ΜΟΥΣΙΚΗΑρλέτα: «Μπήκα στο τραγούδι κατά λάθος κι έμεινα από αφηρημάδα»

Αρλέτα: «Μπήκα στο τραγούδι κατά λάθος κι έμεινα από αφηρημάδα»

Ο Γιώργος Κοβός επισκέφθηκε τη χαμηλότονη κυρία του Νέου Κύματος που παραμένει με έναν υπέροχα αβίαστο τρόπο επίκαιρη για κάθε γενιά που τη γνωρίζει.
popaganda_arleta

Όσα χρόνια και αν περάσουν, όποιον και αν ρωτήσεις, θα σου πει ότι η Αρλέτα είναι από τις χαρακτηριστικότερες ερμηνεύτριες του νέου κύματος. Ίσως η πιο επίκαιρη, σήμερα, από εκείνη την εποχή, αφού κατορθωνει με ένα μοναδικό τρόπο να ανανεώνει την αποδοχή της από γενιά σε γενιά, κρατώντας διαρκώς ζουμερό το περιεχόμενο των τραγουδιών της. Με σήμα κατατεθέν αυτήν την οικεία, γλυκιά μελαγχολία που βγαίνει από το βλέμμα της την ώρα που τραγουδάει και δεν σ’ αφήνει να καταλάβεις αν τραγουδάει μελαγχολώντας ή μελαγχολεί τραγουδώντας.

Στις 17, 18, 19 και 20 Οκτωβρίου – αν και ίσως παραταθούν οι εμφανίσεις της μέσα στον χειμώνα – η Αρλέτα θα βρίσκεται στην σκηνή του Half Note Jazz Club με τον Λάκη Παπαδόπουλο, σε ένα πρόγραμμα με τίτλο «Η ώρα των τρελών» που θα περιλαμβάνει τόσο αξέχαστες επιτυχίες τους όσο και καινούργια, ανέκδοτα τραγούδια, τα οποία θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά σε κοινό…

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας, στην Αγίου Κωνσταντίνου. Κάπου στα 12 πήγαμε στα Εξάρχεια, πάνω από το Μουσείο. Έχω ζήσει όλη μου τη ζωή στο τρίγωνο του «θανάτου». Πάντα ήταν έτσι, από κάθε άποψη. Εκείνοι που λένε ότι παλιότερα ήταν καλύτερες οι συνθήκες, το λένε γιατί εκείνη την εποχή ήταν νεότεροι οι ίδιοι. Όσο νεότερος είσαι, τόσο καλύτερα βλέπεις τα πράγματα.

Δεν σπόυδασα μουσική, μπήκα στην Καλών Τεχνών. Σπούδασα ζωγραφική έχοντας εξαιρετικούς δασκάλους,.. Εκτός σχολής είχα τον Πάνο Σαραφιανό κι εντός σχολής μαθήτευσα στο εργαστήριο του Γιάννη Μώραλη και είχα καθηγητή τον Παντελή Πρεβελάκη.

Έμαθα να τραγουδάω από τον πατέρα μου που ήταν γιατρός. Έλεγε τα ρουμελιώτικα τραγούδια του τραπεζιού που είναι τα δυσκολότερα ελληνικά τραγούδια. Τα οικογενειακά ακούσματα ήταν κυρίως δημοτικά και οπερέτες, καθώς και τα τραγούδια της εποχής.  Η δική μου σοβαρή ενασχόληση με τη μουσική μπορώ να πω ότι ξεκινάει όταν γνώρισα τον  Χατζιδάκι.

