ΒΙΒΛΙΟ140 Χρόνια μετά τη γέννηση του Ζαχαρία Παπαντωνίου ερχόμαστε στα λόγια του

140 Χρόνια μετά τη γέννηση του Ζαχαρία Παπαντωνίου ερχόμαστε στα λόγια του

Νέοι φανατικοί για γράμματα διοργάνωσαν στον «Παρνασσό» μία συζήτηση για τον συγγραφέα που ανέβασε τα Ελληνόπουλα στα «Ψηλά Βουνά»

Την Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017 έγινε στον Φιλολογικό Σύνδεσμο Παρνασσό μία ανοιχτή συζήτηση για το εν πολλοίς αθησαύριστο έργο του συγγραφέα, με τίτλο «Κι αν γύριζε ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου στο 2017;»

Η συζήτηση διοργανώθηκε από τον Σύλλογο Φίλων του Παρνασσού σε συνεργασία με τον Χρήστο Σιορίκη (επιμελητή του αφιερώματος για τον Ζ.Π. στο περιοδικό Νέα Εστία, το 2016). Ο στόχος της εκδήλωσης ήταν η επαναπροσέγγιση του έργου του συγγραφέα, η ανάδειξη των ποικίλων πλευρών του και της ευαισθησίας της γλώσσας του.  Συμμετείχαν οι Γιώργος Θάνος, Μαρία Τοπάλη και Χρήστος Σιορίκης. Αποσπάσματα από άγνωστα χρονογραφήματα του Παπαντωνίου διάβασε ο Παναγιώτης Ιωαννίδης.

Έγινε λόγος εκείνη τη βραδιά για την Αθήνα του Παπαντωνίου και για τα πολλά που μπορεί να ανακαλύψει μέσα στα  χρονογραφήματά του ο σημερινός αναγνώστης και κάτοικος Αθηνών, τόσο μέσα από τη γλώσσα, όσο και μέσα από το βλέμμα του συγγραφέα για την πόλη. Μπορεί ο Παπαντωνίου να είναι ακόμα γνωστός για τα Ψηλά Βουνά, έζησε όμως ως Αθηναίος, αγάπησε την πρωτεύουσα, έγραψε γι’ αυτή από χρονογραφήματα και άρθρα -παρεμβάσεις για το τοπίο και την καταστροφή του, μέχρι διηγήματα και ποιήματα.

Για όλους τους Αθηναίους, παλιούς ή όψιμους , και για τους μη Αθηναίους αλλά Αθηναιομανείς νέας κοπής, αναδημοσιεύουμε εδώ τις δύο «αθηναϊκές» τοποθετήσεις του Γιώργου Θάνου και της Μαρίας Τοπάλη, καθώς και το αθησαύριστο κείμενο του Παπαντωνίου «Περίπατοι (ή Τέσσερα Κατσίκια)».

Η ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΘΑΝΟΥ

Αν και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου παραμένει στο μυαλό των περισσότερων από μας ταυτισμένος κυρίως με τα «Ψηλά Βουνά» του, με μερικά σχολικά ποιήματα και με τα τοπία της Ευρυτανίας, το έργο του περιλαμβάνει ένα τεράστιο πλούτο αθηναιογραφημάτων, καρπό της πολύχρονης συνεργασίας του με της αθηναϊκές εφημερίδες. Το πέμπτο κείμενο που δημοσίευσε στην ζωή του ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, σε ηλικία μόλις 19 ετών, ήταν ένα χρονογράφημα για τους καστανάδες της οδού Αιόλου στην εφημερίδα ΣΚΡΙΠ. Για σχεδόν 20 χρόνια, τα αθηναϊκού ενδιαφέροντος κείμενα αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι της εργογραφίας του, δημοσιευμένα κυρίως στις εφημερίδες ΣΚΡΙΠ και ΕΜΠΡΟΣ. Ο κύριος όγκος των κειμένων κατατάσσεται στην οικογένεια του χρονογραφήματος, αν και στη δεύτερη φάση καριέρας του μπορούμε να εντοπίσουμε επίσης άρθρα γνώμης και παρέμβασης, κυρίως σχετικά με την μορφή της Αθήνας και τις αλλαγές μέσα από τις οποίες περνά η πόλη.

Φέτος, 140 χρόνια από τη γέννηση του Ζαχαρία Παπαντωνίου, έχει ενδιαφέρον να δούμε κατά πόσον τα συμπεράσματα που εξάγονται από την αθηναιογραφία του, βρίσκουν εφαρμογή στη συζήτηση για την Αθήνα του 2017.

