ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Covid – 19 Κανένας Μόνος/ Καμία Μόνη: Μια καμπάνια που θέλει να νικήσει η ζωή

Ο Κώστας Φουρίκος, η Ντίνα Σωτηριάδου και ο Αντώνης Φάρας, μέλη της καμπάνιας, μιλούν στην Popaganda για την ανακούφιση που προσφέρει η αλληλεγγύη και η διεκδίκηση.
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Κατσής

Το 1995 ένας φονικός καύσωνας στο Σικάγο άφησε πίσω του εκατόμβη νεκρών. Στην πλειονότητα τους ήταν φτωχοί ηλικιωμένοι και αφροαμερικανοί, αυτοί δηλαδή που δεν είχαν πρόσβαση σε υπηρεσίες και κλιματιζόμενους χώρους.

Οι τοπικές αρχές και τα media τους παρουσίασαν ως «θύματα του εαυτού τους». Η αναλωσιμότητα της ζωής αποκόπηκε από τις ταξικές, ηλικιακές, εθνοτικές, έμφυλες συντεταγμένες, αποσυνδέθηκε από τις διαρθρωτικές συνθήκες της αμερικάνικης μητρόπολης και αποδόθηκε στην ατομική ευθύνη. Βλέπεις η ατομική ευθύνη δεν είναι επινόηση της πανδημίας, είναι ένα διαχρονικό παραπέτασμα απόκρυψης δομικών αντιθέσεων.

Με αντίστοιχο τρόπο αρθρώνεται στο ελληνικό συγκείμενο της υγειονομικής κρίσης, αποσιωπώντας την κρατική ανεπάρκεια στην ενίσχυση του συστήματος δημόσιας υγείας και στην ανάπτυξη κοινωνικών υπηρεσιών που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ασπίδα προστασίας για τα πιο ευάλωτα στρώματα. Η ευθύνη για το κακό είναι ατομική, λοιπόν, αλλά το περίφημο, κάπως κατασκευασμένο και λίγο υβριστικό ελληνικό success story είναι κρατικό. Γιατί – όπως και να το κάνεις –  ηχεί προσβλητικά να μιλάς για success story πάνω από τους νεκρούς, πάνω από το burnout των υγειονομικών και πάνω από την αγωνία των ανθρώπων αν θα έχουν αύριο δουλειά. Αν κάτι συνέβη, είναι ότι η κοινωνία γρατζουνίστηκε μεν αλλά δε λύγισε χάρη στους ανθρώπους της πρώτης γραμμής που ανέλαβαν το ρίσκο, χάρη στο αίσθημα κοινωνικής ευθύνης που επικράτησε συντριπτικά και χάρη στις δεκάδες πρωτοβουλίες αλληλοβοήθειας και αλληλεγγύης που κάλυψαν το τεράστιο κρατικό κενό, φωτίζοντας και βοηθώντας αυτούς και αυτές που παρατήθηκαν στο τίποτα.

Η καμπάνια «Covid – 19 Κανένας Μόνος/ Καμία Μόνη», είναι μια τέτοια περίπτωση που προέκυψε στο ερεβώδες τοπίο της πανδημίας, αναπτύσσοντας ένα πολυεπίπεδο φάσμα λειτουργιών και δραστηριοτήτων. Μέσα από το συντονισμό 700 περίπου ατόμων, εδραίωσε μια ζωηρή παρουσία στα social media, έχοντας μια διάσταση παρατηρητηρίου κυβερνητικών και εργοδοτικών αυθαιρεσιών και επιτελώντας έναν ρόλο αντι – πληροφόρησης, δίνοντας φωνή σε αόρατα υποκείμενα αλλά προσφέροντας κιόλας πλούσιες αναλύσεις από την Ελλάδα και το εξωτερικό με τη συνδρομή του ιντερνετικού ραδιοφώνου που έφτιαξαν και έκτακτων τηλεοπτικών εκπομπών.