Σήμερα, τα περισσότερα παιδιά ακούνε ξένη μουσική και πολλά από αυτά τραγουδούν περισσότερο ξένη παρά ελληνική μουσική. Δεν ξέρω που οφείλεται αυτό. Εκείνο που ξέρω, επειδή είμαι δίγλωσση, είναι ότι τα ελληνικά είναι πολύ πιο δύσκολη γλώσσα από τα αγγλικά. Τα αγγλικά έχουν μικρές λέξεις και φράσεις, μπορείς να πεις πολλά πράγματα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι φτωχή γλώσσα τα αγγλικά. Όλες οι γλώσσες μοιάζουν φτωχές, αν δεν τις γνωρίζεις. Και τα ελληνικά το ίδιο. Τα παιδιά ίσως σήμερα βολέυονται να γράφουν και να τραγουδούν ξένο στίχο γιατί στο σχολείο τους δεν ασχολούνται με την γλώσσα. Δεν ξέρουν να μιλάνε σωστά. Προφανώς δεν μιλώ για όλα, υπάρχουν πολλά που είναι μεγάλα αστέρια. Αλλά την κακή χρήση της γλώσσας, ή την ελλειπή γνώση της, τη συναντάμε παντού και κυρίως στην τηλεόραση που οι παρουσιαστές πετάνε ασύλληπτα «μαργαριτάρια».  Και το λέω εγώ που τραγουδάω αγγλικά εδώ και πολλά χρόνια, η τελευταία μου δουλειά ήταν μάλιστα στα αγγλικά. Παρόλα αυτά, είτε μου αρέσει είτε όχι, είμαι ελληνίδα τραγουδίστρια. Εμένα μου αρέσει. Σε άλλους όχι. Θα ήθελαν να είναι τραγουδιστές στο εξωτερικό και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν φεύγουν; Μπορεί να κάνουν πολύ καλή καριέρα. Έχουν φωνές και είναι ωραία παιδιά. Γιατί κάθονται; Μάλλον θέλουν και την πίτα γερή και τον σκύλο χορτάτο. Θέλουν την σιγουριά της χώρας τους και της οικογένειάς τους, αλλά θέλουν να κάνουν καριέρα έξω.

http://youtu.be/GmN0btvrUIY

Είμαι παιδί του ραδιοφώνου. Από εκεί έμαθα τη γλώσσα, εκτός από το σχολείο και το σπίτι. Τότε υπήρχαν πολύ καλές εκπομπές λόγου με ανθρώπους που μιλούσαν ωραία και είχαν καταπληκτικές φωνές! Θυμάμαι ότι ήμουν ερωτευμένη με την φωνή της Χατζηαργύρη. Τρελαινόμουν από την χαρά μου όταν την άκουγα. Το ίδιο και με τους Συνοδινού, Τζόγια, Χορν κ.ά. Όλοι τους ήταν άνθρωποι που μιλούσαν ωραία και εύηχα. Σήμερα δεν ακούς τέτοια πράγματα στο ραδιόφωνο. Ο άνθρωπος όμως μαθαίνει ακούγοντας. Μετά αρχίζει να διαβάζει, αλλά ο προφορικός λόγος είναι που μας αφορά σε καθημερινό επίπεδο. Έζησα στην Αγγλία και θα μπορούσα να είχα παραμείνει εκεί. Τελικά, γύρισα στην Ελλάδα επειδή αγαπώ πολύ την γλώσσα και λυπάμαι ιδιαίτερα γιατί βλέπω ότι προσπαθούν να την καταστρέψουν καθημερινά.

Ξεκίνησα πολύ απότομα στη δισκογραφία. Είχαμε πάει μια εκδρομή με φίλους στην Ύδρα και με άκουσε, τελείως τυχαία, ο Γιώργος Παπαστεφάνου. Με πήγε στη Lyra όπου ξεκίνησε η περιπέτειά μου με το τραγούδι. Η αλήθεια είναι ότι ούτε είχα όρεξη ούτε επιδίωξα ποτέ κάτι τέτοιο. Απλά, έτυχε. Μπήκα στο τραγούδι κατά λάθος κι έμεινα από αφηρημάδα. Δεν κυνήγησα ποτέ μου καριέρα. Μην ξεχνάτε ότι όταν ξεκίνησα το να γίνεις τραγουδιστής, ιδιαίτερα αν δεν ήσουν τραγουδιστής πίστας, δεν ήταν κάτι καλό, πόσω μάλλον αν ήσουν θυγατέρα αστικής οικογένειας. Απλά μου ήρθαν στο σωστό χρόνο καλές ευκαιρίες, είχε ήδη αρχίσει η εποχή της μπαλάντας και είχαν βγει αρκετές κοπέλες που τις. τραγουδούσαν.

http://youtu.be/r51Q3KDfHA0

Στη Lyra ξεκίνησα με έναν μεγάλο δίσκο σε τραγούδια και του Γιάννη Σπανού. Όπως και το τραγούδι που είναι εθνικός μου ύμνος, παρόλο που δεν είμαι κρατίδιο, το «Μια φορά θυμάμαι». Είχα δηλαδή την τύχη να ξεκινήσω με πολύ ωραία τραγούδια και με έναν άνθρωπο που ήταν ο καλύτερος παραγωγός εκείνης της εποχής, για τον Πατσιφά μιλάω. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του τραγουδιού στην Ελλάδα

