30 ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΕΙΧΟΣ
Πρόσωπα ιστορίες και αναμνήσεις από μία διχασμένη πόλη.

Ο Άνθρωπος Που Είδε το Τείχος να Πέφτει

Στις 9 Νοεμβρίου του 1989, το Βερολίνο γιόρταζε την πτώση του Τείχους κατευθυνόμενο προς τα δυτικά. Ο Πέτρος Αυλίδης ακολούθησε την αντίθετη πορεία. Του Παναγιώτη Μένεγου.
Φωτογραφίες: Γιάννης Δρακουλίδης / FOSPHOTOS
avlidis 5

«Η μνήμη μου από εκείνη την ημέρα ξεκινά από το απόγευμα. Δε θυμάμαι καθόλου που ήμουν το προηγούμενο βράδυ, από πού είχα γυρίσει ή τι έκανα νωρίτερα. Έκατσα, με τον καφέ και το τσιγάρο μου, στις 19.00 να δω τις ειδήσεις στο ανατολικό κανάλι. Ήταν κάτι που συνηθίζαμε. Να βλέπουμε πρώτα αυτές και μια ώρα μετά τις δυτικές και να συγκρίνουμε. Τελειώνοντας το δελτίο που ήταν εντελώς αδιάφορο, εμφανίστηκε εκ μέρους της κυβέρνησης ο Γιούργκεν Σαμπόφσκι, άνθρωπος της Στάζι,  ίσιαξε τα γυαλιά του και διάβασε από τα χαρτιά που κρατούσε μπροστά του ότι “οι πολίτες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας θα μπορούν να κινούνται ελεύθερα σε όποιον προορισμό θέλουν χωρίς ειδικές άδειες” – δε θυμάμαι ακριβώς τη διατύπωση. Οι παρουσιάστριες των ειδήσεων είχαν μείνει αποσβολωμένες, σύξυλες. Αυτό που είχε μόλις ακουστεί ήταν επιστημονική φαντασία. Σε κάποια στιγμή κάποιος του λέει κάτι, δεν το ακούμε εμείς από τους δέκτες μας, ο Σαμπόφσκι ψάχνει στο χαρτί και κάπως αμήχανος λέει ότι η ελεύθερη διέλευση ξεκινά αμέσως.

Προσπαθώ να καταλάβω τι έχω μόλις ακούσει και το γυρίζω στο δυτικογερμανικό κανάλι που διακόπτει το πρόγραμμα και προβάλλει με τη σειρά του το βίντεο. Και μετά αρχίζω τα τηλεφωνήματα, προσπαθώντας να το διασταυρώσω – όχι πολύ εύκολη υπόθεση σε μια εποχή χωρίς ίντερνετ. Ήταν όντως μια ανατριχιαστική στιγμή, αν και δε θέλω να τα υπερδραματοποιώ σήμερα». 

avlidis 2

Ο Πέτρος Αυλίδης δεν κρατούσε ημερολόγιο. Δε χρειαζόταν, η μνήμη του είναι φωτογραφική. Όποιος έχει διαβάσει τον Σοφέρ (Γαβριηλίδης, 2012), αυτό το συναρπαστικό χρονικό της δεκαετίας του ’80 στο δυτικό Βερολίνο των μποέμ, το έχει διαπιστώσει – εγώ δε χρειάστηκα παραπάνω από μια επιστροφή Ανάφη-Πειραιά για να το ρουφήξω με κομμένη την ανάσα. Βρέθηκε εκεί το 1980, έχοντας τελειώσει ψυχίατρος στο Αριστοτέλειο και πολύ γρήγορα μπήκε στον κύκλο των διανοούμενων μιας πόλης που βρισκόταν σε αναβρασμό. Έγινε φίλος του μεγάλου ζωγράφου Αλέξη Ακριθάκη και της γυναίκας του Φώφης, στης οποίας το ομώνυμο μπαρ-ρεστοράν σύχναζε μια εκλεκτή κάστα μποέμηδων τυχοδιωκτών που πουλούσαν ιδέες και στυλ και πειραματίζονταν με τις αντοχές τους στο αλκοόλ και τις ουσίες. Εκείνος είχε μόνο μια υποχρέωση. Να οδηγεί. Και την τεράστια τύχη να είναι εκεί. Να πηγαίνει ύποπτες βόλτες τον Ακριθάκη μαζί με τη Nico των Velvets, να ξεναγεί τον Φράνσις Μπέικον, να βρίσκεται σε αμηχανία ενώ ο Ντένις Χόπερ λιώμα προσπαθεί επί ένα μισάωρο να βάλει τις μπότες του στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Δούλευε το πρωί, κοιμόταν το απόγευμα, γύρναγε και οδηγούσε τα βράδια. Και φυσικά ήταν εκεί την ημέρα που έπεσε το Τείχος, την ημέρα που άλλαξε ο κόσμος και η Ιστορία πέρασε στο επόμενο κεφάλαιό της.