Παράλληλα, οργάνωσε δύο μεγάλα καλέσματα για συγκέντρωση ειδών πρώτης ανάγκης για τις μετανάστριες που κρατούνται σε απάνθρωπες συνθήκες στην Πέτρου Ράλλη και τον κούρδικο καταυλισμό στο Λαύριο, ενώ στήριξε δράσεις αλληλοβοήθειας σε πολλές γειτονιές. Μαζί με αυτά αναγνωρίζοντας το πνιγηρό αίσθημα μοναξιάς και φόβου, πραγματοποίησε μια μεγάλη διαδικτυακή συναυλία και καθιέρωσε τη Λέσχη Ανάγνωσης, επειδή η τέχνη δεν είναι προϊόν πολυτελείας αλλά απαραίτητο καταφύγιο λύτρωσης. 

Την επόμενη μέρα που δε μοιάζει καθόλου ανέμελη, αφού ο κίνδυνος της πανδημίας δεν έχει αποσοβηθεί αλλά αντίθετα διασταυρώνεται με τον κίνδυνο της αυταρχικοποίησης του κρατικού μηχανισμού και της προοπτικής μιας νέας λιτότητας, τόσο η συγκεκριμένη πρωτοβουλία , όσο και αρκετές ακόμα σκοπεύουν να συνεχίσουν και να επεκτείνουν τη δράση τους. Ίσως γιατί η θρυλούμενη «επιστροφή στην κανονικότητα» δεν είναι λύση. Ίσως να είναι και το πρόβλημα, όπως μας είχαν προειδοποιήσει οι εξεγερμένοι της Χιλής.

Ο Κώστας Φουρίκος, η Ντίνα Σωτηριάδου και ο Αντώνης Φάρας, μέλη της καμπάνιας, μας τα εξήγησαν αναλυτικά.

Με ποια σκέψη ξεκίνησε η καμπάνια Covid – 19 Κανένας Μόνος/ Καμία Μόνη; Κώστας: Συνειδητοποιήσαμε ήδη από τις πρώτες μέρες της πανδημίας ότι μπαίνουμε σε μια ειδική συνθήκη με έκτακτα χαρακτηριστικά που μεταβάλλει τον τρόπο που επικοινωνούμε αλλά και που δρούμε. Αποφασίσαμε, λοιπόν, άνθρωποι και συλλογικότητες της αριστεράς να δημιουργήσουμε μια καμπάνια παρέμβασης στο δημόσιο λόγο με δύο βασικούς άξονες, την αλληλεγγύη και τη διεκδίκηση. 

Αντώνης: Στην αρχή ασχοληθήκαμε κυρίως με το κομμάτι της υγείας, γιατί αυτό προέκυπτε σαν αίτημα από τους ίδιους τους υγειονομικούς. Σιγά – σιγά παίρναμε ανάδραση από τη δυναμική της περιόδου. Είδαμε ανθρώπους που δεν είχαν καμία ορατότητα και προσπαθήσαμε να τους δώσουμε φωνή, γιατί ήταν εντελώς αποκλεισμένοι.

Η σχεδόν μονοφωνική αφήγηση της πλειονότητας των τηλεοπτικών καναλιών διαμόρφωσε μια επιπρόσθετη αναγκαιότητα στον τομέα της πληροφόρησης; Ντίνα: Ναι, είναι ξεκάθαρα κι ένα εργαλείο αντιπληροφόρησης. Θέλαμε να αναδείξουμε ζητήματα που δεν προβάλλονται ή προβάλλονται στρεβλά από τα media, όπως οι επιθέσεις σε εργασιακούς χώρους, η ενδοοικογενειακή βία, οι μετανάστες, οι άστεγοι αλλά και σ’ ένα πιο γενικό επίπεδο να σκιαγραφήσουμε μια άλλη άποψη για το πώς θα έπρεπε να είναι τα πράγματα. Γι’ αυτό στήσαμε την τηλεόραση με έκτακτες ενημερωτικού – σχολιαστικού χαρακτήρα εκπομπές και το ραδιόφωνο σε πιο τακτική βάση που εκπέμπει καθημερινά. 

