ΘΕΑΤΡΟ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 13.05.2017

Βασίλης Μαυρογεωργίου: Δημιουργικός, Ανυπόμονος Και Πανικόβλητος

Ο 38χρονος σκηνοθέτης μιλάει στην Popaganda για το πώς η «Κατσαρίδα» είναι μια μακρινή ανάμνηση και γιατί αισθάνεται διασκεδαστής.
Φωτογραφίες: Δημήτρης Κουλελής
ΘΕΑΤΡΟ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΒασίλης Μαυρογεωργίου: Δημιουργικός, Ανυπόμονος Και Πανικόβλητος

Ήταν 2010 όταν είχα δει για πρώτη φορά την παράσταση «Μια τεράστια έκρηξη» σε κείμενα και σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου και πρωταγωνιστή τον Γιώργο Πυρπασόπουλο στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου» και ενθουσιάστηκα. Είναι 2017 όταν βλέπω ξανά την παράσταση –με αρκετές προσθήκες και με τραγούδια του Φοίβου Δεληβοριά που έχουν γραφτεί ειδικά για αυτή- στο Skrow αυτή τη φορά και πάλι ενθουσιάστηκα.

Ο Μαυρογεωργίου έχει φτιάξει μια παράσταση-μωσαϊκό φτιαγμένη από θραύσματα της μέχρι τώρα ζωής μας. Θραύσματα πιο πολύτιμα από φιλιά και έρωτες φοιτητικών χρόνων, θραύσματα πιο «φτηνά» που μυρίζουν BU και βότκα λεμόνι στο POP. Όλα τα θραύσματά του όμως τα αγαπάει ο Μαυρογεωργίου γιατί ξέρει ότι όλα είμαστε εμείς -και τα ποιήματα του Μπωντλαίρ και το Kill Bill του Ταραντίνο. Και όλο αυτό το ποπ σύμπαν παρουσιάζεται ιδανικά στη θεατρική φιλόξενη φωλιά του Skrow, μια φωλιά που  έχτισε ο ίδιος μαζί με τους Μαρία Φιλίνη, Κατερίνα Μαυρογεώργη, Σεραφείμ Ράδη και Νίκο Μαραμαθά.

«Με οτιδήποτε άλλο καταπιανόμουν (εκτός του θεάτρου) νόμιζα ότι ρουφιέται η ζωή από μέσα μου, ότι θα πεθάνω. Όπως είχε πει και ο Στίβεν Σιγκάλ στην ταινία «Σε κατάσταση πολιορκίας», “It ‘s not a job, it ‘s an adventure”.»

Μεγάλωσα στην Αθήνα αλλά κάθε καλοκαίρι πήγαινα στην Ικαρία. Αυτό που λένε οι Αθηναίοι ότι «είστε τρελοί εσείς οι Ικαριώτες» το αντιλήφθηκα χάρη σε αυτή ακριβώς τη διαπίστωσή τους. Εάν το έχεις μάθει από μικρός είναι κάτι απολύτως φυσικό για σένα και όχι αιτία σχολιασμού το πώς ζουν στο νησί. Μεγαλώνοντας βέβαια κατάλαβα ότι υπάρχει όντως μια «κουλαμάρα», με την καλή έννοια, σε όλα τα επίπεδα.

Στην Ικαρία όλοι έχουν μια πετριά δηλαδή θείοι και θείες που γράφουν ποιήματα και ασχολούνται με τη λογοτεχνία. Επίσης τα παιδιά από εκεί -ο Κώστας Γάκης, η Κατερίνα Μαυρογεώργη, η Τζένη Μπότση– έχουν μια τάση να ασχοληθούν με τη μουσική, με το θέατρο, με τα καλλιτεχνικά ας το πούμε έτσι. Είναι ένα νησί που εμπνέει. Θυμάμαι από την παιδική μου κιόλας ηλικία ότι πάντα θα υπήρχε κάποιος που θα σου έλεγε «κοίτα κάτι που έγραψα» ή ότι τα παιχνίδια μας βασίζονταν στη φαντασία, για παράδειγμα παίζαμε το κυνήγι του θησαυρού σε σπίτια. Κι όλα αυτά σε βάζουν σε ένα κλίμα. Μέχρι και ταινίες γυρίζαμε. Το χωριό που πήγαινα ήταν το Φλες και γυρίζαμε ταινίες με ήρωα τον «Φλέσμαν» ή τον «Δράκουλα του Φλες».

