ΣΙΝΕΜΑ

«Ξέρετε, στο Δυτικό Βερολίνο των 80s, δεν ήταν και πολύ εύκολο να στείλεις τον Nick Cave στην κουζίνα να πλύνει τα πιάτα…»

Η Gudrun Gut των Malaria! πρωταγωνιστεί στο ντοκιμαντέρ "B-Movie: Lust & Sound in West-Berlin 1979-1989" που προβάλλεται στο In-Edit Festival στη Θεσσαλονίκη. Μίλησε στον Παναγιώτη Μένεγο για τη μυθική εκείνη περίοδο στη μυθική αυτή πόλη.
Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS
Η Γερμανίδα μουσικός Gudrun Gut, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2015

Εδώ κι ένα χρόνο όλοι μιλάμε για τη Νέα Υόρκη των late 70s-early 80s (αν είχαμε ποτέ σταματήσει). Λίγο το Vinyl στην αμερικάνικη τηλεόραση, πολύ το εκκωφαντικό hype του City On Fire/Πόλη Στις Φλόγες, πάντα το γεγονός ότι στη διαρκή ανακύκλωση ποπ κουλτούρας δεν μπορεί παρά να πρωταγωνιστεί η πόλη-κέντρο του κόσμου. 

Mar-Reeder_Pressefoto

Ο Mark Reeder σήμερα

Όμως υπάρχει κι ένα άλλο μέρος της ίδιας περίπου περιόδου, εξίσου μυθικό και σίγουρα πιο προσιτό κι εξηγήσιμο στα δικά μας μέτρα. Το Δυτικό Βερολίνο των 80s. Το μποέμ μέρος μιας πόλης που ζούσε υπό το βάρος της διχοτόμησης, αλλά κουβαλώντας τη γοητεία της παρακμής ήδη από το μεσοπόλεμο, ξαναέγινε το μέρος που μάζευε τα πιο ελεύθερα και δημιουργικά πνεύματα απ’ όλον τον κόσμο. Το Δυτικό Βερολίνο των 80s ήταν μια πόλη σε αναβρασμό, μια πόλη που δεν κοιμόταν ποτέ (και φρόντιζε να ντοπάρεται γι’ αυτό), μια πόλη που μάζευε σαν μαγνήτης νάρκισσους ντιλετάντηδες σαν τον Mark Reeder, εγκέφαλο πίσω από το ντοκιμαντέρ B-Movie: Lust & Sound in West-Berlin 1979-1989 που προβάλλεται τη Δευτέρα 11/4 στο πλαίσιο του In-EDIT Festival στη Θεσσαλονίκη. Γεννημένος στο Μάντσεστερ, αφού βίωσε το punk στην ώρα του, ο Reeder βρέθηκε σε ηλικία 20 ετών το 1978 στο Βερολίνο ως άνθρωπος της Factory Records, επιφορτισμένος με το καθήκον να προμοτάρει μπάντες όπως οι Joy Division στην εκεί αγορά. Γρήγορα, έγινε μέρος της ανήσυχης σκηνής της (μην ξεχνάμε ότι τότε ο Bowie ηχογραφούσε εκεί την περίφημη βερολινέζικη τριλογία του και ο Iggy το The Idiot) και μπλέχθηκε με μπάντες όπως οι Malaria! της Gudrun Gut, η οποία «πρωταγωνιστεί» στο ντοκιμαντέρ ως poster girl εκείνης της περιόδου στην πόλη. 

https://youtu.be/RAg4VmBY7so

Τη συνάντησα τον περασμένο Σεπτέμβρη, όταν είχε έρθει στην Αθήνα στο πλαίσιο της προβολής του doc στις Νύχτες Πρεμιέρας. Μαυροντυμένη, διαρκώς (και πλατιά) χαμογελαστή, έμοιαζε σχεδόν έκπληκτη από το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για αυτή τη φέτα πολιτιστικής ιστορίας από το ελληνικό κοινό και στην πρώτη της επίσκεψη στην πόλη μας ζεσταινόταν πολύ (αλλά το απολάμβανε). Ξεκινήσαμε κάπως ανορθόδοξα την κουβέντα μας, από την πολιτική. Και τα στερεότυπα που έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια στις σχέσεις Ελλάδας-Γερμανίας. «Είναι πολλές και συγκεχυμένες οι πληροφορίες σχετικά με αυτά που περνάτε εδώ στην Ελλάδα. Χάρηκα που μπορώ να σας ζήσω λίγο από κοντά και να αισθανθώ τον παλμό από πρώτο χέρι. Υπάρχουν δύο διαφορετικές θεωρήσεις της Ελλάδας στη Γερμανία: η συντηρητική που βλέπει τα πράγματα μόνο από την οικονομική σκοπιά και μια πιο αριστερή που αισθάνεται τα προβλήματα και δείχνει αλληλεγγύη. Όπως πάντα, φαντάζομαι ότι η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Εγώ νομίζω ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να λύσεις όλα τα προβλήματα μόνο με τα λεφτά. Καταστάσεις σαν αυτές που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη είναι πιο περίπλοκες. Όμως, ξεκάθαρα πιστεύω ότι η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη, η θέση της είναι εκεί».