Είχε απήχηση το εγχείρημα; Υπήρχαν άνθρωποι που επικοινωνούσαν μαζί σας για να μοιραστούν προβλήματα; Κώστας: Ένα βασικό στοιχείο σε αυτή την πρωτόγνωρη κατάσταση ήταν το συναίσθημα μοναξιάς και ανημπόριας, το να νιώθεις ότι κόβονται οι γέφυρες επικοινωνίας με το έξω. Ο στόχος ήταν να σπάσουμε την αμηχανία και να φτιάξουμε έναν ψηφιακό τρόπο επικοινωνίας. Όταν αυτό το πράγμα αναγνωρίστηκε και κέρδισε το χώρο του, ήρθαμε σε επαφή με πολλά άτομα που είτε ήθελαν να ζητήσουν βοήθεια, είτε να εκφράσουν τη δυσφορία τους για κάτι. Στην εργασία, για παράδειγμα, επικράτησε μια χαοτική κατάσταση. Αναδείξαμε αυθαιρεσίες σε μεγάλες εταιρείες και σε χώρους όπως η Υπηρεσία Ασύλου που δεν ανανεώνονται οι συμβάσεις των εργαζομένων. 

Αντώνης: Όσο μας μάθαινε ο κόσμος και κερδίζαμε την εμπιστοσύνη του, ένιωθε άνετα να μοιράζεται προβληματισμούς και ανάγκες που δύσκολα απευθύνει σε άγνωστα άτομα, όπως ανάγκη για τρόφιμα. Κι εμείς προσπαθήσαμε να ανταποκριθούμε. 

Ντίνα: Μάλιστα, αυτή η απήχηση ήταν για μας η αντανάκλαση της επιθυμίας μιας κοινωνίας να σταθεί αλληλέγγυα και όχι απλώς κλεισμένη σπίτι της και αποκομμένη. Μας έδινε κουράγιο να συνεχίσουμε, διότι καταλαβαίναμε ότι η παρέμβαση μας ήταν κοινωνικά χρήσιμη. 

Ντίνα: «Έχουμε πολλές καταγγελίες για καταστρατήγηση εργασιακών δικαιωμάτων. Ενώ η Αστυνομία είναι στο δρόμο και κόβει κλήσεις για μάσκες, το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας απουσιάζει».

Η φράση που κυριάρχησε τόσο στο αρχικό, όσο και στο τρέχον στάδιο της πανδημίας ήταν η «ατομική ευθύνη», είναι ένας κάπως εύσχημος και βολικός τρόπος για την αποποίηση της κρατικής ευθύνης; Ντίνα: Ήταν πολύ ισχυρό το ιδεολόγημα της ατομικής ευθύνης. Η δική μας καμπάνια βρίσκεται στον αντίποδα, προκρίνει τη συλλογικότητα. Ακόμα και την τήρηση των υγειονομικών μέτρων την αντιλαμβανόμαστε ως αναπόσπαστο κομμάτι της αλληλεγγύης, προσέχουμε για να προστατέψουμε την κοινωνία, για προφυλάξουμε από τον κίνδυνο τις πιο ευπαθείς ομάδες. 

Κώστας: Η ατομική ευθύνη ήταν και παραμένει το μοτίβο της επικοινωνιακής στρατηγικής της κυβέρνησης, στην πραγματικότητα για να αποφύγει τη λογοδοσία για τις δικές της ευθύνες. Είναι εύκολο, όχι όμως ιδιαίτερα πειστικό να φορτώνεις την ευθύνη για τη δημόσια υγεία στον καθένα ξεχωριστά σε συνάρτηση με το αν τηρεί τα μέτρα και παραβλέποντας ίσως αν έχει την αντικειμενική δυνατότητα να τα τηρήσει. Εάν κάνουμε ένα πρώτο ταμείο, θα διαπιστώσουμε ότι η κοινωνία συντριπτικά εναρμονίστηκε με τα μέτρα με γνώμονα την ασφάλεια των αγαπημένων προσώπων και των οικείων. Για το κράτος η αποτίμηση είναι αρκετά διαφορετική. Κερδήθηκε χρόνος που υποτίθεται πως ήταν για να ενισχυθεί το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ). Ελάχιστα πράγματα έχουν γίνει σ’ αυτή την κατεύθυνση. Η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις των δαπανών για την υγεία στην πανδημία. Οι δωρεές των ιδιωτών – που είναι μεγάλη κουβέντα – έσωσαν λίγο την παρτίδα. Δεν έγιναν μόνιμες προσλήψεις προσωπικού. Δεν έχουν καλυφθεί καν οι ανάγκες του ΕΣΥ πριν τον Covid. Η απειλή δεν έχει εκλείψει, ούτε εμβόλιο έχει βρεθεί, ούτε θεραπεία. Οι επιστήμονες εικάζουν ότι θα υπάρξουν νέα κύματα και για τις χώρες, όπως η Ελλάδα, ενδεχομένως να είναι πιο ισχυρά με το ΕΣΥ αποδυναμωμένο. Ο εργαζόμενος κόσμος και μ’ ένα αίσθημα περηφάνιας ίσως, βγήκε μπροστά για να μείνει η κοινωνία όρθια,  γιατί καταλαβαίνει – με όσα έχει τραβήξει εδώ και μια δεκαετία – ότι η ελπίδα είναι στα χέρια μας. Ο λαός σώζει το λαό. Το σύνθημα που βγήκε προς τα έξω αυτή την εποχή, ισχύει ακέραιο. 

