ƒ…¡ —…”« √ À¡Õ»…Ãœ’ √…¡ ‘…” "¡À–≈…”" ”‘œ ÷≈”‘…¬¡À ¬≈Õ≈‘…¡”

ΑΠΕ-ΜΠΕ/EPA/ANSA/CLAUDIO ONORATI

Λοιπόν επειδή έχω διαβάσει και δεν τα λέω έτσι, κι επιπλέον έχω κι έναν ξάδερφο που ξέρει το γαμπρό του μπατζανάκη του, θα σας πω εγώ τι γίνεται: καλή η κωμωδιούλα με τον Λάνθιμο, έκανε εκεί πέρα έναν Κυνόδοντα και τους κορόιδεψε στις Κάννες που δεν πήραν πρέφα ότι είχε κλέψει εκείνο το μεξικάνικο, αλλά τον είδαμε μετά, γύρισε στην Ελλάδα που γέννησε το δράμα, έφαγε τη σφαλιάρα του με τις Άλπεις που δεν πήγε κανείς να το δει γιατί κι ο Κυνόδοντας μπουρούχα ήταν, κι αφού κατάλαβε ότι σ’ εμάς δεν πουλάει η μούφα του, την κοπάνησε. Πήγε εκεί στα Λονδίνα που είναι όλοι ανώμαλοι και οι ταινίες τους δε βλέπονται έτσι κι αλλιώς, τους πούλησε την παραμύθα του χάι-χούι ωτέρ, μπορεί να χρησιμοποίησε και καμιά άκρη γιατί παλιά σκηνοθετούσε Ρουβά που έχει πέραση έξω, κι έτσι έκανε τον Αστακό. Έκανε και τα κονέ του με την Ακαδημία στο μεταξύ, γιατί όλοι αυτοί οι Αμερικάνοι σε κάτι στούντιο στην Αγγλία πάνε και γυρίζουν τα εφέ τους, το είχα δει σ’ ένα ντοκιμαντέρ του Χάρι Πότερ, και να ‘τος τώρα: κομμάτι του συστήματος, και Όσκαρ κι ιστορίες. Τι εννοείς είχε πάει κι ο Κυνόδοντας για Όσκαρ; Για φολ-Όσκαρ πήγε ρε άσχετοι! ΧΑΧΑΧΑ[email protected]!111!

Ωραία θα ‘ταν να μπορούσαμε να γράψουμε ότι τα παραπάνω αποτελούν προϊόν φαντασίας κι ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα, η πραγματικότητα στη χώρα όμως, είναι τόσο ευφάνταστα διαστροφική, που ακόμα και τα σενάρια των Γιώργου Λάνθιμου κι Ευθύμη Φιλίππου δεν μπορούν να την πιάσουνε χωρίς λαχανητό: Η πρόσφατη επιτυχία του διδύμου που χάραξε όσο ελάχιστοι τον ρου του ελληνικού σινεμά πριν από μερικά χρόνια, έγινε τις τελευταίες μέρες αφορμή για άλλη μια απ’ αυτές τις υπέροχες, ταυτόχρονα απολαυστικές κι απελπιστικές εκρήξεις κακεντρέχειας, στις οποίες είθισται να επιδίδεται με τη συχνότητα αναπνοής το καζάνι υστερίας που έχουμε για social media στη χώρα. Από συφιλιασμένους #PSOFίσταζ μέχρι αγαλλιάζοντες οπτιμίσταζ, όλοι φρόντισαν να αφήσουν το μακρύ και το κοντό τους στο timeline τους να το ‘χει σουβενίρ της φυλής η αιωνιότητα, με τον Λάνθιμο να στέφεται συγχρόνως θριαμβευτής κι απόπατος της διεθνούς κινηματογραφικής αισθητικής και άποψης.