Ήμουν πολύ κακός μαθητής, ο χειρότερος της τάξης. Όταν τελείωσα το σχολείο ήμουν ένας απίστευτος ρέμπελος, με την έννοια του τεμπέλη και όχι του επαναστάτη. Δεν είχα κανένα στόχο, ούτε καν Πανελλήνιες δεν έδωσα. Όμως κάποια στιγμή οι γονείς μου μου είπαν ότι κάτι πρέπει να κάνω με τη ζωή μου, δεν γίνεται αλλιώς. Το μόνο που σκέφτηκα ήταν να σχεδιάζω κόμικ κι έτσι πήγα και γράφτηκα στη σχολή του Ορνεράκη. Είχαμε ως μάθημα «Δημιουργική γραφή και σκέψη» με τον Ηλία Ταμπακέα και εκεί δεν καλούμασταν να σχεδιάσουμε αλλά να σηκωθούμε όρθιοι και μπροστά στους άλλους να αφηγηθούμε μια φανταστική ιστορία και να την εμπλουτίσουμε ώστε να γίνει αστεία. Ενώ όλοι οι άλλοι το θεωρούσαν το χειρότερό τους μάθημα, εγώ το καταφχαριστιόμουν, έλεγα αστεία και το διασκέδαζα. Και κάποια στιγμή σκέφτηκα ότι μάλλον αυτό μου αρέσει περισσότερο από το να φτιάχνω κόμικς. Έτσι γράφτηκα στη δραματική σχολή της Νέλλης Καρρά.

Όταν έψαχνα για σχολή μου είπαν «Εσένα που σου αρέσει το Star Wars και όλα αυτά τα «ενεργειακά» εκεί πρέπει να πας». Είναι λίγο master yoda η Nέλλη Καρρά. Μου λέει πάντα την συμβουλή την καίρια, αυτή που δεν έχω σκεφτεί. Ήταν άλλωστε σύμβουλος μας στην παράσταση που ανεβάσαμε πέρσι στο Φεστιβάλ Αθηνών. Μου είπε κάτι που το βρήκα τρομερό και ως στάση ζωής: «Μπερδεύουμε την ευτυχία με την άνεση». Πόσο δίκιο έχει. Η ευτυχία μπορεί να περιέχει και δυσκολία. Νομίζω, ότι το σημαντικότερο που έμαθα στη σχολή είναι να μη φοβάμαι. Κάποια στιγμή θα έχεις σκεφτεί «Τι κάνω; Πού πάω;». Ξεπέρασα τον φόβο σχετικά με το ποιος είμαι, τι πάω να κάνω, για το αν με χρειάζεται εμένα κανείς. Η Νέλλη σου λέει ότι εσύ είσαι υπεύθυνος για αυτό που θα γίνει, δεν υπάρχει κανείς να σε ανακαλύψει, να σε βοηθήσει ή να βρει ο κυνηγός ταλέντων. Ό,τι κάνεις στη ζωή είναι δικό σου. Πρέπει να μην επηρεάζεσαι από τους άλλους αλλά να κάνεις αυτό που θέλεις εσύ.

«Είμαι ένας διασκεδαστής. Μου αρέσει η διασκέδαση αρκεί να εμπεριέχει και το χάπι και τη ζάχαρη, το χάπι της πίκρας εννοώ»

Η «Κατσαρίδα» άρχισε να γράφεται σαν μια εργασία στη σχολή. Την παρουσίασα σε μια πρωτόλεια κατάσταση, πριν την πιάσουμε με τον Κώστα Γάκη. Όταν πια την είχαμε έτοιμη την προτείναμε στον Βαγγέλη τον Θεοδωρόπουλο και τον Στάθη τον Λιβαθινό. Μας είπαν και οι δύο να το κάνουμε αλλά νομίζω με μία ημέρα διαφορά προηγήθηκε ο Βαγγέλης κι έτσι δέσαμε μαζί του. Το παρουσιάσαμε λοιπόν στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού. Είχε απήχηση γιατί ήταν πολύ handmade και προβάλλαμε αυτό: ότι δεν χρειάζεται τίποτα για να κάνεις αυτό που πραγματικά θέλεις. Το budget μας για αυτή την «Κατσαρίδα» ήταν, περίπου, 100 ευρώ.