Πόσο «πραγματική» είναι η Αθήνα του Ζαχαρία Παπαντωνίου;

Το χρονογράφημα ισορροπεί μεταξύ δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας, όντας σαφώς πιο αξιόπιστο από ένα λογοτέχνημα, αλλά σαφώς πιο επεξεργασμένο από ένα δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Αν η χάρτινη Αθήνα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ή του Μιχαήλ Μητσάκη (πολλώ δε μάλλον η παραλογοτεχνική Αθήνα των σκοτεινών λαϊκών μυθιστορημάτων) δε μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πηγές μελέτης για την ιστορία της πραγματικής Αθήνας της εποχής τους, αφού δεν είναι παρά αντικατοπτρισμοί της πραγματικής πόλης, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τα χρονογραφήματα του Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Τα αθηναιογραφήματα του Παπαντωνίου είναι δυνατόν να αποτελέσουν πρωτογενή πηγή υλικού για την άντληση πληροφοριών γύρω από την Αθήνα της Μπελ – Επόκ, με τη θεματολογία μάλιστα να εστιάζει σε πολλές πτυχές αυτού που αποκαλούμε συνοπτικά «καθημερινότητα» : τις συνήθειες, τα έθιμα, τους τόπους αναψυχής και διασκέδασης, τους περιθωριακούς τύπους της πόλης, τις γιορτές. Φυσικά, ο Παπαντωνίου δεν είναι κάτοχος της απόλυτης, μοναδικής αλήθειας : η οπτική του γωνία επηρεάζεται τόσο από την μόρφωση και την κοινωνική του θέση, όσο και από αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε ταξική συνείδηση. Ακόμα όμως κι έτσι, η αθηναιογραφία του Παπαντωνίου παραμένει μια πολύ σημαντική μαρτυρία για την Αθήνα των τελών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, μέσα από τα μάτια ενός μορφωμένου νέου με καλλιτεχνικές ανησυχίες.

Αι ογκώδεις κοιλίαι με τας σιδηράς ζώνας παρετάχθησαν ήδη εις τους δρόμους ως στρατιαί καλογήρων. Και είναι πλέον έντονος φυσιογνωμία της εποχής αυτής τα βαρέλια. Έρχονται μαζί με τα πρώτα νέφη και με τους πρώτους φοιτητάς και με τους πρώτους καστανάδες. Ο κτύπος της σφύρας του βαρελοποιού, εφαρμοζούσης το σιδηρούν ζωνάρι περί τα πλευρά των, και ο ήχος της βούρτσας εκεί μέσα εις το σκοτεινόν των κενόν – όπου και ο καθαριστής χώνεται ολόκληρος ως Διογένης – είναι ο συνηθέστερος θόρυβος των πρώτων ημερών του Σεπτεμβρίου και είναι ως η προπαρασκευή και διακόσμησις ενός οίκου, από τον οποίον μετεκομίσθη ο παλαιός και ο νέος κάτοικος περιμένεται να εγκατασταθεί μέχρι του Σεπτεμβρίου του 1899. Γεμίζουν τα πεζοδρόμια οι αδροί όγκοι, φράσσουν τον δρόμον, παρατάσσονται εις την παραλίαν ως μία παράταξις χονδρών ανθρώπων θεωμένων το πέλαγος. (Απόσπασμα από το χρονογράφημα «10.000 Βαρέλια», Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, 7/9/1898.)

«Μεσάνυχτα στην Αθήνα»
Στην ταινία «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» του Woody Allen, ο πρωταγωνιστής Gil Pender μεταφέρεται χρονικά κάθε βράδυ σε εποχές που έχει εξιδανικεύσει και ειδωλοποιήσει (ειδικά σε αντίστιξη με το δικό του «τώρα»), μόνο και μόνο για να ακούσει την αντίστοιχη γκρίνια από τους καλλιτεχνικούς του ήρωες, που έχουν αντίστοιχα εξιδανικεύσει προηγούμενες εποχές. Ιδωμένο από αυτή την οπτική, το αθηναϊκό έργο του Ζαχαρία Παπαντωνίου αποτελεί ένα «Μεσάνυχτα στην Αθήνα».

Η συλλογική συνείδηση για το παρελθόν της Αθήνας είναι σχεδόν ολοκληρωτικά βασισμένη σε ένα σχήμα «απολεσθέντος παραδείσου». Αν και αυτό το σχήμα δικαιολογείται εν μέρει αν αναλογιστούμε τις δραματικές αλλαγές από τις οποίες πέρασε η πόλη σε τρομακτικά σύντομο χρονικό διάστημα, η επαφή με την αθηναιογραφία του Ζαχαρία Παπαντωνίου αποτελεί μια καλή αφορμή για την αλλαγή αυτής της αφήγησης.

Σε ένα σημαντικό μέρος του έργου του αθηναιογράφου Παπαντωνίου, ιδιαίτερα της πιο παραγωγικής αθηναιογραφικής του περιόδου συναντάμε άρθρα ή χρονογραφήματα καταγγελίας και παραπόνων, τόσο για την ίδια την μορφή ή της ζωή της πόλης, όσο και, ακόμα χαρακτηριστικότερα, κείμενα νοσταλγίας για την πόλη που χάνεται ή έχει ήδη χαθεί. Αν και η καταγγελία για την εκτός ορίων οικοδόμηση της οδού Πατησίων και τον «θάνατο των αγρών» το 1901 μπορεί να προκαλεί σήμερα θυμηδία, ειδικά αν φέρει κανείς στο μυαλό του την σημερινή εικόνα του δρόμου, παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα ακύρωσης της λογικής του «χαμένου παραδείσου».