Η Γερμανίδα μουσικός Gudrun Gut, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2015

Δεν έχουμε βρεθεί για να μιλήσουμε για τη Μέρκελ, τον Τσίπρα και τον Σόιμπλε. Στέκομαι απέναντί της, με μια μεταφράστρια δίπλα μαζί μας που εμφανώς δεν έχει ιδέα για τι μιλάμε αλλά είναι πολύ πρόθυμη να μάθει, βουλιμικά περίεργος για ιστορίες από το Δυτικό Βερολίνο. Ιστορίες για τη δεκαετία που προηγήθηκε της Πτώσης του Τείχους, ιστορίες για τον Nick Cave, τον Blixa Bargeld και την παρέα τους. Την παρέα της. Αλήθεια πώς της φάνηκε που τα ξαναέζησε όλα αυτά μέσω του ντοκιμαντέρ; «Το Βερολίνο είναι μια πόλη που εξελίχθηκε μόνη της μιας και ήταν απομονωμένη. Εντυπωσιάστηκα και γέλασα πολύ ξαναβλέποντας εικόνες από εκείνη την εποχή στην ταινία, γιατί ήταν όντως μια δύσκολη εποχή, μόνο που κανείς μας δεν το καταλάβαινε τότε. Κι ο Mark Reeder, με το βρετανικό του χιούμορ, καταφέρνει να μετάφερει αυτό ακριβώς το κλίμα: ξέραμε ότι ήταν δύσκολη η κατάσταση αλλά επειδή ήμασταν νέοι και ήμασταν όλοι μαζί δεν το αφήναμε να μας επηρεάσει. Παίζαμε με τον κίνδυνο, γιατί μόλις οι καταστάσεις που ζούσαμε γίνονταν επικίνδυνες, αυτόματα γίνονταν και πιο ενδιαφέρουσες.
Όταν είδα το φιλμ, ενθουσιάστηκα. Χάρηκα με τον τρόπο που χαιρόμαστε όταν βλέπουμε ένα άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες. Εγω με τις Malaria!, ο Blixa με τους Einstürzende Neubauten, o Nick Cave με τους Birthday Party και τους Bad Seeds, ήμασταν όλοι μια οικογένεια τότε. Και μαζί μας ζωγράφοι, γλύπτες, σκηνοθέτες, κάθε λογής καλλιτέχνες. Παίζαμε live στις γκαλερί, εκεί που οι άλλοι έκαναν εκθέσεις. Το σημειώνω αυτό γιατί βλέπω ότι σήμερα π.χ. εικαστικοί και μουσικοί είναι δυο ξεχωριστοί κόσμοι, τότε ήμασταν ένα. Διαβάζαμε Ντοστογιέφσκι, βλέπαμε ταινίες του Άϊζενσταιν και του Μπουνιουέλ και μιλούσαμε πολύ γι’ αυτά, πηγαίναμε συνεχώς σε συναυλίες. Και βέβαια πίναμε πάρα πολύ. Τα πάντα».

Παίζαμε με τον κίνδυνο, γιατί μόλις οι καταστάσεις που ζούσαμε γίνονταν επικίνδυνες, αυτόματα γίνονταν και πιο ενδιαφέρουσες.