Aκούγαμε τέτοιες ιστορίες απόδρασης σχεδόν καθημερινά. Ιστορίες, στις οποίες η ανατολικογερμανική προπαγάνδα δεν μπορούσε να δώσει έκταση και δημοσιότητα γιατί της χαλούσαν  την αφήγηση που ήθελε το Τείχος να έχει υψωθεί για να προστατεύει τους Ανατολικούς από την εισβολή και όχι για να τους απαγορεύει να φύγουν. Κατά κάποιον τρόπο, στην προκειμένη περίπτωση, έπεσαν θύματα της ίδιας τους της προπαγάνδας.

«Δεν χωρούσε στο μυαλό μας ότι περνάμε σε μια νέα φάση της ιστορίας ή κάτι τέτοιο, θέλαμε απλά να σιγουρευθούμε ότι έχουμε καταλάβει σωστά και στη συνέχεια όλοι κατευθυνθήκαμε προς το Τείχος. Δεν ήταν κάτι που υπήρχε στο πρόγραμμα της συγκεκριμένης ημέρας, η έκπληξή μας ήταν μεγάλη – όλοι ξέραμε ότι θα συμβεί κάποτε, αλλά δεν ήμασταν σίγουροι ότι θα το ζήσουμε. Πήρα τη γυναίκα με την οποία ήμουν σε φάση επανασύνδεσης τότε κι έναν φίλο μου και πήγαμε σε ένα σημείο του Τείχους που ήταν κάπως σημαντικό για μας, στη γέφυρα που ενώνει τις δύο πλευρές της πόλης πάνω από τον ποταμό Σπρέε. Γύρω στις 8.30, 9 παρά βρέθηκα από το Μοαμπίτ που ζούσα τότε στο τελευταίο σημείο του Κρόιτσμπεργκ που μπορούσαμε να πλησιάσουμε με το προηγούμενο καθεστώς, στο σημείο-μηδέν όπως το λέγαμε. Από εκείνο το σημείο περνούσαν μόνο οι Ανατολικοί που είχαν βγει σε σύνταξη προς τη Δύση. Πηγαίναμε συχνά και τους χαζεύαμε. Οι προηγούμενοι γυρνούσαν στις δώδεκα παρά ένα τα μεσάνυχτα με γεμάτες σακούλες από τους συγγενείς τους στο δυτικό Βερολίνο και οι επόμενοι παραμόνευαν για να φύγουν δώδεκα και ένα. Με άδειες σακούλες φυσικά».