Η ιδέα για την «Κατσαρίδα» είχε προκύψει από ένα αυτοσχέδιο, καμμένο τραγούδι του Γάκη. Κι έτσι αποφάσισα μια κατσαρίδα να είναι η πρωταγωνίστριά μου. Τότε δεν σκεφτόμουν ότι είναι μια επιτυχία, δεν το είχα καταλάβει. Ήμουν ευχαριστημένος που είχαμε δουλειά. Ήμουν ευχαριστημένος που μόλις τελειώσαμε τη σχολή βρεθήκαμε να παίζουμε, ήταν ιδανικές οι συνθήκες, ήταν πολύ καλό το θέατρο, ήταν δικό μας όλο αυτό, δεν είχαμε ένα σκηνοθέτη πάνω από το κεφάλι μας να μας πει τι θα κάνουμε. Μόλις τελείωσε καταλάβαμε ότι είχε απήχηση όλο αυτό και το είδε πολύς κόσμος. Τώρα πια σχεδόν δεν θυμάμαι ότι έγινε. Το συζητάμε και είναι σαν να μην έχει γίνει ποτέ.

Ήταν μια ενδιαφέρουσα εποχή, ξεπετάχτηκαν τότε κι άλλες νέες ομάδες όπως για παράδειγμα οι Blitz. Θυμάμαι ότι στη σχολή μας είχαν προβάλλει το Μnemonic από τη βρετανική ομάδα Complicite και είχαμε μείνει κάγκελο. Έπαιρναν ένα σεντόνι και το έκαναν βουνό, μετά το έκαναν καράβι και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι για να κάνεις θέατρο δεν χρειάζεσαι καν θέατρο. Χρειάζεσαι κάτι πριν απ’ όλο αυτό: μια εμπιστοσύνη προς τον εαυτό σου και να δουλέψεις πάνω σε αυτό.

Ο λόγος που αποφάσισα να πω στον πατέρα μου ότι τελικά θέλω να ασχοληθώ με το θέατρο, και όχι με τα κόμικς, είναι επειδή κατάλαβα ότι είναι το μοναδικό πράγμα που μπορώ να κάνω στη ζωή μου ατελείωτες ώρες και να μη κουράζομαι. Άρχισα, για πρώτη φορά στη ζωή μου, να διαβάζω πολλά βιβλία, πολλά θεατρικά, να ασχολούμαι όλη μέρα με αυτό και να μην νιώθω ότι θα πέσω κάτω. Με οτιδήποτε άλλο καταπιανόμουν νόμιζα ότι ρουφιέται η ζωή από μέσα μου, ότι θα πεθάνω. Όπως είχε πει και ο Στίβεν Σιγκάλ στην ταινία «Σε κατάσταση πολιορκίας», “It ‘s not a job, it ‘s an adventure”.

Για περίπου πέντε-έξι χρόνια παίζαμε καθημερινά σε παιδάκια που νοσηλεύονται σε νοσοκομεία, κάτι που συνηθίζει να κάνει το «Θέατρο του Νέου Κόσμου». Παίζαμε μπροστά σε παιδάκια που μπορεί να είχαν μια ελαφριά ίωση αλλά παίζαμε και μπροστά σε καρκινοπαθή παιδάκια ή σε παιδάκια που έκαναν αιμοκάθαρση. Στην αρχή ήταν πολύ ζόρικο αλλά μετά συνειδητοποιείς ότι αυτό είναι το επάγγελμα σου. Παίζεις για να διασκεδάσεις τους ανθρώπους. Είμαι ένας διασκεδαστής. Μου αρέσει η διασκέδαση αρκεί να εμπεριέχει και το χάπι και τη ζάχαρη, το χάπι της πίκρας εννοώ.

Το πιο σημαντικό είναι να είσαι ειλικρινής όταν αφηγείσαι μια ιστορία. Το θέμα δεν είναι η ίδια η ιστορία. Καμία ιστορία από μόνη της δεν έχει πραγματικά ενδιαφέρον. Ενδιαφέρον έχει τι καινούριο έχει γεννήσει μέσα σου αυτή η ιστορία. Πώς λειτουργεί για παράδειγμα ο αγαπημένος Μπουκόφκσι; Να δώσει αξία σε ένα δολάριο πεσμένο στο πάτωμα.

