ΘΕΑΤΡΟΒυσσινόκηπος στο Θέατρο «Δημήτρης Χορν»: Μισή γεύση Τσέχωφ

Βυσσινόκηπος στο Θέατρο «Δημήτρης Χορν»: Μισή γεύση Τσέχωφ

Η επιλογή του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη να ανεβάσει το κλασικό έργο του Τσέχωφ προβληματίζει. Γράφει η Όλγα Σελλά.

Μικρός το δέμας, αλλά έχει αναστατώσει το θεατρικό τοπίο του κέντρου της Αθήνας και των ιστορικών θεάτρων του, τα τελευταία χρόνια, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης. Επιλέγει φρέσκα κείμενα, απευθύνεται σε καλούς ηθοποιούς και σκηνοθετεί παραστάσεις που είναι κλασικές όσο και μοντέρνες. Αυτή είναι η «συνταγή» του, που έχει αποδειχθεί επιτυχημένη.

Φέτος ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης αποφάσισε να στραφεί σε κάτι κλασικό. Επέλεξε τον «Βυσσινόκηπο» του Αντον Τσέχωφ, ένα από τα λίγα, αλλά πάντα αγαπημένα θεατρικά κείμενου του Ρώσου κλασικού. Και επέλεξε, όπως πάντα, έναν δυνατό θίασο. Στο θέατρο «Δημήτρης Χορν» στεγάζει τον «Βυσσινόκηπό» του, στην οδό Αμερικής. Και ασφαλώς η προσδοκία, αλλά και η περιέργεια, ήταν μεγάλες. 

Η ιστορία του «Βυσσινόκηπου» είναι γνωστή. Αλλωστε είναι από τα έργα που πολλοί έχουμε δει πολλές φορές, σε πολλές σκηνοθεσίες και εκδοχές: βρισκόμαστε κάπου στη ρωσική επαρχία, όπου είναι το αρχοντικό μιας πρώην εύρρωστης οικογένειας μέσα σ’ έναν τεράστιο αγρόκτημα, γεμάτο βυσσινιές, όπου συγκατοικούν οι μνήμες και η παλιά της αίγλη. Ολη τους η περιουσία, όμως, είναι πλέον χρεωμένη. Οπου να ’ναι θα βγει σε πλειστηριασμό και το αρχοντικό και ο βυσσινόκηπος. Τα μέλη της οικογένειας -η φιλάρεσκη Λιουμπόφ (Θέμις Μπαζάκα), μια γοητευτική γυναίκα, πάντα επιρρεπής στη μεγάλη ζωή, που κρύβει κάτω από το χαλί ό,τι την θλίβει και επιμένει να ζει με τις ψευδαισθήσεις της και να φέρεται large, ο αδελφός της Γκάγιεφ (Γιάννης Κότσιφας), ένας  ανειδίκευτος bon viveur, πρώην πλούσιος που του αρέσει πολύ το μπιλιάρδο, και οι κόρες της Λιουμπόφ: η προσγειωμένη και υποταγμένη ψυχοκόρη Βάρια (Κόρα Καρβούνη), η μόνη που έχει αορίστως συνείδηση της κατάστασης και έχει την ευθύνη λειτουργίας αυτού του αρχοντικού  και η τρυφερή Ανια (Σίσσυ Τουμάση)- μοιάζουν να μην αντιλαμβάνονται ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει γι’ αυτούς, και συνεχίζουν να ζουν όπως ζούσαν. Το καινούργιο το φέρνει ένας οικογενειακός φίλος πλέον, στην πραγματικότητα ο γιος ενός κολλίγα, που ήταν στη δούλεψη της οικογένειας, αλλά κατάφερε να πλουτίσει, ο Λοπάχιν (Δημήτρης Λιγνάδης), ένας άνθρωπος επιτυχημένος και αυτοδημιούργητος που ομνύει στους κανόνες της «αγοράς» της εποχής του.  Τους προειδοποιεί για τους κινδύνους και τους προτείνει τις νέες μορφές αξιοποίησης και ανάπτυξης της περιουσίας τους για να μην τη χάσουν. Παραθεριστές: η νέα τάση, η νεά μορφή ανάπτυξης. Ισως να ήταν και μια πρώιμη μορφή του airbnb που πρόβλεψε ο Τσέχωφ! Αυτή είναι λίγο πολύ η ιστορία του Τσέχωφ, που ξεκίνησε να τη γράφει το 1902, επισημαίνοντας το μεταίχμιο της εποχής του και της χώρας του. Ο «Βυσσινόκηπος» είναι πάντα η κατάρρευση του παλιού και ο ερχομός του νέου. Και η αέναη πάλη αυτών των δύο…

