DESIGN

Μέσα σε ένα μανιάτικο πυργόσπιτο και δύο σύγχρονες κατοικίες στη Λέσβο

Τοποθετημένα σε τόπους αλλιώτικους, τα έργα του αρχιτεκτονικού γραφείου z-level αφηγούνται με τον σχεδιασμό τους ενδιαφέρουσες ιστορίες και αναδεικνύουν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις για τη θερινή κατοίκηση.

Μέσα στο «Μάινα», ένα μανιάτικο Πυργόσπιτο

Βρίσκεται στο Έξω Νύφη, έναν παραδοσιακό εγκαταλελειμμένο οικισμό της ανατολικής Μάνης με πέτρινους πύργους. Στην περιοχή αυτή γύρισε ο Τζον Κασσαβέτης την ταινία “The Tempest”. 

Το αρχιτεκτονικό γραφείο z-level συνάντησε εκεί ένα ερειπωμένο μεγαλιθικό διώροφο κτίσμα του 18ου αιώνα, αποκομμένο από το δρόμο, με πρόσβαση από ένα λιθόστρωτο μονοπάτι. Το ερείπιο βρισκόταν μέσα σ’ έναν κήπο με ελιές, χαρουπιές, κι φραγκοσυκιές και περιβαλλόταν από μια βραχώδη «αγκαλιά» με μια σπηλιά. Ανατολικά η αυλή γειτνίαζε με έναν πύργο – μνημείο του 16ου αιώνα και στην είσοδό της υπήρχε ένα βυζαντινό εκκλησάκι με τοιχογραφίες του 12ου αιώνα.

Βασικά ζητήματα της μελέτης ήταν η δημιουργία διαλεκτικής σχέσης του κτίσματος με το ιστορικό πλαίσιο και η ένταξη της προσθήκης στο υπάρχον κτίσμα και στον ιστό του παραδοσιακού οικισμού. «Στόχος του σχεδιασμού ήταν η λιτή αναστήλωση του πυργόσπιτου και η μετατροπή του σε  χώρο φιλοξενίας αναδίδοντας το αρχέγονο πνεύμα του τόπου. Το κατάλυμα σχεδιάστηκε ώστε να λειτουργεί σαν σημείο εκκίνησης και γνωριμίας με την φυσική ομορφιά και το πολιτιστικό πλούτο της Μάνης, συμβάλλοντας μ’ αυτόν τον τρόπο στην ανάδειξη και αναζωογόνηση των παραδοσιακών οικιστικών συνόλων της περιοχής, που με το πέρασμα του χρόνου ερημώνουν», εξηγεί το γραφείο.

Η ανυπαρξία υποδομών έθεσε θέματα αυτάρκειας, οικολογικής διαχείρισης και βιοκλιματικού σχεδιασμού, τα οποία  εναρμονίζονται με την παραδοσιακή αντιμετώπιση της ανέχειας του τόπου και της  εστίασης στο απολύτως απαραίτητο. «Η μελέτη διαμορφώθηκε λαμβάνοντας υπόψη από την αρχή τις περιορισμένες κατασκευαστικές δυνατότητες.  Η δυσκολίας της πρόσβασης επέβαλε στον σχεδιασμό τη χρήση και τη διαχείριση των επιτόπιων διαθέσιμων μέσων και πόρων».

Το «Μάινα» σχεδιάστηκε ακολουθώντας την παραδοσιακή τυπολογία των χαρακτηρισμένων διατηρητέων οικισμών της Μάνης, ώστε να εντάσσεται ανάμεσα στα υπάρχοντα κτίσματα του χωριού. «Στη διαμόρφωση των υπαίθριων χώρων χρησιμοποιήθηκε ένα διαφορετικό λεξιλόγιο από εκείνο του κτίσματος προκαλώντας μια διαδραστική σχέση μεταξύ του άμεσου φυσικού και ιστορικού τοπίου και της νέας χρήσης του κτιρίου». 