Αποδείχθηκε ότι και σ’ ένα ασφυκτικό πλαίσιο ενημέρωσης, τα social media έχουν δύναμη και μπορούν να παράγουν ρωγμές; Η υπόθεση με τα voucher των επιστημόνων που και η δική σας καμπάνια επισήμανε έντονα και τελικά αναγκάστηκε το Υπουργείο να αναδιπλωθεί, δεν είναι ενδεικτική; Αντώνης: Απολύτως. Τι συνέβη στην προκειμένη; Άνθρωποι που ξεκίνησαν το πρόγραμμα, κατέγραψαν τα λάθη και άρχισαν να σηκώνουν το θέμα με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα κίνημα με μοχλό τα social media. Κατέφυγαν στη διακωμώδηση, γιατί μόνο αυτό αντιστοιχούσε στην προχειρότητα του σχεδιασμού αυτών των προγραμμάτων, να το κάνουμε αστείο για να ξεφτιλιστούν. Οι απλοί χρήστες έκαναν ένα κίνημα κι εμείς συναντηθήκαμε μαζί τους ως καμπάνια. Η κυβέρνηση πρώτα προσπάθησε να το αποσιωπήσει και μετά από δυο μέρες αναγκάστηκε να βγει ο Υπουργός και να το αποσύρει.  

Κώστας: «Υπάρχουν άνθρωποι που εγκαταλείφθηκαν χωρίς κανένα απολύτως εισόδημα. Ακόμα και το μέτρο που ανακοινώθηκε για τους μακροχρόνια άνεργους, βάζοντας τον περιορισμό των 12 μηνών, άφησε εκτός χιλιάδες άνεργους».

Συμμερίζεστε την αφήγηση για ελληνικό success story στη διαχείριση της πανδημίας; Ντίνα: Όχι δε θα το λεγα, θολώνει την πραγματική κατάσταση μια τέτοια αφήγηση. Η κυβέρνηση όντως πήρε πολύ νωρίς μέτρα αλλά άφησε αστήριχτες πολλές κοινωνικές ομάδες. Πολλοί εργαζόμενοι συνέχισαν να εργάζονται χωρίς επαρκή προστασία και χωρίς έλεγχο. Υπήρχαν άτομα που πλήττονταν και αφέθηκαν χωρίς καμία κρατική βοήθεια, ηλικιωμένοι, άστεγοι, πρόσφυγες και πολλοί από αυτούς δεν είχαν πρόσβαση στα social media για να βρουν εναλλακτικές λύσεις. Έχουμε λάβει πολλές καταγγελίες για στρατόπεδα που δεν πάρθηκε κανένα μέτρο. Ξέρουμε ότι γυναίκες και ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα κινδύνεψαν ή κακοποιήθηκαν στα σπίτια τους. Έχει ταξικά, εθνοτικά και έμφυλα χαρακτηριστικά η διαχείριση μιας πανδημίας. Πάντα πλήττονται περισσότερο οι πιο φτωχοί/ες. Μας απασχόλησε πολύ αυτό το ζήτημα, γι’ αυτό φτιάχτηκαν ομάδες αλληλοβοήθειας σε κάθε γειτονιά. Είναι σημαντικό να μπορείς να απευθυνθείς σε κάποιον με ένα χαρτί στην πολυκατοικία, αφήνοντας ένα τηλέφωνο. Επιπλέον, οργανώσαμε δύο μεγάλα καλέσματα για συλλογή ειδών πρώτης ανάγκης για τις κρατούμενες μετανάστριες στην Πέτρου Ράλλη και για τον καταυλισμό Κούρδων στο Λαύριο. Παράλληλα μέλη της καμπάνιας πήραν αντίστοιχες πρωτοβουλίες σε επίπεδο γειτονιάς. 

