιέρωσε την 17η Νοεμβρίου ως σχολική γιορτή και αργία για το σύνολο της εκπαίδευσης. Η συγκεκριμένη πολιτική επιλογή του ΠΑΣΟΚ εγγραφόταν σε μια συνολικότερη μνημονική στρατηγική του, η οποία προέτασσε αφενός, τη δικαίωση χρόνιων αιτημάτων των τμημάτων εκείνων του πληθυσμού που είχαν κυνηγηθεί από τους μηχανισμούς του μετεμφυλιακού κράτους (βλέπε αναγνώριση Εθνικής Αντίστασης, επίσης το 1982) και αφετέρου, ένα αφήγημα συμφιλίωσης. Σχετικά με το Πολυτεχνείο, το αίτημα για θεσμική αναγνώριση είχε διατυπωθεί πολύ νωρίς, αμέσως μετά την πτώση της χούντας. Για παράδειγμα, ο Λουκάς Αποστολίδης, ενεργό μέλος του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος και μετέπειτα βουλευτής και υπουργός του ΠΑΣΟΚ, στη μαρτυρία του για τη Νομική και το Πολυτεχνείο, η οποία εκδόθηκε το 1974, έγραφε: «Η 17η του Νοέμβρη πρέπει να καθιερωθή σαν πανελλήνια μέρα αργίας, μέρα του φοιτητή, μέρα του Δημοκράτη αγωνιστή. Η πολιτεία δεν πρέπει να φέρη αντίρρηση αλλιώς θα κοροϊδέψουμε τους ήρωες και θα γελάμε με τη μνήμη τους».

Έτσι, πριν συμπληρωθεί δεκαετία από το γεγονός, το Πολυτεχνείο είχε ήδη αποκτήσει τη θέση του στα σχολεία. Αυτό σήμαινε ότι η εξέγερση του Νοέμβρη ξεκίνησε έκτοτε να διδάσκεται, όπως λόγου χάρη η Άλωση της Κωνσταντινούπολης ή η Επανάσταση του 1821; Όχι.

Τι συμβαίνει; 

Το Πολυτεχνείο μπορεί μεν σταδιακά να μπήκε στα σχολικά βιβλία, αλλά ακόμα και σήμερα μαθαίνεται περισσότερο στη γιορτή, ανήμερα της 17ης Νοεμβρίου, και λιγότερο ή καθόλου από την εγκύκλια διδασκαλία, η οποία άλλωστε σπανίως ως ποτέ προλαβαίνει να φτάσει στην ιστορία του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Αυτό αξίζει να το σκεφτούμε λίγο. Τι σημαίνει για τη γνώση των γεγονότων; Η σχολική γιορτή προσφέρει μεγαλύτερα περιθώρια ελευθερίας στους εκπαιδευτικούς και παράλληλα, το Πολυτεχνείο, παρά τον μισό αιώνα απόσταση από το γεγονός, είναι ακόμα ζωντανό, ένα ζων σύμβολο που συνεχίζει να συγκροτείται και να ανασημασιοδοτείται στα αμφιθέατρα και στις αίθουσες εκδηλώσεων των κατά τόπους δημοτικών, γυμνασίων, λυκείων παρά εντός της σχολικής τάξης. Μαθαίνεται εκεί το μήνυμα, η ουσία του Πολυτεχνείου, μια πρώτη επαφή με τις αξίες της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της αυτοθυσίας, μια μαθητεία στο παράτολμο εντός της ιστορίας.

Υπάρχει κάποια διαφορά μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης;

Σχετικά με τη διάκριση δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων, μονάχα ένα σύντομο σχόλιο μπορώ να κάνω. Η εγκύκλιος του υπουργείου Παιδείας σχετικά με την αργία και τη γιορτή του Πολυτεχνείου είναι κανονικά δεσμευτική και για τα μεν και για τα δε. Αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια έχουν υπάρξει καταγγελίες από συλλόγους και ομοσπονδίες διδασκόντων, πως με αυθαίρετες αποφάσεις των σχολαρχών στις 17 Νοεμβρίου γίνεται μάθημα όπως τις άλλες μέρες, δίχως γιορτή ή αναφορά στο Πολυτεχνείο. Πρόκειται μάλλον για σημάδι των καιρών, υπό την έννοια πως η διαρκής κριτική στη «γενιά του Πολυτεχνείου» και στην «κουλτούρα της Μεταπολίτευσης» κατά τη δεκαετία της κρίσης προλείανε το έδαφος για τέτοιες αποφάσεις. Αλλά δεν είναι εδώ ο τόπος για αυτή τη συζήτηση.