Στη σκηνή του θεάτρου «Δημήτρης Χορν», η Αθανασία Σμαραγδή έχει στήσει ένα σκηνικό, στο οποίο κυριαρχούν αντικείμενα και  έπιπλα παλιού παιδικού δωματίου. Επεδίωξε, προφανώς, να αναπαραστήσει τις μνήμες και τη νοσταλγία όσων έζησαν και μεγάλωσαν εκεί, χωρίς όμως εκπλήξεις. Υπήρχε στο χώρο ένα παιδικό αλογάκι, μια μεγάλη πάνινη μπάλα-πουφ, μια περιστρεφόμενη βιβλιοθήκη εποχής (αλλά γιατί τα εξώφυλλα ήταν τόσο χρωματιστά και καινούργια; Δεν νομίζω ότι ήταν τέτοια η αισθητική των εξωφύλλων στις αρχές του 20ού αιώνα), κι ένα μεγάλο κουκλόσπιτο, που επεδίωξε να είναι το κεντρικό σκηνικό εργαλείο, αλλά λειτούργησε μονοδιάστατα. Σ’ αυτό το σπίτι υπάρχει, ως βαριά σκιά, ως μέρος του χώρου, ο παλιός γέρων υπηρέτης ο Φιρς (ο εξαίρετος Γιώργος Μπινιάρης -διαπρέπει η οικογένεια Μπινιάρη φέτος). 

Είναι μια ζόρικη ιστορία ο Βυσσινόκηπος, γιατί έχει αποχαιρετισμούς, έχει δυσάρεστες αναμνήσεις, έχει προσκόλληση, έχει άρνηση, έχει εμπλοκές και διασταγμούς του παλιού απέναντι στο νέο.

Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης θέλησε να δώσει έμφαση στη ματιά και το όραμα του Λοπάχιν, αλλά και του Τροφίμοφ (Αλέξανδρος Μαυρόπουλος),  του ανθρώπου που εμπνέεται από τις νέες ανθρωπιστικές ιδέες που έρχονται. Δύο διαφορετικές οπτικές για το μεταίχμιο των αρχών του 20ού αιώνα, δύο διαφορετικές αντιλήψεις, νέες για την εποχή τους, που ασφαλώς εξακολουθούν να μας ακολουθούν και να μας διαμορφώνουν, διαθλασμένες, αλλιώτικες, στραπατσαρισμένες, εν πολλοίς ίδιες. Τα μέλη της εκπεσούσης αστικής τάξης παρουσιάζονται ρομαντικά, σε απόλυτη απόσταση από την πραγματικότητα, νοσταλγικά, σχεδόν γραφικά. Ακόμα και ο Φιρς του Γιώργου Μπινιάρη, που αποτυπώνει απολύτως το κλίμα της εποχής επί σκηνής (ιδίως στην ιδιαίτερης ατμόσφαιρας σκηνή του φινάλε) στην ουσία αυτοϋπονομεύεται (και υπονομεύει) για την σχεδόν ανοϊκή εμμονή του σε κάτι που πέρασε ανεπιστρεπτί. 