Κώστας: Θα ήθελα σ’ αυτά να προσθέσω ότι υπάρχουν άνθρωποι που εγκαταλείφθηκαν χωρίς κανένα απολύτως εισόδημα. Ακόμα και το μέτρο που ανακοινώθηκε για τους μακροχρόνια άνεργους, βάζοντας τον περιορισμό των 12 μηνών, άφησε εκτός χιλιάδες άνεργους. Γι’ αυτούς και αυτές που δεν έχουν να ακουμπήσουν πουθενά στην καθημερινότητα τους, ένας λόγος παραπάνω το «κανένας μόνος/ καμία μόνη» να γίνει πράξη. 

Οι εργαζόμενοι/ες στην τέχνη και τον πολιτισμό εμπίπτουν στην κατηγορία εκείνων που είναι στον αέρα; Αντώνης: Σαν καμπάνια είχαμε εξαιρετική σχέση με τους καλλιτέχνες, καθώς οργανώσαμε τη μεγάλη διαδικτυακή συναυλία με πολλούς μουσικούς και τις λέσχες ανάγνωσης με ηθοποιούς. Αυτό που παίρνουμε ως feedback είναι η ματαίωση, βιώνουν έναν εμπαιγμό από το Υπουργείο. Τους αντιμετωπίζουν ως μη εργαζόμενους.

Κώστας: Χιλιάδες άνθρωποι που απασχολούνται στον κλάδο του πολιτισμού βρέθηκαν εκτός κάθε ρύθμισης και δυνατότητας βοήθειας. Πολύ έγκαιρα τα σωματεία τους το κατήγγειλαν και εμείς το αναδείξαμε. Είναι ένα κρίσιμο ζήτημα από το οποίο ξεπηδά ένα κύμα διεδικητικότητας. Κάναμε ένα ραδιομαραθώνιο με εκπροσώπους από όλα τα επαγγέλματα αλλά πλέον και τηρώντας τα μέτρα, μπορούμε να βρισκόμαστε και από κοντά, να βγαίνουμε στο δρόμο.

Αντώνης: «Είναι απολύτως σαφές ότι το lockdown αίρεται για οικονομικούς λόγους και χωρίς να έχει αλλάξει η κατάσταση στο σύστημα αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης».

Μια αγωνία που έχει διατυπωθεί από πολλούς διανοούμενους σε διεθνές επίπεδο είναι ότι μέτρα που λαμβάνονται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, υπάρχει πιθανότητα να εγκατασταθούν στη διακυβέρνηση. Διαβλέπετε μια τάση αυταρχικοποίησης του κρατικού μηχανισμού; Αντώνης: Σίγουρα θα επιδιωχθεί. Το παρατηρήσαμε και μέσα στο lockdown. Όλα τα μέτρα πέρασαν με τη μέθοδο της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ), χωρίς διαβούλευση και έλεγχο. Οι διαδικασίες νομοθετήσεις μόνο ανησυχία προκαλούν. Είναι δυνατόν το νομοσχέδιο για το περιβάλλον να ψηφίζεται μέσα στην πανδημία και με απαγόρευση διαδηλώσεων. Η κυβέρνηση κάνει χρήση του σοκ και της καραντίνας για περάσει ρυθμίσεις που υπό κανονικές συνθήκες, θα έβρισκαν μεγάλη αντίσταση. Έκοψαν το ρεύμα στη ΒΙΟΜΕ χωρίς κανέναν προφανή λόγο, τιμώρησαν αυστηρά πρόσφυγες που προσπάθησαν να διαφύγουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, προσέλαβαν αστυνομικούς αντί για υγειονομικούς. Γι’ αυτό απαιτείται επαγρύπνηση. Η εξέλιξη της υπόθεσης του Βασίλη Δημάκη που κατάφερε μέσα από την απεργία πείνας και το κίνημα συμπαράστασης να πετύχει την επαναμεταγωγή του στον Κορυδαλλό, πρέπει να εκληφθεί ως μια νίκη στην επιχειρούμενη αυταρχική στροφή. 