Πέρα από το σχολείο, το Πολυτεχνείο είναι εμφατικά παρόν στη δημόσια ιστορία. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 μέχρι σήμερα, πάμπολλες είναι οι τηλεοπτικές εκπομπές με αφιερώματα στην εξέγερση και πολυάριθμα τα βιβλία που έχουν κατά καιρούς εκδοθεί με μαρτυρίες, χρονικά ή, τα τελευταία κυρίως χρόνια, συστηματικές ιστορικές μελέτες, όπως λόγου χάρη «Τα παιδιά της δικτατορίας» του Κωστή Κορνέτη. Συνεπώς, επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα αναφορικά με το πόσο καλά γνωρίζει η ελληνική κοινωνία το Πολυτεχνείο, δίχως σε αυτό να μπορώ να απαντήσω με ασφάλεια, θα αρκεστώ να σημειώσω πως όποιος κι όποια επιθυμεί, μπορεί να το μάθει.

Τι αγνοούμε σήμερα παντελώς από το Πολυτεχνείο και ποιοι είναι οι μύθοι που συνδέονται με αυτό; Σχετίζονται με τους νεκρούς του και με το ότι υπήρξε η αιτία που έπεσε η Χούντα;

Το Πολυτεχνείο, πολύ νωρίς μετά την πτώση της Χούντας, συγκροτήθηκε ως σύμβολο, ως το μείζον σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα, και ταυτόχρονα λειτούργησε ως ιδρυτική συνθήκη της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Όταν ένα ιστορικό γεγονός συμβολοποιείται σε τόσο μικρή χρονική απόσταση και τόσο εντατικά, δεν είναι σπάνιο να συνυπάρχουν και να συνυφαίνονται μύθος και πραγματικότητα. Εκείνο που έχει ενδιαφέρον είναι ότι κάθε διαφορετική υποπερίοδος της μεταπολιτευτικής περιόδου έθρεψε τους δικούς της μύθους. Για παράδειγμα, σήμερα είμαστε αρκετά εξοικειωμένοι με την ακροδεξιά ρητορεία περί μη ύπαρξης νεκρών, θέση η οποία συνιστά υποβολιμαίο ψεύδος και μύθο πρώτου μεγέθους. Μετά την προ εικοσαετίας τεκμηριωμένη έρευνα του Λεωνίδα Καλλιβρετάκη, γνωρίζουμε με ασφάλεια ότι κατά τη διάρκεια της καταστολής της εξέγερσης υπήρξαν 24 πλήρως επιβεβαιωμένοι νεκροί, καθώς και 16 ακόμα ανώνυμες περιπτώσεις, οι οποίες «προκύπτουν βασίμως» ως νεκροί από σχετικά αξιόπιστες καταθέσεις. Ωστόσο, τα πρώτα χρόνια μετά το Πολυτεχνείο κυριαρχούσε στην κοινή γνώμη και στον Τύπο η πεποίθηση πως οι νεκροί ήταν εκατοντάδες, αποκρύβονταν σκόπιμα και είχαν θαφτεί όπως όπως σε ομαδικούς τάφους στου Ζωγράφου ή στο Γουδί. Εν γένει, η αίσθηση των πρώτων μεταπολιτευτικών ετών σχετικά με τον αριθμό των νεκρών αποτυπώνεται και στο γεγονός πως η πλέον συχνή περίφραση σε βιβλία και στον Τύπο δεν ήταν η επικρατούσα σήμερα «εξέγερση του Πολυτεχνείου», αλλά «η σφαγή του Πολυτεχνείου». Σε κάθε περίπτωση, μια ιχνηλάτηση των κατά καιρούς επικρατούντων μύθων γύρω από την εξέγερση του Νοέμβρη είναι περισσότερο διαφωτιστική για το εκάστοτε παρόν, εντός του οποίου ανθούν και διαδίδονται, παρά προφανώς για το ίδιο το γεγονός.