«Η μεγαλύτερη διαδρομή που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος είναι να πει αυτό που νιώθει. Η μεγαλύτερη απόσταση είναι αυτή που θα διασχίσεις μέσα σου για να μιλήσεις ειλικρινά στον εαυτό σου και στους άλλους».

Παλιότερα σιχαινόμουν τα λαϊκά, τα ρεμπέτικα, τα παλιά ελληνικά και τώρα μπορεί να ακούσω το «Ουρανός μ’ αστέρια» και να βάλω τα κλάματα. Μα είναι δυνατόν; Όσο μεγαλώνεις αρχίζεις να ευχαριστιέσαι περισσότερο τα πράγματα, ακόμη και μια βόλτα. Η ανυπομονησία δε σ’ αφήνει να ευχαριστηθείς απλά πράγματα. Τώρα μπορώ να πάω στους γονείς μου ένα μεσημέρι απλώς για να φάω και να περάσω όμορφα. Γηρατειά λέγεται αυτό, ε;

Στο «Μια τεράστια έκρηξη» ο ήρωας έχει εμμονή ότι θα σώσει τον κόσμο από έναν μετεωρίτη, ότι θα θυσιαστεί με αυτό τον τρόπο και θα γίνει ήρωας. Ακριβώς επειδή είναι ένα μηδενικό, ένας αντι-ήρωας έχει ψευδαισθήσεις μεγαλείου. Στην εξέλιξη του έργου αυτή η κάψα παίρνει άλλη μορφή, επενδύεται σε άλλα πράγματα. Το κείμενο του θεατρικού βασίζεται σε δικά μου προσωπικά ημερολόγια, που τα κρατούσα πριν ασχοληθώ με το θέατρο.

Είναι και κάτι σφαλιάρες που τρώω στιγμές που ξαναζώ μια παρελθοντική στιγμή μου και ξαναζώ το συναίσθημα αλλά τις περισσότερες φορές αισθάνομαι ότι δεν έχω καμία σχέση με τον παλιό εαυτό μου. Αλλά πια με αφορά πολύ το ταξίδι στο παρελθόν, τα παιδικά και εφηβικά συναισθήματα και η πρώτη ανάγκη να υπάρξεις και τα δεδομένα που αρχίζουν και σπάνε. Μέχρι κάποια στιγμή διαβάζεις τη ζωή με συγκεκριμένα δεδομένα. Όταν μεγαλώνεις φεύγουν κάποιοι φόβοι, κάποιες σκέψεις, άλλες ωριμάζουν και τότε καταλαβαίνεις ότι αρκετές από αυτές τις σκέψεις ήταν κατασκευασμένες, φορεμένες. Τώρα καταλαβαίνω ότι πράγματα που φοβόμουν δεν υπάρχουν καν.

Αν κάποιος μου έλεγε να ξαναζήσω τη ζωή μου από την αρχή θα προσπαθούσα να είχα περισσότερη υπομονή. Είμαι πάρα πολύ ανυπόμονος, πάρα πολύ πανικόβλητος κι όλο αυτό δεν μου επιτρέπει να πάρω χρόνο, ούτε επιτρέπει στα πράγματα να πάνε σύμφωνα με τη φυσιολογική τους ροή γιατί θέλω πάρα πολύ να επέμβω. Πάω να σώσω μια κατάσταση και την καταστρέφω.

Φοβάμαι πάρα πολύ τον θάνατο. Ο χρόνος περνάει και πρέπει κάτι να κάνεις. Δεν μπορείς να τον αφήσεις απλώς να χάνεται. Ο ήρωας της «Τεράστιας Έκρηξης» έχει ένα σκοπό για να ζει. Αυτό τον γεμίζει και χαρά και αγωνία. Ο δικός μου σκοπός είναι νομίζω να γράφω. Αυτό μου αρέσει πάρα πολύ να κάνω. Όταν ξέρεις τι θέλεις να κάνεις δεν έχεις καμία δικαιολογία να μη το κάνεις.