Κώστας: Μιλάμε για μια κυβέρνηση που ήταν σταθερά προσανατολισμένη στον αυταρχισμό και πριν την πανδημία μέσω της στοχοποίησης της πολιτικής δράσης, των εκκενώσεων καταλήψεων, της αστυνομοκρατίας κλπ. Τώρα η όξυνση της καταστολής τέμνεται με την ατομική ευθύνη. «Αν πάει κάτι στραβά, θα φταίτε εσείς που δεν πειθαρχήσατε». Κανένας πολιτικός χώρος δεν αμφισβητεί τα μέτρα υγειονομικής προστασίας. Αυτοί που τα αμφισβητούν είναι φιλικά διακείμενοι προς την κυβέρνηση – οι κάθε είδους ψεκασμένοι, εκκλησιαστικοί κύκλοι, ακροδεξιοί. Το να χτυπάς παιδιά που απλά αράζουν σε μια πλατεία με το πρόσχημα των μέτρων, συνιστά πολιτική εκμετάλλευση μιας κατάστασης. Αυτό συνέβη στην Αγία Παρασκευή και στην Κυψέλη. Η αστυνομία επιτέθηκε σε κόσμο που το μόνο που έκανε ήταν να κάθεται στην πλατεία, να διεκδικεί το δημόσιο χώρο και πιστεύω μέσα από αυτή την εμπειρία θα αναδυθεί ξανά η επιθυμία επανοικειοποίησης των γειτονιών μας. 

Ντίνα: Στη στρατηγική της πειθάρχησης πρέπει να συμπεριλάβουμε και αυτά που συμβαίνουν στους εργασιακούς χώρους. Έχουμε πολλές καταγγελίες για καταστρατήγηση εργασιακών δικαιωμάτων. Ενώ η Αστυνομία είναι στο δρόμο και κόβει κλήσεις για μάσκες, το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας απουσιάζει. Δε σήκωναν τηλέφωνα τόσο καιρό. Πολλοί εργοδότες θα επιδιώξουν να κάνουν την κρίση ευκαιρία, επιβάλλοντας μοντέλα εργασιακής ευελιξίας και καταργώντας κεκτημένα. Χιλιάδες εργαζόμενοι δεν ξέρουν αν θα έχουν δουλειά αυτό το καλοκαίρι γιατί το πλαίσιο απαγόρευσης απολύσεων ισχύει μέχρι τις 15 Ιούνη. Μετά τι θα γίνει;

Εχετε την υπόνοια ότι η άρση του lockdown γίνεται κάτω από την πίεση της οικονομίας και χωρίς να έχουν σταθμιστεί όλες οι παράμετροι με αποτέλεσμα να μπαίνουμε σε επισφαλείς πρακτικές, όπως το άνοιγμα των σχολείων; Αντώνης: Είναι απολύτως σαφές ότι το lockdown αίρεται για οικονομικούς λόγους και χωρίς να έχει αλλάξει η κατάσταση στο σύστημα αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης, δηλαδή δεν υπάρχει κανένα σχέδιο γενναίας ενίσχυσης του ΕΣΥ, κανένα σχέδιο για τα γηροκομεία που όπως αποδείχθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες είναι τόποι έντονης διασποράς του ιού, κανένα σχέδιο για το άνοιγμα των σχολείων. Ο κόσμος της εργασίας πρέπει να προφυλάξει τον εαυτό του απαιτώντας μέτρα προστασίας και λειτουργία για ένα διάστημα με προσωπικό ασφαλείας. Επίσης, πρέπει να αξιολογηθεί τι χρειάζεται για την κοινωνική αναπαραγωγή και τι αποτελεί στυγνή εκμετάλλευση. Θα προσπαθήσουμε κι εμείς σαν καμπάνια να συζητήσουμε ποιους εξυπηρετεί αυτή η εξέλιξη και πως ανοίγεται η επόμενη μέρα. 