Ο Γιάννη Σπανός ήταν κάτι καινούργιο για την μεταπολεμική τραγουδοποιΐα της Ελλάδας. Γι’ αυτό κι εντάχθηκε στο Νέο Κύμα.  Το «Νέο Κύμα» ήταν τίτλος που μόνο η Lyra μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Δεν ήταν γενικός. Εγώ πάλι, δεν τον δέχτηκα ποτέ γιατί δεν μου αρέσουν οι ταμπέλες. Όπως επίσης, εξακολουθούν διάφοροι αδόκιμοι όροι να χρησιμοποιούνται και σήμερα, σαν την λέξη «έντεχνος». Για μένα, ο όρος «έντεχνο» είναι λανθασμένος κι αν τον αποδεχτώ, σημαίνει ότι όλοι οι λαϊκοί όπως, Τσιτσάνης, Βαμβακάρης, Παπαϊωάννου είναι άτεχνοι. Οι καλλιτέχνες δε χρειάζονται «ταμπέλα» για να ξεχωρίσουν. Ξεχωρίζουν από τον τρόπο που αντιμετωπίζουν την δουλειά τους και από αυτά που τραγουδάνε.

Μπήκα στο τραγούδι κατά λάθος κι έμεινα από αφηρημάδα. Δεν κυνήγησα ποτέ μου καριέρα. Μην ξεχνάτε ότι όταν ξεκίνησα το να γίνεις τραγουδιστής, ιδιαίτερα αν δεν ήσουν τραγουδιστής πίστας, δεν ήταν κάτι καλό, πόσω μάλλον αν ήσουν θυγατέρα αστικής οικογένειας. 

Το πρόβλημα στην Ελλάδα, είναι ότι αυτοί που ξέρουν ας πούμε από μουσική, το πρώτο που κάνουν είναι να σνομπάρουν τους υπόλοιπους. Αυτό φυσικά δεν είναι ίδιον ενός ανθρώπου με γνώσεις, αλλά ενός ηλιθίου και δόξα τω Θεώ, έχουμε πολλούς από αυτούς. Είναι πολύ εύκολο να απορρίπτεις τους ανθρώπους ή να τους κατατάσσεις είτε επειδή φοράνε «λάθος» ρούχα είτε επειδή έχουν την «λάθος» μούρη, κατά την γνώμη σου. Εγώ δεν το κανω. Θα σας φέρω ένα παράδειγμα. Τα έξι χρόνια της σχολής Καλών τεχνών τα έβγαλα με ένα γαλάζιο παντελόνι και ένα γκρι πουλόβερ. Μια μέρα δώσαμε ραντεβού με τα παιδιά να βγούμε βράδυ. Είχα φτάσει στο σημείο συνάντησης και επί ένα τέταρτο περίμενα μόνη μου. Τελικά, εγώ ήμουν στη μια γωνία του πεζοδρομίου και οι άλλοι στην άλλη. Δεν είχαμε συναντηθεί, μέχρι εκείνη την στιγμή, γιατί δεν με αναγνωρίσανε.

Είμαι μελαγχολική από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Δεν μεγάλωσα προστατευμένη από κάποια πράγματα. Ο πατέρας μου, εκτός από γιατρός ήταν και ιδεολόγος, στο σπίτι μας αντιστοιχούσε το «κουτσοί-στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα». Έχω δει πάρα πολύ πόνο από πολύ μικρή και αυτό είναι κάτι που δεν ξεχνιέται. Και με σημάδεψε.

Για μένα, ο όρος «έντεχνο» είναι λανθασμένος κι αν τον αποδεχτώ, σημαίνει ότι όλοι οι λαϊκοί όπως, Τσιτσάνης, Βαμβακάρης, Παπαϊωάννου είναι άτεχνοι.

Θα έλεγα ότι ήταν λιγάκι πιο μαζεμένοι οι άνθρωποι του χώρου όταν ξεκινούσα. Τώρα δεν είναι. Αυτό που με ενοχλεί πολύ είναι ότι πριν βγουν από το αυγό θέλουν να λέγονται επαγγελματίες, θέλουν να κάνουν συναυλίες χωρίς να έχουν προσωπικό ρεπερτόριο και μάλιστα σε στιβαρούς χώρους. Η δισκογραφία περνάει κρίση, αλλά δε γίνεται από μόνη της. Τα ίδια τα νέα παιδιά θα την φτιάξουν. Μια και μιλάμε για νέους ανθρώπους, θεωρώ ότι δεν πρέπει να βγάζουν τα παιδιά στο «κουρμπέτι» πριν να είναι έτοιμα. Πιστεύω στην σπουδή, στη μελέτη και στη γνώση. Πριν βγει ο άνθρωπος να κονταροχτυπηθεί με την ζωή του, πρέπει να έχει κάποια εφόδια. Αν δεν τα έχει, θα την πάθει όπως ο στρατιώτης που δεν έχει όπλο και δεν είναι εκπαιδευμένος.