mag-06Cave

O Nick Cave στο Δυτικό Βερολίνο

Στο τρέιλερ της ταινίας, ο αφηγητής λέει ότι «στην αρχή των 80s στο Δυτικό Βερολίνο έβρισκες τα πιο όμορφα κορίτσια, τα καλύτερα ναρκωτικά κι αν ήσουν καλλιτέχνης τουλάχιστον 10 ανθρώπους να δουν το έργο σου». Της το υπενθυμίζω, μαζί με την περίφημη ατάκα του Nick Cave «πήγα από το Λονδινο στο Βερολίνο στις αρχές των 80s κι εκεί έκανα 2 χρόνια να κοιμηθώ». Γελάει και με τα δύο και δίνει μια άλλη προσέγγιση. «Αλήθεια είναι. Υπήρξε φοβερή αλληλοϋποστήριξη που ήξερες ότι θα λειτουργούσε ακόμα κι αν αποφάσιζες να κάνεις κάτι ακραίο. Όσον αφορά τις γυναίκες, υπήρχε όμως και κάτι άλλο. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Nick Cave: ερχόταν από την Αυστραλία και μια διαφορετική αντιληψη για τις σχέσεις των δύο φύλων. Εμείς όμως ήμασταν επηρεασμένες από το Μάη του ’68, από τους καταστασιακούς και τον φεμινισμό. Ξέρεις, δεν του ήταν πολύ εύκολο, όταν η πρώτη του φιλενάδα στο Βερολίνο τον έστειλε στην κουζίνα να πλύνει τα πιάτα, σχεδόν έπεσε κάτω. Για εμάς, όμως, ήταν αυτονόητο. Ήμασταν κατά κάποιον τρόπο η γενιά που απορρόφησε κι εφάρμοσε αυτά που διεκδίκησαν οι αμέσως προηγούμενες».

– Θέλατε να αλλάξετε τον κόσμο ή να περάσετε καλά;

– Θέλαμε κυρίως να καταστρέψουμε. Τα παλιά και να φτιάξουμε καινούρια.

Ναι μεν γελάμε και οι δύο, αλλά η Gudrun θέλει να υπερθεματίσει. «Δε μας ενδιέφερε να κάτσουμε σπίτι να πλέξουμε πουλοβεράκι. Η διάθεση ήταν να τα ξεκινήσουμε όλα από την αρχή, να τα γυρίσουμε στο μηδέν. Ήμασταν βέβαια Γερμανοί και μουσικά η κύρια επιρροή προερχόταν είτε από τις ΗΠΑ είτε από την Αγγλία. Δεν υπήρχε τόσο μεγάλη εσωτερική σκηνή, κάτι που έχει αλλάξει σήμερα. Κάναμε μουσική πέραν των καθιερωμένων. Το θεωρούσαμε και τέχνη, αλλά και αντίδραση».

Η Γερμανίδα μουσικός Gudrun Gut, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2015

Δεν υπήρχαν όμως κι αρνητικές πλευρές; Δε ζορίζονταν με κάτι; «Πιστεύω ότι στην ταινία δεν παρουσιάζονται όλα ρόζ, φαίνεται και η αρνητική πλευρά της τότε ζωής μας. Που βασικά ήταν ότι δεν είχαμε δεκάρα. Επίσης ήμασταν όλοι ερωτευμένοι, άρα και δυστυχείς – κανείς δεν ήταν ερωτευμένος και ταυτόχρονα ευτυχισμένος. Ο τρόπος ζωής που περιέγραψα προηγουμένως κόστιζε. Δεν είναι όλες οι αναμνήσεις ευχάριστες. Έντονες ναι, ευχάριστες όχι.Έχω πολλούς φίλους από τότε. Δε ζούμε ο ένας πάνω στον άλλον, όπως παλιά, αλλά έχουμε κρατήσει επαφές. Με κάποιους πιο χαλαρές, με τα κορίτσια από τις Malaria! και τις Matador πιο στενές. Την Bettina (σ.σ. Köster – μέλος των Malaria!, Mania D, Matador) τη βλέπω συχνά, όπως και τον Blixa.

Επίσης ήμασταν όλοι ερωτευμένοι, άρα και δυστυχείς – κανείς δεν ήταν ερωτευμένος και ταυτόχρονα ευτυχισμένος.