Έχω διαβάσει τα βιβλία του Χόκινγκ και μου αρέσουν πάρα πολύ, βλέπω πολλά ντοκιμαντέρ για το διάστημα, έχω κι εγώ –όπως ο ήρωας- μεγάλη αγάπη για τα Star Wars. Ένα ντοκιμαντέρ που είδα πρόσφατα έλεγε ότι το σύμπαν είναι μια τρισδιάστατη προβολή πάνω σε μια δισδιάστατη επιφάνεια. Αυτό ενώνει τη θεωρία της σχετικότητας με την κβαντομηχανική και επίσης εξηγεί το ότι δύο σωματίδια που βρίσκονται στο σύμπαν σε οποιαδήποτε απόσταση το ένα με το άλλο μπορούν να αλληλεπιδράσουν μεταξύ τους σε ένα δευτερόλεπτο άρα οι επιστήμονες πια λένε ότι όλα μπορεί να είναι πολύ κοντά κι εμείς να έχουμε ψευδαίσθηση τρίτης διάστασης και απόστασης. Αν το διαβάσεις αυτό θα κάνει κωλοτούμπα ο εγκέφαλος σου.

Τα έργα είναι σα να κατεβαίνεις μια σκάλα προς έναν σκοτεινό προορισμό. Είναι ωραίο να υπάρχουν φωτεινά σημεία στη διαδρομή, να λέει ο θεατής «Α, ένας πυρσός. Τι καλά, ας συνεχίσω!» Θα νιώθει μια ασφάλεια και δε θα έχει καταλάβει καν πώς έφτασε στο τέλος της σκάλας, στον πάτο.

Με φοβίζει το σκοτάδι, με φοβίζει το «έλα, τώρα πάμε». Ήμουν σε διακοπές στη Ρόδο όπου υπάρχει ένα τούνελ, περίπου 500 μέτρων, που μπαίνεις μέσα και το διασχίζεις σε απόλυτο σκοτάδι. Το περνούν ακόμη και παιδιά. Εγώ μπήκα και αμέσως βγήκα.

Μόνο αν βρεις μια αδελφή-ψυχή μπορείς να φτιάξεις έναν νέο κόσμο, δηλαδή τα δικά σου δεδομένα. Μπορείς και μόνος σου αλλά νομίζω ότι το άλλο είναι πιο δυνατό. Να καταφέρεις να νιώσεις ότι συνδέεσαι με έναν άλλον άνθρωπο και ότι μαζί θα δημιουργήσετε έναν νέο κόσμο που θα σβήνει οτιδήποτε άλλο υπήρχε μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Δεν έχουμε πάντα τα μάτια να δούμε αυτόν τον άνθρωπο ακόμη κι αν βρίσκεται δίπλα μας και πίνει καφέ. Είμαστε απορροφημένοι από τα δικά μας προβλήματα και δεν κοιτάμε ουσιαστικά παραέξω. Πολλές φορές χάνουμε έτσι ανθρώπους από τη ζωή μας.

Η μεγαλύτερη διαδρομή που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος είναι να πει αυτό που νιώθει. Η μεγαλύτερη απόσταση είναι αυτή που θα διασχίσεις μέσα σου για να μιλήσεις ειλικρινά στον εαυτό σου και στους άλλους. Πρέπει όμως να γυρίσεις πρώτα όλη τη Γη για να το καταλάβεις. Αλλιώς θα ήμασταν σοφοί στα 15 μας. Από την άλλη υπάρχουν στιγμές που η εφηβεία μπορεί να κρύβει απόλυτη γεροντική σοφία. Γι’ αυτό για να ξαναβρείς την εφηβική σκέψη πρέπει να φτάσεις 100 χρονών.

«Μια τέραστια έκρηξη», του Βασίλη Μαυρογεωργίου. Κείμενο/Σκηνοθεσία:  Βασίλης Μαυρογεωργίου​, Πρωτότυπη Μουσική: Φοίβος Δεληβοριάς, Εκτέλεση μουσικής: Δημήτρης Τάσαινας. Παίζουν: Ορφέας Αυγουστίδης, Άννα Καλαϊτζίδου, Αριάδνη Καβαλιέρου. Παραστάσεις: Κυριακή,Δευτέρα, Τρίτη στις 21.15. Διάρκεια: 90 λεπτά. Skrow (Αρχελάου 5, τηλ. 210 7235 842)
ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.