Τι δεν είναι γνωστό ευρέως ακόμη για το Πολυτεχνείο; 

Αδυνατώντας να απαντήσω στο τι αγνοούμε σήμερα για το Πολυτεχνείο, θα επιχειρήσω τηλεγραφικά να σημειώσω τι θα ήταν καλό να μη λησμονούμε. Αν το αντιμετωπίσουμε κυριολεκτικά, πράγματι το άμεσο αίτιο της πτώσης της χούντας δεν ήταν το Πολυτεχνείο, αλλά το χουντικό πραξικόπημα κατά του Μακαρίου στην Κύπρο και η επακολουθήσασα τουρκική εισβολή. Ωστόσο, το Πολυτεχνείο σήμανε την αρχή του τέλους της Δικτατορίας ανακόπτοντας το πείραμα της φιλελευθεροποίησης με τον πρωθυπουργό-μαριονέτα του Παπαδόπουλου, Μαρκεζίνη. Επιπλέον, το αίμα που χύθηκε στο Πολυτεχνείο κατέστησε ανέφικτη τη μη τιμωρία των χουντικών. Οι δίκες που έγιναν μεταπολιτευτικά δεν ήταν αυτονόητες. Ο σημαντικότερος ίσως παράγοντας που οδήγησε στη διεξαγωγή τους προσδιορίζεται στη θυσία των δολοφονημένων αγωνιστών κατά την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης.

Ακόμα, μια διάσταση η οποία συχνά ξεχνιέται ή παραβλέπεται, έγκειται στο πρωτόγνωρο αίσθημα που δημιούργησε η τριήμερη κατάληψη, στις συνθήκες υψηλής αλληλεγγύης μέσα στον αθηναϊκό λαό. Συχνά, οι συμμετέχοντες στην εξέγερση περιγράφουν ένα πανηγυρικό κλίμα, ένα ευφρόσυνο ξέσπασμα ελευθερίας, μια αίσθηση συλλογικής ανάτασης. Με άλλα λόγια, για τρεις μέρες το Πολυτεχνείο κατατρόπωσε τον επί εξίμισι χρόνια εγκατεστημένο φόβο. Με την αυταπάρνηση και τη γενναιότητα όσων μετείχαν σε αυτό –όσο κι αν ακούγεται συνθηματικό και κλισέ, αλλά εδώ απολύτως αληθινό– έκανε τον φόβο ν’ αλλάξει πλευρά.

«Πολύτροπος και πολυεστιακός ο αντιδικτατορικός αγώνας»

Σε τι ποσοστό συμμετείχαν οι φοιτητές στο αντιδικτατορικό κίνημα; 

Το Πολυτεχνείο μπορεί δίκαια να έχει καταγραφεί ως η κορυφαία στιγμή της αντιχουντικής αντίστασης, αλλά δεν υπήρξε η μόνη. Ο αντιδικτατορικός αγώνας ήταν πολύτροπος και πολυεστιακός. Αναπτύχθηκε τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας και εκφράστηκε μέσω ενός ευρύτατου ρεπερτορίου πράξεων και πρακτικών, το οποίο περιλάμβανε ατομικές και συλλογικές κινήσεις διαμαρτυρίας στο εσωτερικό της χώρας, μορφές δυναμικής αντίστασης όπως η τοποθέτηση βομβών, κινήσεις αντιδικτατορικού χαρακτήρα εντός του στρατεύματος, έκδοση αντιδικτατορικών εφημερίδων και περιοδικών, κ.ά.