Υπάρχει όμως και μια άλλη βασική συνθήκη, γύρω από την οποία ζούσαν. Το Τείχος. Εκείνοι μποέμ αποδομητές από τη μία. Κι από την άλλη, ησυχία, τάξη και σοσιαλιστική ασφάλεια. «Είχαμε αποδεχθεί αυτό που συνέβαινε στην άλλη πλευρά, στο Ανατολικό Βερολίνο. Πηγαίναμε μέχρι την Φρίντριχστρασε και δίναμε δυτικά μάρκα για να αγοράσουμε τσιγάρα και βότκα. Μια δυο φορές που είχαμε επισκεφθεί το Ανατολικό, δεν ξέραμε πραγματικά τι να κάνουμε.
Θυμάμαι, την ημέρα που έπεσε το Τείχος, ήμουν σπίτι, κοίταζα την τηλέοραση κι έλεγα αυτό είναι αδύνατον. Κι όμως τα κορναρίσματα στους δρόμους έλεγαν το αντίθετο, πήρα λοιπόν το ποδήλατο και βγήκα στους δρόμους μαζί με το πλήθος. Φυσικά, την επόμενη μέρα ήμασταν όλοι στην Πύλη του Βρανδεμβούργου. Ήταν μια συγκινητική στιγμή – για την ακρίβεια, δεν ήταν μόνο μια στιγμή αλλά μερικές εβδομάδες έντονου συγκινησιακού φόρτου.
Στα τέλη των 80s ήταν μια πολύ γκρίζα πόλη. Με το που έπεσε όμως το Τείχος, έγινε κάτι άλλο. Κι έτσι όσοι είχαμε σχέδια να το εγκαταλέιψουμε, ας πούμε εγώ ήθελα να πάω στη Βαρκελώνη, απλά εγκαταλειψαμε τα σχέδιά μας. Η σκηνή είχε αρχίσει σιγά σιγά να καταρρέει. Το κάποτε ρεύμα του neue deutsche welle λειτουργούσε πια καθαρά επαγγελματικά. Πια ο καθένας έψαχνε μόνο του να βρει τον δρόμο του, φαινόταν ότι η σκηνή του παρελθόντος, η ευτυχία –αν θέλεις- του παρελθόντος τέλειωνε. Και ύστερα ήρθε το techno».

Την ακολούθησε εκείνη την σκηνή που άλλωστε δίνει και στο σημερινό, ενοποιημένο πια, Βερολίνο τη σύγχρονη φυσιογνωμία του; Χαμογελάει πάλι, σαρδόνια αυτή τη φορά. «Κοίτα, είμαι άνθρωπος της νύχτας, φυσικά και το ακολούθησα. Σήμερα, όλοι σκέφτονται την σκηνή των κλαμπ ως ένα μέρος που μπορείς να βγάλεις χοντρά λεφτά, στην αρχή των 90s δεν ήταν έτσι. Υπήρχε το Tresor club. Σκοτεινό, με ακραία – για την εποχή – μουσική, ήταν σχεδόν αναρχικό αυτό που συνέβαινε και το λάτρεψα. Μου θύμιζε, ασφαλώς, εμάς και όσα συνέβαιναν μια δεκαετία πριν, στις αρχές των 80s. Στον τρόπο αντιμετώπισης της πραγματικότητας». 

Η Γερμανίδα μουσικός Gudrun Gut, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2015

Η Gudrun εξακολουθεί να ζει εκεί. Στο Δυτικό Βερολίνο, Μιλάμε για τα 00s, τότε που ξαφνικά όλη η υφήλιος μετανάστευε πάλι στο Βερολίνο για να ζήσει μια πιο ανθρώπινη, καλλιτεχνική κι «αργή» ζωή, για την οποία φημίζεται η πόλη σε αντίθεση με τη γερμανική νοοτροπία. Τι έχει, τέλος πάντων, αυτή η πόλη και διαχρονικά αποτελεί το κέντρο της νεανικής κουλτούρας; «Όλα ξεκινάνε από τους Βεολινέζους που είναι πάντα ανοιχτοί στην εναλλακτική κουλτούρα. Έτσι ανέπτυξαν εναλλακτικές δομές που βοηθάνε π.χ. τους καλλιτέχνες να επιβιώσουν. Ας πούμε, αυτήν την εποχή, υπάρχουν πολλές φεμινιστικές οργανώσεις που υποστηρίζουν τις γυναίκες που κάνουν ηλεκτρονική μουσική. Ή πάντα υπάρχει η διάθεση να διασώζονται τα λαϊβάδικα και τα κλαμπ, ακόμα κι αν βρίσκονται σε κατοικημένες περιοχές. Και να σου πω και κάτι, από δω είναι πιο φθηνά. Στο Βερολίνο δεν έχω δώσει ποτέ 5 ευρώ για ένα κεμπάμπ».

το τρέιλερ του φιλμ

Το B-Movie: Lust & Sound in West-Berlin 1979-1989 προβάλλεται τη Δευτέρα 11/4, 20.30, στον κινηματογράφο Ολύμπιον (πλατεία Αριστοτέλους).
Η Gudrun Gut κυκλοφορεί τη μουσική της στο δικό της φημισμένο label Monika Enterprise.

 

 

 

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.