Ομως δεν έγινε απολύτως ξεκάθαρη αυτή η ματιά του σκηνοθέτη, δεν συμβάδισε με το ύφος και το κλίμα της παράστασης, δεν έγινε διακριτή. Ο θεατής ένιωθε να βλέπει αποσπασματικά καλές σκηνές, μεμονωμένα καλές ερμηνείες, αλλά όχι μια διάρκεια, όχι μια συνομιλία ενός συνόλου.  

Ενα ακόμα βασικό πρόβλημα της παράστασης ήταν κάποιες επιλογές στο κάστινγκ. Ο πολύ καλός και αγαπητός Γιάννης Κότσιφας δεν έπειθε για ξεπεσμένο αριστοκράτη. Απείχε πολύ από τον περυσινό του ρόλο στην «Αγριόπαπια».  Θα μπορούσα απολύτως να φανταστώ σ’ αυτόν τον ρόλο τον Δημήτρη Λιγνάδη, που φέρει έτσι κι αλλιώς, ως ιδιοσυγκρασία, την αστική αγωγή. Και ο έμπειρος και χαρισματικός Δημήτρης Λιγνάδης σε κάποιες  δεν έπειθε ως άξεστος γιος του κολλίγα, δεν μπορούσε να έχει κάτι το αγοραίο, το οξύ, το καλλωπισμένα χοντροκομμένο. Παρ’ όλα αυτά και αναντίρρητα, ο Δημήτρης Λιγνάδης ήταν σε στιγμές αυτός που γνωρίζουμε (η καλύτερη απ’ όλες εκείνη που προσπαθεί ανεπιτυχώς να κάνει πρόταση γάμου στη Βάρια. Εκεί βγαίνει έξοχα η αμηχανία, η δυσλεξία, το μπλοκάρισμα του συναισθήματος. Γήινος και αυθεντικός και εντός του ρόλου του ήταν ο Τροφίμοφ του Αλεξανδρου Μαυρόπουλου, όπως και η υπηρέτρια Ντουνιάσα (Γεωργιάννα Νταλάρα). Πολύ καλή στο ρόλο που ανέλαβε να ερμηνεύσει, με το στυλ μιας γυναίκας που εντάσσεται αλλά ταυτοχρόνως σαρκάζει το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται,  η Αθηνά Μαξίμου. Η έμπειρη Θέμις Μπαζάκα υπάκουσε στις σκηνοθετικές οδηγίες και μετέφερε μια Λιουμπόφ πέραν του κόσμου τούτου, πικραμένη, κάποιες στιγμές περήφανη και κάποιες στιγμές αφελή. 

Γενικά υπήρχαν στιγμές που η παράσταση έμοιαζε να αντιφάσκει με τον εαυτό της και οπωσδήποτε με τους προβληματισμούς, τα ερωτήματα και τις επισημάνσεις του Τσέχωφ. Εμοιαζε ανολοκλήρωτη, αυτοσυγκρατημένη, και, κυρίως, με δυσδιάκριτη άποψη. Μισή γεύση Τσέχωφ… 

Info: 
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
Μετάφραση: Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου
Απόδοση: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης – Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου
ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΝ:
Θέμις Μπαζάκα, Δημήτρης Λιγνάδης, Κόρα Καρβούνη, Αθηνά Μαξίμου, Γιάννης Κότσιφας, Σίσσυ Τουμάση, Γιώργος Μπινιάρης, Γιάννης Στόλλας, Αλέξανδρος
Μαυρόπουλος, Γιάννης Γιαννούλης, Τάσος Δημητρόπουλος, Γεωργιάννα Νταλάρα. 
Ημέρες – ώρες παραστάσεων:
Τετάρτη : 20:00
Πέμπτη, Παρασκευή 21:00
Σάββατο : 18:00, 21:00
Κυριακή 20:00 
Διάρκεια : 2 ώρες
Θέατρο Χορν, Αμερικής 10, Αθήνα
Τηλέφωνο: 210-3612500

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.