Άποψης είπα, το ξέρω, αλλά στη χώρα που η άποψη πάει για βρούβες κι η αποψάρα καταλήγει στη Βουλή, το να ρωτάς πώς είναι δυνατόν η επιτυχία του πιο αναγνωρισμένου διεθνώς σκηνοθέτη που έχει βγει στην Ελλάδα απ’ την εποχή του Θόδωρου Αγγελόπουλου, να κληρονομεί τέτοια μικροπρέπεια για κατευόδιο απ’ την πατρίδα του, ε αυτό είναι πια σα να ρωτάς γιατί ο ήλιος επιμένει ν’ ανατέλλει απ’ το ίδιο μέρος. Σάμπως κι ο Αγγελόπουλος απ’ την ίδια μήνη κι απαξίωση δεν περιτριγυριζόταν; Απλά δεν του την κόλλαγε κανείς στο timeline τότε, και δη όχι άνθρωποι που σε κανονικές συνθήκες θα θεωρούσαν το επώνυμο Λάνθιμος ως ανορθόγραφη γραφή του Άνθιμου – ενδεχομένως δε, όχι του Άνθιμου μητροπολίτη, αλλά του Άνθιμου Ανανιάδη, που είναι κι ηθοποιός με διεθνή καριέρα. GNOMI MOU.

PANTOGNOSTAKIAS

Ο λόγος είναι βέβαια απλός: αυτή είναι η μοίρα που επιφυλάσσεται για όποια ταινία καταλήγει να εκτίθεται σε πολύ περισσότερους ανθρώπους απ’ αυτούς στους οποίους απευθύνεται, και σε κοινωνικές ομάδες για τις οποίες ποτέ δεν προοριζόταν. Κακά τα ψέματα, το σινεμά των ΛάνθιμουΦιλίππου δεν είναι ένα σινεμά λαϊκό, και δεν είναι φταίξιμο δικό τους αν ο δικός μας ο λαός είναι ο λαός του Προκρούστη. Που κόβει και τεντώνει όσα δεν είναι στα μέτρα του, που απαξιώνει ό,τι του δείχνει δύσκολο, που μεγαλοποιεί το εύκολο γιατί «μαγκιά του». Είναι ο λαός που έτρεξε να δει Κυνόδοντα και «τζάμπα τόσος ντόρος», που δεν του άρεσε ούτε «η δεύτερη ταινία του Λάνθιμου, ο Αστακός», και που αν τον ρωτήσεις να διαλέξει, η Ρόζα της Σμύρνης θα είναι σίγουρα μεγάλο σινεμά, γιατί «τουλάχιστον καταλαβαίνω». Είναι ο λαός των χαμηλών προκλήσεων και των μεγάλων ψευδαισθήσεων. Ο λαός που κοκορεύεται την άγνοιά του γιατί «εγώ έτσι το ξέρο», που εκλογικεύει την ασχετοσύνη του γιατί «ξέρει καλύτερα», ο λαός του σύγχρονου παντογνωστάκια.

Για να μην είμαστε όμως αφοριστικοί, λίγο πιο πέρα απ’ αυτούς που σπεύδουν να καταδικάσουν αβλεπί, υπάρχουν και οι πιο αναγουλιαστικοί ακόμη. Οι φορείς της «άλλης Ελλάδας», που μετατρέπουν σε σημαία της πολυπόθητής τους αλλαγής, την επιτυχία ενός ανθρώπου ο οποίος ουδέποτε περιόρισε τα οράματά του στον λανθάνοντα σωβινισμό που κρύβει η υβριδική, φιλελευθεροσταλινική αντίληψη πως ό,τι κάνουμε πρέπει να γίνεται μέσ’ στη χώρα, απ’ τη χώρα, για τη χώρα. Κι οι οποίοι, στη βιασύνη τους να προλάβουν την πολιτικάντικη εθνεγερτική οικειοποίηση της επιτυχίας ενός (ακόμη) ανθρώπου που χρειάστηκε να ξενιτευτεί για να την πετύχει, μπορεί να κάνουν λάθος ακόμη και το όνομά του. Στη βιασύνη χίλια λάθη γίνονται βεβαίως, γι’ αυτό όμως εφευρέθηκε ο όρος «ορθή επανάληψη»: για να μη χρειάζεται με κάθε λάθος να σβήνουμε κι έναν λογαριασμό email…

TOPOTAMI

Ας μην κακοκαρδιζόμαστε πάντως, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. Ο κανόνας της καλλιτεχνικής αποτίμησης μιας ταινίας διεθνώς, είναι ο εξής και είναι πολύ απλός: όσο περισσότερα εισιτήρια κόβει μια ταινία, τόσο πιο αμφίβολη είναι η καλλιτεχνική της αξία. Ο Πολίτης Κέην δεν θα κατάφερνε ποτέ να φτάσει σε καμία λίστα εισπρακτικών επιτυχιών, για τον ίδιο λόγο που δεν έχει θέση στα ευπώλητα και η φιλμογραφία του Ταρκόφσκι. Κι αντίστοιχα, ο James Cameron δεν είναι ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης που έζησε ποτέ, παρ’ ότι ο Τιτανικός του και το Avatar ήταν οι πιο εμπορικές ταινίες του σύγχρονου κινηματογράφου – διαφορετικά, ο Eddie Murphy θα αποτελούσε ερμηνευτικό πρότυπο, τα McDonalds θα θεωρούταν απαύγασμα της γαστρονομίας, και τα Όσκαρ θα δινόντουσαν με δημοψηφίσματα.