Συνολικά η νεολαία και ειδικά οι φοιτήτριες και οι φοιτητές συμμετείχαν ενεργά σε όλες τις φάσεις της αντίστασης. Τα πρώτα χρόνια της δικτατορίας με το ασφυκτικό πλαίσιο διώξεων και την απηνή καταστολή, πλήθος νέων και φοιτητών στελέχωσε τις παράνομες συνωμοτικές αντιδικτατορικές οργανώσεις. Ένα ανάμεσα σε αρκετά παρόμοια παραδείγματα απαντά στην τροτσκιστική οργάνωση «Σπουδαστική Πάλη» (μετονομάστηκε σε «Λαϊκή Πάλη» τον Μάρτιο 1969), η οποία ιδρύθηκε το 1967 από τους φοιτητές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Αντώνη Λιάκο και Τριαντάφυλλο Μηταφίδη. Ωστόσο, οι μικρές συνωμοτικές οργανώσεις της πρώτης φάσης επρόκειτο να εξαρθρωθούν από το καθεστώς έως τα 1969-1970, όπου μπορούμε να τοποθετήσουμε το τέλος της πρώτης φάσης του αντιδικτατορικού αγώνα. Στη δεύτερη χρονικά φάση του, από τις αρχές του 1971 μέχρι και το Πολυτεχνείο, οι φοιτητές και οι φοιτήτριες αποκτούν ηγεμονικό ρόλο στην αντίσταση. Αξιοποιώντας τις όποιες ρωγμές προσέφερε η ψευδεπίγραφη φιλελευθεροποίηση του Παπαδόπουλου, συγκρότησαν σταδιακά το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα, το οποίο, σε αντίθεση με τις αντιστασιακές οργανώσεις της πρώτης περιόδου, πρώτον, ήταν μαζικό και δεύτερον, γεννήθηκε, αναπτύχθηκε και κορυφώθηκε σε συνθήκες –πιεσμένης, οριακής, δικτατορικής, αλλά– νομιμότητας.      

Ποια είναι η διαφορά της εξέγερσης στο Πολυτεχνείο από την κατάληψη της Νομικής;

Αρχικά, εκδηλώθηκαν σε διαφορετική χρονική στιγμή. Αυτό έχει μεγάλη σημασία, καθώς ναι μεν αμφότερα τα γεγονότα τοποθετούνται στο 1973, αλλά ο χρόνος που μεσολάβησε ανάμεσα στις καταλήψεις της Νομικής, τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο, έως τον Νοέμβριο και την εξέγερση του Πολυτεχνείου, υπήρξε ιδιαίτερα πυκνός σε εξελίξεις: οι υποχρεωτικές στρατεύσεις αγωνιστών φοιτητών με το κόψιμο της αναβολής, το κίνημα του Ναυτικού τον Μάιο, η κατάργηση της Βασιλείας με το νόθο δημοψήφισμα του καλοκαιριού, το πείραμα Μαρκεζίνη, το μνημόσυνο του Γεωργίου Παπανδρέου στις αρχές Νοεμβρίου και οι συλλήψεις διαδηλωτών εκεί. Όλες αυτές οι εξελίξεις με τον έναν ή τον άλλον τρόπο επηρέασαν τη δυνατότητα του Πολυτεχνείου να υπάρξει και τελικά τη δυναμική του.

