Κάθε φορά που ακούω τη λέξη πρόσφυγας, μου έρχονται στο μυαλό τρία πράγματα. Πρώτον, ότι καθημερινά χάνουμε το μέτρημα με τις τραγωδίες, καθώς οι θεσμοί -ευρωπαϊκοί και εγχώριοι- αντιμετωπίζουν προσφύγισσες και πρόσφυγες όχι απλά με σκληρότητα, αλλά με απάνθρωπες, φονικές πρακτικές, όπως τα pushbacks και τα drift-backs. Χτες βράδυ, μαθαίνω ότι ένα 4χρονο κορίτσι, προσφυγόπουλο, πέθανε από ασιτία πάνω στο πλοιάριο που βρέθηκε νότια της Κρήτης. Μια έγκυος απέβαλε και ένας άλλος άνθρωπος έχει υποστεί κάταγμα στη λεκάνη και νεφρική ανεπάρκεια, λόγω έλλειψης νερού. 

Το δεύτερο πράγμα που έρχεται στο μυαλό είναι η φωνή του Nasruddin Nizami, Συντονιστή του τμήματος Διερμηνείας και Πρώτης Υποδοχής στο Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, ο οποίος είχε ευχηθεί πριν λίγο καιρό: «να μην χρειαστεί να έχουμε ποτέ ξανά την Ημέρα των Προσφύγων, για να μην αναγκαστεί κανείς και καμία να φύγει από τη χώρα του/της». 

Τρίτον, όλα τα άτομα που έχουν μεταναστευτικό ή προσφυγικό background δείχνουν καθημερινά ότι το να είσαι πρόσφυγας δεν είναι ταυτότητα που σε συνοδεύει μια ζωή, είναι μια κατάσταση την οποία αναγκάζεσαι να βιώσεις. Ο όρος αυτός είναι μόνο προσωρινός και σίγουρα, σε καμία περίπτωση δεν αντικατοπτρίζει ολόκληρη την ταυτότητα των ατόμων.

Η ιστορία και η συνέντευξη με τον Μοσίντ*, έναν άνθρωπο 32 χρονών, που μεγάλωσε στο Μπαγκλαντές και τα τελευταία οκτώ περίπου χρόνια μένει στην Αθήνα, γιατί αυτό «ονειρεύεται», όπως λέει στο βίντεο παρακάτω, μου επιβεβαιώνει την συχνά αποξενωτική και περιοριστική λέξη «πρόσφυγας» ή «αιτών άσυλο». 

Μας ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του, κόβει λίγο καρπούζι και κατεβαίνει στο ψιλικατζίδικο να μας πάρει κάτι να πιούμε. Στη συνέχεια, μας παίρνει μαζί του στα καθημερινά ψώνια και στη Γερανίου, όπου συχνάζει, μας μιλάει για τις δουλειές που προσπαθεί να βρίσκει και το πως καταφέρνει να ζει με το μεροκάματο που παίρνει.

Ο συνεχής φόβος που έχει όταν βρίσκεται στο δρόμο είναι μην τον πιάσει η αστυνομία, γιατί ήδη πέρασε ένα μήνα στη φυλακή πρόσφατα, επειδή δεν είχε χαρτιά. Βγήκε από τη φυλακή με τη βοήθεια ενός δικηγόρου και ξαναέκανε αίτηση ασύλου, ελπίζοντας ότι αυτήν τη φορά το ελληνικό κράτος θα του επιτρέψει να μείνει εδώ, στο μέρος όπου θέλει να ζει «ελεύθερος» με τις φίλες και τους φίλους που έχει κάνει μέσα στα χρόνια.

Βραδιάζει και μας μαγειρεύει ένα παραδοσιακό φαγητό της χώρας του με δεκαεπτά λαχανικά, ενώ μας μαρτυράει:

«Έχω πολλή ταλαιπώρια μέσα μου, όμως δεν πρέπει οι δικοί μου να το ξέρουν».

«Αν γίνεται, θέλω να ζήσω στην Αθήνα, αυτό ονειρεύομαι», λέει στον φακό της Popaganda

*Το όνομα είναι αλλαγμένο για λόγους προστασίας.