 

Το αρχικό κτίσμα διατηρήθηκε ως ένας μακρόστενος όγκος που αναπτύσσεται κάθετα στις  υψομετρικές καμπύλες του λόφου, όπως και τα υπόλοιπα σπίτια του οικισμού, αντικρίζοντας τη θάλασσα και την ανατολή. Στη συνέχεια του παλαιού αυτού κτίσματος προστέθηκε ένας δεύτερος μακρόστενος ψηλότερος όγκος,  κρατώντας την ίδια κάθετη σχέση με το ανάγλυφο του τοπίου,  που αποτέλεσε τη σύγχρονη προσθήκη.

«Και τα τρία επίπεδα της κατοικίας είναι μονόχωρα εξασφαλίζοντας με την κατάλληλη τοποθέτηση των ανοιγμάτων διαμπερότητα και σωστό αερισμό κατά τη διάρκεια του ζεστού Μανιάτικου καλοκαιριού. Δημιουργείται είτε ένας ενιαίος χώρος φιλοξενίας, είτε δύο αυτόνομες μονάδες. Κάθε επίπεδο έχει ανεξάρτητη πρόσβαση στους εξωτερικούς χώρους που διαμορφώθηκαν ο καθένας ξεχωριστά σύμφωνα με τον ηλιασμό και το φυσικό ανάγλυφο του σημείου».   

Το μανιάτικο αυτό πυργόσπιτο είναι ένα κτίριο που δημιουργήθηκε σε διαδοχικές φάσεις μέσα στο χρόνο καλύπτοντας τις χωρικές ανάγκες των διαφορετικών χρηστών του. Η πρόσφατη μετατροπή του σε χώρο φιλοξενίας με οικολογικές αρχές έχει σαν στόχο να αφήσει ένα ελαφρύ αποτύπωμα στη μακρά ιστορία του κτιρίου ανοίγοντας ένα διάλογο ανάμεσα στους ταξιδιώτες και τον  τόπο. «Το έργο αυτό το αγαπάω ιδιαίτερα. Ο λόγος είναι γιατί μ’ έφερε σε άμεση επαφή με το θεμελιώδες, το ουσιώδες, καθώς η πρόκληση ήταν η δημιουργία στο πουθενά και με το τίποτα. Όταν λέω πουθενά εννοώ σ’ αυτόν τον ερημικό δύσβατο τόπο, όπου τίποτα δεν παρέχεται, ούτε φτάνει μέχρι εκεί· ούτε καν το νερό για την κατασκευή. Η ανυπαρξία των σύγχρονων υποδομών και η παραδοσιακή εστίαση της Μάνης στο απολύτως απαραίτητο λόγω της ανέχειας του τόπου μας οδήγησε στην οικολογική αντιμετώπιση και υλοποίηση αυτού του έργου», όπως λέει η αρχιτέκτονας Έλενα Ζερβουδάκη

Notre Ntam’, δυο κατοικίες στη Λέσβο

Το έργο βρίσκεται στο ακρωτήριο του Αγίου Φωκά στη νοτιοδυτική πλευρά της Λέσβου, σε μια αγροτική περιοχή μέσα στους ελαιώνες με μοναδική δόμηση τα μικρά πέτρινα αγροτικά κτίσματα, τα «ντάμια». Η τοπογραφία του συνίσταται σ’ ένα επικλινές παραθαλάσσιο οικόπεδο με 300 ελαιόδεντρα. «Οι ιδιοκτήτες, δυο αδέλφια με τις οικογένειες τους, έχοντας ζήσει μια αστική ζωή στην Αθήνα και τη Βοστώνη, αποφάσισαν να χτίσουν νέους δεσμούς με την πατρογονική γη», περιγράφει το z-level.

Βασικά ζητήματα της μελέτης ήταν η ένταξη των κατοικιών στο ανάγλυφο του τοπίου, η ήπια προσβασιμότητα, η ανάπτυξη μιας διαλεκτικής σχέσης μεταξύ των δύο κτιρίων, η  διαχείριση της άπλετης θέας, η ενσωμάτωση βιοκλιματικών στοιχείων και η χρήση φυσικών και τοπικών υλικών. «Ο σχεδιασμός έγινε με στόχο την επανερμηνεία των τοπικών παραδοσιακών αναφορών οι οποίες δεν αντλούνται από την παραδοσιακή οικιστική αρχιτεκτονική της Λέσβου αλλά από τα αγροτικά και προβιομηχανικά κτίρια που βρίσκονται στην περιοχή. Κυρίαρχο θέμα ήταν ο χειρισμός ενός προνομιακού οικοπέδου με ευνοϊκές συνθήκες σε δύσκολους καιρούς».