Η λειτουργία σας ως καμπάνια θα συνεχιστεί την επόμενη μέρα; Κώστας: Δεν κρύψαμε ότι δε βρεθήκαμε τυχαία. Είμαστε άτομα και ομάδες που προσπαθούν να συνεργάζονται και να συντονίζονται σε ζωτικά θέματα. Βρεθήκαμε και παλιότερα μαζί ενάντια στην καταστολή και τη ρατσιστική πολιτική του ελληνικού κράτους ενάντια στον προσφυγικό πληθυσμό. Δεν εκτιμάμε ότι έχουμε ξεμπερδέψει με την πανδημία, πόσο μάλλον με τον αντίκτυπο της. Οπότε με βεβαιότητα θα συνεχίσουμε. Θα σκεφτούμε τον τρόπο, καθώς από τη μια υπάρχει πάντα ανάγκη για διαδικτυακή παρέμβαση αλλά τώρα υπάρχει ανάγκη και για δράση στις γειτονιές, στους εργασιακούς χώρους. Μας ενδιαφέρει να αναβαθμίσουμε την αποτελεσματικότητα μας, όχι με όρους εργαλειακούς και διαμεσολαβητικούς αλλά ως ενεργό κομμάτι της κοινωνίας που δεν καλύπτεται από παρωχημένα μοντέλα και αναζητά νέους τρόπους. Δε θέλουμε να μείνουμε σιωπηλοί. Θέλουμε να αλλάξουν τα πράγματα γύρω μας.

Απ’ όλα τα θέματα που διαχειριστήκατε ποιο ήταν αυτό που προσωπικά μπορεί να σας συγκίνησε περισσότερο; Ντίνα: Με συγκίνησε η μεγάλη ανταπόκριση που είχαμε από καλλιτέχνες στη διαδικτυακή συναυλία. Ξεκίνησε πολύ δειλά και φτάσαμε να έχουμε τεράστια συμμετοχή και να διαρκέσει 2,5 ώρες. Το ίδιο και οι Λέσχες Ανάγνωσης που είχαν στον πυρήνα τους το μέλημα να συντροφεύσουν ανθρώπους που ένιωθαν μόνοι. Το αναφέρω πιο εμφατικά γιατί τον τελευταίο καιρό βάλλονται οι καλλιτέχνες είτε ως μη εργαζόμενοι, είτε ως γενικά κοινωνικά αδρανείς. Δεν ισχύει καθόλου.

Κώστας: Θυμάμαι κάπως πιο έντονα ένα μήνυμα που ήρθε στο inbox της σελίδας αργά τη νύχτα, ήταν μια γυναίκα από τη Νίκαια που έπρεπε να μεταφέρει το σύζυγο της στο νοσοκομείο αλλά δεν έβρισκε άκρη με τις υπηρεσίες και δεν είχε όχημα. «Δεν ξέρω που αλλού να απευθυνθώ» έγραφε χαρακτηριστικά. Ενεργοποιήθηκαν άνθρωποι από την καμπάνια που έμεναν κοντά, βρέθηκε αυτοκίνητο και έγινε μεταφορά. Ήταν πολύ ανακουφιστικό.

Κώστας: «Όταν αποφασίσαμε να συλλογικοποιήσουμε το φόβο, να βάλουμε στη ζωή μας την καμπάνια ήρθαν όλα σε μια καλύτερη ισορροπία. Σχηματίστηκε μια γραμμή ανάμεσα στο ατομικό και στο μαζί».

Η δράση και η συσπείρωση γύρω από το σκοπό μιας παρέμβασης λειτούργησε ως ανάχωμα στην παράλυση που προκαλεί ο φόβος; Κώστας: Τις πρώτες μέρες που μας έλειπαν οι τυπικές κοινωνικές συνευρέσεις, όλα τα μέσα ηλεκτρονικής επικοινωνίας ήταν στο κόκκινο. Εκεί καταλάβαινες ότι ο φόβος είναι διάχυτος. Ήσουν σπίτι μόνος σου, ήταν ευτυχές εάν υπήρχε κι άλλος άνθρωπος στο σπίτι αλλά το κυρίαρχο συναίσθημα ήταν η ανημπορια. Όταν αποφασίσαμε να συλλογικοποιήσουμε το φόβο, να βάλουμε στη ζωή μας την καμπάνια ήρθαν όλα σε μια καλύτερη ισορροπία. Σχηματίστηκε μια γραμμή ανάμεσα στο ατομικό και στο μαζί.