http://youtu.be/tcW3PskigoM

Από τα χρόνια των μπουάτ θυμαμαι έναν από τους πολυδιαφημισμένους καυγάδες που είχα με τον κόσμο. Ήμουν στην Παράγκα, μόλις είχα αρχίσει να τραγουδάω και φοβόμουν τόσο που είχα την εντύπωση ότι με κοροϊδεύανε όλοι. Ξαφνικά, από το να είμαι κλεισμένη στο δωμάτιό μου και να μην βλέπω κανέναν,  βρέθηκα να έχω να αντιμετωπίσω ολόκληρο κοινό. Με σκουντιά βγήκα και στάθηκα στην σκηνή. Τότε κάναμε τρεις παραστάσεις κάθε βράδυ. Η μπουάτ, που χώραγε 100-120 άτομα, άδειαζε και γέμιζε τρεις φορές! Μέχρι να τελειώσει η μια παράσταση, οι επόμενοι περίμεναν απ’ έξω. Δεν υπήρχαν φουαγιέ. Εκείνη την ημέρα, λοιπόν, έβρεχε καταρρακτωδώς κι έξω από την πόρτα ήταν ένα λούκι από όπου έφευγαν τα νερά. Ακόμα και κάτω από εκεί υπήρχαν άνθρωποι. Περίμεναν μιάμιση ώρα υπό βροχή και μπήκανε μέσα μουσκεμένοι, αχνίζοντας όλοι από την βροχή. Βγήκα να τραγουδήσω και ήταν μια παρέα που μίλαγε. Ε, και μου την βάρεσε και τους είπα «Με συγχωρείτε ρε παιδιά, για να καταλάβω. Περιμένετε μιάμιση ώρα υπό βροχή, γίνεστε μούσκεμα για να ακούσετε μουσική. Ξέρετε ότι ούτε χορεύω ούτε κάνω στριπτίζ. Μόνο τραγουδάω με μια κιθάρα. Μπαίνετε μέσα και αρχίζετε να μιλάτε. Μπορείτε να μου εξηγήσετε γιατί βρίσκεστε εδώ μέσα;».  Αυτοί ήταν διάλογοι που γενικά γίνονταν, αλλά είχε κυκλοφορήσει ότι έβριζα τον κόσμο. Δεν έχω βρίσει κανέναν γιατί δεν ξέρω να βρίζω. Μακάρι να ήξερα. Το συνήθειο του να έρχομαι σε αντίθεση με τον κόσμο σταμάτησε όταν άκουσα μια φήμη για μένα που έλεγε ότι είχα σπάσει μια κιθάρα σε ένα κεφάλι. Έγινα έξω φρενών γιατί σέβομαι πολύ τις κιθάρες. Και όχι αυτά τα κεφάλια.

837a

Κάθε φορά που έχω ζωντανές εμφανίσεις, νιώθω το ίδιο τρακ με την πρώτη φορά που τραγούδησα. Αυτό δεν μπορώ να το ξεπεράσω. Στο Half Note, αυτή τη φορά , θα είμαι μαζί με τον Λάκη Παπαδόπουλο. Ο Λάκης είναι φίλος μου. Τον αισθάνομαι σαν οικογένεια, παρόλο που αν μας ακούσει κανείς θα νομίζει ότι συνεχώς τσακωνόμαστε. Εμείς βέβαια κάνουμε πλάκα. Δήθεν διαφωνούμε και λέμε «κακίες» ο ένας στον άλλον. Θα έλεγα ότι είμαστε σαν δύο χοντρά μωρά μέσα σε μια κούνια.  Με τον Λάκη και με μένα, αν δεν έχεις χιούμορ, φεύγεις αμέσως. Αισθάνομαι σιγουριά μαζί του γιατί είναι πολύ θετικός απέναντί μου. Βγαίνουμε στην σκηνή κυριολεκτικά για να παίξουμε. Όποιος δεν έχει ξεχάσει τι σημαίνει αυτό- και εύχομαι να μην το έχει ξεχάσει- θα με καταλάβει.

Η Αρλέτα εμφανίζεται με τον Λάκη Παπαδόπουλο στο Half Note Jazz Club από τις 17 έως τις 20/10. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.

 

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.