Η χωροθέτηση των κατοικιών έγινε με βάση την ένταξη τους στο λόφο, καθώς τοποθετήθηκαν κάτω από το επίπεδο της κορυφογραμμής, μέσα στον ελαιώνα, αφήνοντας άθικτο το τοπίο που τις περιβάλλει, ενώ καταγράφηκαν και επισκευάστηκαν οι παλιές πεζούλες στο σημείο.

Οι κατοικίες τοποθετήθηκαν παράλληλα στις υψομετρικές καμπύλες, μεταξύ του τέλους του ελαιώνα και της αρχής του παραθαλάσσιου ανάγλυφου  λειτουργώντας ως πέρασμα από τη γη στη θάλασσα. «Η ζώνη αυτή επιτρέπει τη ροή του τοπίου και οριοθετείται με μια συμπαγή και μια ελαφριά πλευρά:  η όψη προς τον ελαιώνα είναι πέτρινη με ανοίγματα που απομονώνουν στιγμιότυπα του τοπίου, ενώ η όψη που αντικρίζει τη θάλασσα είναι διάφανη και ενιαία».

Το κτίριο μοιάζει να φύεται από το έδαφος προς την πλευρά του ελαιώνα και να ίπταται προς τη μεριά της θάλασσας. «Προσεγγίζοντας και διασχίζοντάς το, οι χώροι ξεδιπλώνονται ενώ η θάλασσα εμφανίζεται σταδιακά καθώς καδράρεται αρχικά μέσα από τον συμπαγή πέτρινο τοίχο της όψης, στη συνέχεια από τις σκιερές στοές και τις βαθιές βεράντες που προστατεύουν από τον ήλιο και τελικά η θέα της απελευθερώνεται στον πρόβολο πάνω από το γκρεμό».

Τα δυο κτίρια συσχετίζονται στο επίπεδο των στεγών που συνθέτουν μια νοητή συνέχεια,  ακολουθώντας σε χαμηλότερο επίπεδο το σχήμα του λόφου. Στα δυο κτίρια ακολουθήθηκαν οι ίδιες αρχές σχεδιασμού. Η πολυεπίπεδη επικλινής στέγη δημιουργεί στο ανώτερο σημείο ένα μονόχωρο όροφο και έναν ανοιχτό εξώστη που βλέπει στο εσωτερικό της κατοικίας. 

«Οι συνεπίπεδοι εξωτερικοί και εσωτερικοί χώροι παρέχουν την αίσθηση της συνέχειας και της ροής δίνοντας πρόσβαση σε άτομα με ειδικές ανάγκες τα οποία μπορούν να φιλοξενηθούν σε όλους τους χώρους. Η πισίνα δημιουργήθηκε ώστε να μπορεί να εξυπηρετήσει άτομα με δυσκολία πρόσβασης στη θάλασσα. Οι εξωτερικοί χώροι είναι κατάλληλα διαμορφωμένοι ώστε να υπάρχει αυτονομία από τους εσωτερικούς χώρους για την εξυπηρέτηση των ιδιοκτητών και των επισκεπτών τους, με υπαίθρια κουζίνα, λαχανόκηπο, χώρους καθιστικού, φαγητού και υγιεινής και υποδομή για υπαίθριες προβολές σινεμά».

Το έργο έχει διακριθεί ανάμεσα στα καλύτερα υλοποιημένα έργα στην 8η Biennale Νέων Αρχιτεκτόνων και έχει προταθεί για το Ευρωπαϊκό βραβείο Piranesi.

Περισσότερες πληροφορίες για το αρχιτεκτονικό γραφείο θα βρείτε εδώ.

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.