Ντίνα: Ήταν ανάμικτα συναισθήματα, δεν ήξερες κανείς και καμία τι έρχεται, τι θα αντιμετωπίσουμε , φοβόμασταν για εμάς και τους δικούς μας ανθρώπους. Το να μπορούμε να κάνουμε κάτι για να σπάσουμε το φόβο είναι διέξοδος για τις συνεχείς απογοητεύσεις που έχουμε βιώσει. Κερδίσαμε πολλά τελικά, χωρίς να θέλω να ωραιοποιήσω την κατάσταση. Κάθε φορά, όμως, που δε δύσκολους καιρούς κάνουμε ένα βήμα μπροστά, ταυτόχρονα βάζουμε ένα θεμέλιο για κάτι μεγαλύτερο, για το πώς θα ζήσουμε καλύτερα. 

Συμπληρώθηκαν 10 χρόνια από το πρώτο Μνημόνιο. Οι προβλέψεις για την οικονομία είναι εντελώς δυσοίωνες. Αντέχει αυτή η γενιά που βρίσκεται στο ηλικιακό φάσμα 30-40 να ζήσει άλλα 10 χρόνια λιτότητας; Κώστας: Όχι, αρκετά. Γενικά η κοινωνία δεν αντέχει αλλά για μένα, τους φίλους μου, τους συνομήλικους μου, αυτό που ασαφώς ορίζουμε ως γενιά παραπάει. Δεν ορθοποδήσαμε ποτέ. Δουλεύουμε πολύ, δεν έχουμε ελεύθερο χρόνο, δεν αμειβόμαστε καλά κι είναι οι πιο παραγωγικές μας στιγμές. Βγήκαμε με πτυχία, μεταπτυχιακά ή και χωρίς, μπήκαμε στην αγορά εργασίας με απόλυτη επισφάλεια, ζήσαμε μια δεκαετία έτσι και τώρα απλώνεται ένα συννεφάκι από πάνω μας που λέει ότι μπορεί να έρχονται και χειρότερα. Όχι. Δεν είναι φυσικό φαινόμενο, δεν είναι βροχή. Δε γίνεται να αποδεχτούμε. Πρέπει να υπάρξει η δυνατότητα να αναπτύξουμε πιο ολόπλευρα και δημιουργικά τις ζωές μας. 

Αντώνης: Δεν αντέχουμε. Γενικά δεν έπρεπε να πάνε έτσι τα πράγματα. Δεν την παλεύουμε να πρέπει πάλι να μείνει κόσμος άνεργος, να υπάρξει νέο κύμα φτωχοποίησης, να αναγκαστούν πάλι δικοί μας άνθρωποι να φύγουν στο εξωτερικό. Όχι δεν αντέχουμε άλλη κρίση. Να λυθεί με άλλο τρόπο, με αναδιανομή πλούτου, με φορολόγηση των υψηλών στρωμάτων, δεν ξέρω, πάντως πρέπει να την πληρώσουν οι πλούσιοι, όχι πάλι η κοινωνία. 

Ντίνα: Τις τελευταίες μέρες με παίρνει σχεδόν καθημερινά ο πατέρας μου και μου λέει «να το ξέρεις, να πάμε σε εκλογές, έρχεται Μνημόνιο και δε θα το αντέξω. Έχω τρία παιδιά που δεν έχουν γνωρίσει άλλη καθημερινότητα πέρα από την κρίση». Όχι δεν αντέχουμε. Είμαι 31 ετών, δε μπορώ να σκέφτομαι ότι σε 20 χρόνια θα γυρνάω πίσω και θα βλέπω μόνο άγχος. Το βασικό σύνθημα της καμπάνιας μας είναι «να νικήσει η ζωή» και έχει πολλά περισσότερα νοήματα, απ’ το ότι δε θα πεθάνουμε από την πανδημία. 

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.