Στο καθαυτό γεγονός, το Πολυτεχνείο, σε σύγκριση με τις καταλήψεις της Νομικής λίγους μήνες πριν, πέτυχε μια πολύ μεγαλύτερη μαζικότητα. Κρίσιμο ρόλο σε αυτό διαδραμάτισε και ο πομπός, ο ραδιοσταθμός του Πολυτεχνείου, ο οποίος εκπέμποντας στην Αθήνα τα μηνύματα των φοιτητών συνέβαλε καταλυτικά στη διάχυση της εξεγερσιακής ατμόσφαιρας στην πρωτεύουσα. Παράλληλα, μια ακόμη διαφορά συνίσταται στο γεγονός πως η Νομική ήταν ένα αμιγώς αθηναϊκό και αμιγώς φοιτητικό αντιστασιακό συμβάν, ενώ αντίθετα το Πολυτεχνείο πρώτον, είχε μια ορισμένη «μεταδοτικότητα» σε άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας (θυμίζω τις καταλήψεις των Πολυτεχνείων σε Θεσσαλονίκη και Πάτρα τις ίδιες μέρες του Νοέμβρη του 1973) και δεύτερον, στο πλάι των φοιτητών μέσα στο Πολυτεχνείο βρέθηκαν εργάτες, αγρότες (οι Μεγαρείς που βρίσκονταν διαμαρτυρόμενοι τότε στην Αθήνα για τις απαλλοτριώσεις της γης τους) και κάποιοι μαθητές. Τέλος, μια συντριπτικής σημασίας διαφορά έγκειται στη βιαιότητα και στο αιματηρό της καταστολής. Στο Πολυτεχνείο υπήρξαν δολοφονίες, νεκροί από πυρά αστυνομικών και άλλων παρακρατικών ελεύθερων σκοπευτών. Στη Νομική όχι. Σε κάθε περίπτωση, τα δύο γεγονότα συνδέονται. Η Νομική υπήρξε ο προπομπός και το προανάκρουσμα, ενώ το Πολυτεχνείο η στιγμή της κορύφωσης, της τελικής αναμέτρησης, του «τώρα ή ποτέ» όπως έλεγε και ένα από τα συνθήματα των ημερών.

«Για τη Δεξιά μοιάζει να αποτελεί ένα αγκάθι, κάτι το άβολο»

Τι συμβολίζει το Πολυτεχνείο σήμερα για κάθε έναν ιδεολογικό χώρο; Πώς έχει επίσης εργαλειοποιηθεί από κάθε έναν τους;

Αυτό το ερώτημα σηκώνει μεγάλη συζήτηση και ο επαρκής φωτισμός του θα απαιτούσε ενδελεχή έρευνα. Ωστόσο, χοντρικά και με δόση απλούστευσης εξ ανάγκης, μπορούμε να πούμε ότι το Πολυτεχνείο για την Αριστερά και εν γένει για τον κόσμο του κινήματος αποτελεί τη μεγάλη, την εξέχουσα, την άφταστη στιγμή της πρόσφατης ιστορίας του, η οποία χρονιά με τη χρονιά έρχεται να εμπνεύσει και να επανανοηματοδοτήσει τους αγώνες και τις διεκδικήσεις του εκάστοτε παρόντος, ενώ για τη Δεξιά μοιάζει να αποτελεί ένα αγκάθι, κάτι το άβολο. Από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, που ποτέ δεν επισκέφτηκε το Πολυτεχνείο, μέχρι πρόσφατες δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών που μιλούν απαξιωτικά για μύθους, ταβέρνες και παϊδάκια, το Πολυτεχνείο αντιμετωπίζεται –πλην λίγων εξαιρέσεων– ως οχληρή μυθολογία. Ας συνεχίσει όμως η Αριστερά, οι «από τα κάτω», ο δημοκρατικός και προοδευτικός κόσμος, να πηγαίνουν κόκκινα γαρύφαλλα και τριαντάφυλλα στο Πολυτεχνείο· είναι κι αυτός ένας τρόπος να διατηρηθεί η μνήμη –μαζί της και το αγκάθι. 

Αναφερθήκατε και πριν εμμέσως στη «γενιά του Πολυτεχνείου». Η κριτική εναντίον της είναι διαρκής. Πόσο κακό έχει κάνει στη μνήμη του το ότι μέρος της “εκχωρήθηκε” σε παρατάξεις, υπουργεία, εξαργυρώνοντας τη νεανική επαναστατικότητα; 