avlidis

Στον Σοφέρ (διαβάστε εδώ το τελευταίο κεφάλαιο) με έναν σχεδόν ποιητικό τρόπο περιγράφεται αυτή η απόφαση να ακολουθήσουν την αντίθετη πορεία από το πλήθος, την πορεία προς Ανατολάς. Δίνει στην αφήγηση μια αποστασιοποιημένη ουδετερότητα, παρά το μέγεθος της στιγμής. Ποιες είναι όμως οι εικόνες που του έρχονται στο μυαλό σήμερα ανακαλώντας εκείνες τις στιγμές; «Τι να πρωτοθυμηθώ; Οι Ανατολικογερμανοί ήταν εκστασιασμένοι, αλλά –όπως κι εμείς- είχαν απορία, ρωτούσαν όποιον έβρισκαν από τους συνοριοφύλακες στους αμερικάνους φαντάρους τι ισχύει. Οι τελευταίοι τα είχαν παίξει κυριολεκτικά, αλλά σε χειρότερη θέση ήταν οι ανατολικογερμανοί φύλακες που δεν είχαν ενημέρωση και δεν είχαν ιδέα τι να κάνουν, αρχικά φοβούνταν. Από ένα σημείο και μετά όλο το σκηνικό ήταν σαν φάρσα, τα πράγματα συνέβαιναν σχεδόν αυτόματα. Πιο μετά εμφανίστηκαν οι πρώτοι με τα καλέμια που άρχισαν να γκρεμίζουν το Τείχος». Κράτησε άραγε το δικό του κομμάτι-σουβενίρ; «Δεν έχω δικό μου κομμάτι. Από ένα σημείο και μετά έγινε τόσο μπανάλ που το πουλούσαν στα παζάρια του δρόμου. Πολλοί Αμερικάνοι αγόρασαν ολόκληρα μπλοκ για να στολίζουν τους κήπους τους».

avlidis 10
avlidis 9
avlidis 8

Το είχαν καθόλου μυριστεί; Είχαν ερμηνεύσει τα σημάδια των καιρών όπως τους είχε προτρέψει να κάνουν σε έναν διάσημο χρησμό του ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ; «Όλοι ξέραμε ότι θα συμβεί κάποτε, αλλά δεν ήμασταν σίγουροι ότι θα το ζήσουμε. Το εξάμηνο που είχε προηγηθεί υπήρχε μεγάλη αναταραχή. Ο Γκορμπατσόφ είχε ήδη δώσει μια διαφορετική πολιτική κατεύθυνση, της οποίας τα αποτελέσματα γίνονταν σιγά σιγά ορατά, ενώ το καλοκαίρι του ’89 πέρασε με μαζική φυγή Ανατολικογερμανών μέσω γειτονικών χωρών π.χ. μέσω της Ουγγαρίας. Στο βιβλίο γράφω ότι “πήγαιναν για μπάνια” εκεί, εξασφαλίζοντας άδεια εξόδου και με το που έφταναν σε χώρες, έτσι κι αλλιώς, πολιτικά φιλικές κλείνονταν στη δυτικογερμανική πρεσβεία κι άρχιζαν οι διαπραγματεύσεις. Ακούγαμε τέτοιες ιστορίες σχεδόν καθημερινά. Ιστορίες, στις οποίες η ανατολικογερμανική προπαγάνδα δεν μπορούσε να δώσει έκταση και δημοσιότητα γιατί χαλούσαν  την αφήγηση που ήθελε το Τείχος να έχει υψωθεί για να προστατεύει τους Ανατολικούς από την εισβολή και όχι για να τους απαγορεύει να φύγουν. Κατά κάποιον τρόπο, στην προκειμένη περίπτωση, έπεσαν θύματα της ίδιας τους της προπαγάνδας. Είχε προηγηθεί άλλωστε και η παραίτηση Χόνεκερ πριν λίγες εβδομάδες, τον οποίο διαδέχθηκε ο Έγκον Κρεντζ που δεν ήταν τίποτα άλλο από μια φιγούρα που είχαν τοποθετήσει οι μυστικές υπηρεσίες που έκαναν κουμάντο μαζί με τη σοβιετική πρεσβεία. Όλα αυτά ήταν δείγματα μιας αλλαγής. Πιστεύαμε ότι θα αυξηθούν οι ελευθερίες, θα γίνει πιο εύκολη η διέλευση ανάμεσα στις δυο πλευρές, γίνονταν άλλωστε κάθε Δευτέρα σχετικές πορείες. Αλλά δε φανταζόμασταν ότι έρχεται η πτώση του Τείχους».

Στην επόμενη σελίδα: πώς έβλεπαν οι Δυτικοί τους “δίπλα”, πώς έγινε το Βερολίνο η πρωτεύουσα του techno στα ’90s, πώς είναι σήμερα και πού συμφωνούν Πέτρος Αυλίδης και Nick Cave

Πρόσωπα ιστορίες και αναμνήσεις από μία διχασμένη πόλη.
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.