Στη χώρα που η άποψη πάει για βρούβες κι η αποψάρα καταλήγει στη Βουλή, το να ρωτάς πώς είναι δυνατόν η επιτυχία του πιο αναγνωρισμένου διεθνώς σκηνοθέτη που έχει βγει στην Ελλάδα απ’ την εποχή του Θόδωρου Αγγελόπουλου, να κληρονομεί τέτοια μικροπρέπεια για κατευόδιο απ’ την πατρίδα του, ε αυτό είναι πια σα να ρωτάς γιατί ο ήλιος επιμένει ν’ ανατέλλει απ’ το ίδιο μέρος.

Δυστυχώς ή ευτυχώς, όσο κι αν αυτό βουρλίζει το μαζικό ναρκισσιστικό μας υπογάστριο, κριτήριο της τέχνης δεν ήταν ποτέ η λαϊκή αποδοχή, ακόμα και στην πιο λαϊκή των τεχνών, που είναι το σινεμά. Κριτήριο είναι ο χρόνος και η θέση του έργου μέσα σε αυτόν, ο τρόπος που το ένα πράγμα θα επιδράσει στο επόμενο, η κρυφή αλληλουχία των επιρροών που θα διαμορφώσει την τέχνη του μέλλοντος. Αυτό το κριτήριο προσπαθούν να αποτυπώσουν οι καλλιτεχνικές κοινότητες δίνοντας τα βραβεία τους, κι αν αυτά τα βραβεία συντάσσονται με την αποδοχή των τελικών αποδεκτών της κινηματογραφικής τέχνης, δηλαδή τους θεατές, τόσο το καλύτερο. Εκεί η τέχνη ολοκληρώνεται, αποτυπώνοντας αλλά και διαμορφώνοντας την κοινή αισθητική. Πράγμα σπάνιο.

Παράδειγμα: αν το Όσα Παίρνει ο Άνεμος κρατιέται ακόμη στην κορυφή των μεγαλύτερων ταμειακών εκρήξεων όλων των εποχών, έχοντας από πίσω και την αποδοχή της κινηματογραφικής κοινότητας, αυτό συμβαίνει όχι επειδή ήταν μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, αλλά επειδή ήταν μεγάλο σινεμά από μόνο του, ανεξαρτήτως των εισιτηρίων. Αντίστροφο παράδειγμα: το αν ο Κυνόδοντας κι ο Αστακός κατάφεραν να μαζέψουν περισσότερα εισιτήρια απ’ όσα έχει δει ποτέ art-house ταινία στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, ήταν η ταμειακή, κι όχι η καλλιτεχνική επιτυχία τους που έγινε κατά λάθος.

Εν προκειμένω πάντως, και για να ευλογήσουμε λίγο τα γένια μας, όταν στην Popaganda πριν από σχεδόν δυο χρόνια γράφαμε ότι ο Αστακός, μια λιγότερο τολμηρή, αλλά σαφώς πιο φιλική προς τον χρήστη ταινία σε σχέση με τον Κυνόδοντα, είναι και μια ταινία καθαρά σεναριοκεντρική, με όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της (σκηνοθεσία, φωτογραφία, ρόλοι κι ερμηνείες) να τίθενται στην απόλυτη υπηρεσία του εντελώς αξιοβραβεύσιμου κειμένου που συνυπέγραφαν Γιώργος Λάνθιμος κι Ευθύμης Φιλίππου, δεν μπορούσαμε βέβαια να φανταστούμε πως τον Ιανουάριο του ’17 θα μιλούσαμε για μια συμμετοχή στην οσκαρική πεντάδα. Να όμως που, καμιά φορά, ακόμα κι ο κριτικός δεδικαίωται.

Απ’ την άλλη βέβαια…

MATOSENARIO