Η κριτική περί εξαργύρωσης υπάρχει από αρκετά νωρίς. Ήδη στα 1976, ο Βασίλης Φίλιας, ηγετικό στέλεχος της κεντροαριστερής αντιστασιακής οργάνωσης «Δημοκρατική Άμυνα», σε άρθρο του στην «Ελευθεροτυπία» καλούσε «να σταματήση η καπηλεία της Αντίστασης» και επιχειρούσε να εξηγήσει «γιατί οι ‘Νέο-Αντιστασιακοί’ είναι χειρότεροι κι απ’ τους χαφιέδες». Καυτηρίαζε το γεγονός πως, μετά την πτώση της δικτατορίας, πλήθη υπήρξαν εκείνοι που θέλησαν να δειχθούν ως φέροντες βαριές αντιστασιακές περγαμηνές για τις να κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά και να τις εξαργυρώσουν οικονομικά στο ευεπίφορο ριζοσπαστικό συγκείμενο της πρώιμης Μεταπολίτευσης. Έγραφε: «Κάπως έτσι λοιπόν γίναμε όλοι αντιστασιακοί κι έχει κανείς αυτή την υπέροχη αίσθηση ότι ζει και κινείται σ’ έναν κόσμο ηρώων». Στην πραγματικότητα, παρόμοιες κριτικές θα συνεχιστούν με διαφορετική ένταση και τόνο και τα επόμενα χρόνια, αλλά δίχως ακόμα να καθίστανται κυρίαρχες και ηγεμονικές στον δημόσιο διάλογο. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 σε άρθρο του στα «ΝΕΑ» ο Γιάννης Πρετεντέρης δηκτικά παρατηρούσε πως η γενιά του Πολυτεχνείου είχε εγκαταλείψει τα αμπέχονα και στη θέση τους φόραγε πια γραβάτες. Λίγα χρόνια αργότερα, στα πρώτα βήματα της ιδιωτικής τηλεόρασης και στο δημοφιλές σίριαλ «Οι Απαράδεκτοι», ο χαρακτήρας του Σπύρου Παπαδόπουλου εργαζόταν ως στέλεχος σε διαφημιστική και συχνά πυκνά αλλά ανέξοδα και γκροτέσκα αναθυμόταν τη συμμετοχή του στο Πολυτεχνείο.

Ωστόσο, το ουσιώδες εδώ είναι να σκεφτούμε, να προβληματοποιήσουμε την έννοια της γενιάς. Υπάρχει γενιά του Πολυτεχνείου; Και αν υπάρχει, ακολούθησε, πλειοψηφικά έστω, μια ενιαία και συμπαγή στάση μεταπολιτευτικά, η οποία εξαργύρωνε και πρόδιδε το εξεγερσιακό της παρελθόν; Δεν νομίζω. Ο Ολύμπιος Δαφέρμος, ένας σεμνός και άοκνος αγωνιστής, μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής του Πολυτεχνείου το 1973, υποστηρίζει πως η γενιά του Πολυτεχνείου σταμάτησε να υπάρχει το ξημέρωμα της 17ης Νοεμβρίου 1973, υπό την έννοια πως έπειτα, το ούτως ή άλλως πολυσυλλεκτικό και ετερόκλητο υποκείμενο της εξέγερσης, ακολούθησε διαφορετικούς δρόμους. Τους συνέδεε μια κορυφαία κοινή εμπειρία, η συμμετοχή και η συνδιαμόρφωση του μείζονος αντιστασιακού συμβάντος αλλά μέχρι εκεί. Ούτε το μεταβόλισαν όλοι με τον ίδιο τρόπο, ούτε θέλησαν όλες και όλοι να χτίσουν πολιτικές ή άλλες καριέρες πάνω σε αυτό. Το φαινόμενο της «εξαργύρωσης» είχε μικρές στην πραγματικότητα διαστάσεις, ένα παραμικρό ποσοστό των εξεγερμένων του τότε, απλά είχε de facto μεγάλη ορατότητα. Η κριτική στη γενιά του Πολυτεχνείου σκόπιμα το παρέβλεπε αυτό. Στη φούρια της τελευταίας δεκαετίας για ανάθεμα στην «κουλτούρα της Μεταπολίτευσης» και χρέωση όλων των αμαρτημάτων στη «γενιά του Πολυτεχνείου», όλο το εξεγερσιακό υποκείμενο συνέφερε να παρουσιάζεται ως εν γένει και εν συνόλω εξωνημένο και συμβιβασμένο.