Η οικοδομική προχωρεί αμειλίκτως φονεύουσα την εξοχήν και φράσσουσα τον ουρανόν. Και όσο η οικοδομή προχωρεί, η πρασινάδα φεύγει, φεύγει από ημάς, ο αγρός απομακρύνεται εις απόστασιν ουχί πλέον τραμ, αλλά τηλεβόλου από των Αθηνών. […] Διέτρεξα χθες την οδόν Πατησίων την ώραν του ηλιοφώτου απογεύματος. Εκτίσθη σχεδόν όλη. Κάπου ανεκάλυψα μόνον ένα οικόπεδον το οποίον ελησμόνησεν η οικοδομική. Το χόρτον είχε φυτρώσει δασύ, λάμπον, χυμώδες, ορμητικόν. Μία χήνα είχε χωθεί μέσα και εφαίνετο μόνον ο λαιμός της ανατεινόμενος υψηλά ως να εφυτρώθη. Μετ’ ολίγον είδα δύο χονδρούς κυρίους ξεδιπλώσαντας ένα μέτρον, μετρήσαντας, ξαναμετρήσαντας και απελθόντας. Εκαταλάβατε ; Πάει και αυτό, είναι αι τελευταίαι του στιγμαί. Την ραγδαίαν αυτήν επέλασιν του λίθου και του μαρμάρου βλέπει ο γυρίζων εις τας λησμονημένας Αθήνας. Αι νέαι συνοικίαι γεννώνται όπως τα βρέφη, και είναι τόσαι, ώστε το σχετικόν μητρώον, αν καταρτισθή, θα γίνει τεράστιον. Δεν εφανταζόμην ότι αυτό που είδα χθες όπισθεν των στρατώνων του ιππικού είναι η «Κυψέλη», η συνοικία την οποίαν μόνον ως τοποθεσίαν εγνώριζα έως τώρα. ( Απόσπασμα από το χρονογράφημα «Ο θάνατος των αγρών», Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, 5/3/1904.)

Από τα αθηναϊκά χρονογραφήματα του Ζαχαρία Παπαντωνίου μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει ότι η νοσταλγία για Αθήνα που χάνεται αποτελεί φαινόμενο διαχρονικό, εξίσου έντονο μάλιστα σε μια εποχή που οι σημερινοί νοσταλγοί της έχουν ταυτίσει (χωρίς να έχουν, φυσικά, προσωπική μαρτυρία) με την «χρυσή» εποχή της πόλης, την αθηναϊκή Μπελ – Επόκ. Ο περιορισμός του πρασίνου, η δυσπιστία για την αρχιτεκτονική αλλαγή, το δίπολο φύση – ανθρωπογενές περιβάλλον, η απώλεια στοιχείων της καθημερινότητας (μαγαζιά, έθιμα, φιγούρες της πόλης), ο φόβος του ύψους, ο τρόμος της αστικοποίησης, είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που συναντά κανείς στην «γκρίνια» του Ζαχαρία Παπαντωνίου, αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να ανήκουν και σε συζήτηση αθηναιολατρών του 2017.

«Αι Αθήναι ως δυτική πόλις»
Όσον αφορά την γεωγραφία (αλλά και την ανθρωπογεωγραφία) η Αθήνα του Ζαχαρία Παπαντωνίου μοιάζει να αποτελεί το αρνητικό της Αθήνας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ενώ για τον Παπαδιαμάντη, η αναγεννώμενη νεοκλασική πρωτεύουσα σχεδόν δεν υπάρχει, και ολόκληρη η δράση των διηγημάτων του έχει ως σκηνικό τις λαϊκές συνοικίες της παλαιάς πόλης, για τον Ζαχαρία Παπαντωνίου το ενδιαφέρον εντοπίζεται τόσο στο σύγχρονο, ευρωπαϊκό κέντρο, όσο και στις νέες, αναπτυσσόμενες συνοικίες ( όπως το Πολύγωνο ή η Κυψέλη). Αν θεωρήσουμε ότι η οπτική του Παπαδιαμάντη για την Αθήνα συνοψίζεται, κατά κάποιον τρόπο, στο άρθρο του «Αι Αθήναι ως Ανατολική Πόλις», το αντίστοιχο άρθρο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, αν είχε γραφεί, θα μπορούσε να τιτλοφορείται «Αι Αθήναι ως δυτική πόλις».

Σήμερον τα νυκτερινά κέντρα, τα ήσυχα εννοώ, τα έχοντα την ηρεμίαν σαλονιού, αυξάνονται ολίγον κατ’ ολίγον. Η ζωή δε της νυκτός, έπαυσε να είναι άγρια και τρομάζουσα, αφότου ο περίφημος πατσάς της νυκτός εξηφανίσθη εκ των Χαυτείων. Ο πατσάς ήτο πράγμα επικίνδυνο, δημοκρατία, οχλοκρατία δύναμαι να είπω της νυκτός. […] Όταν κανείς ξένος προς τον κόσμον αυτόν, εισήρχετο εκεί μέσα κατά σκληράν ανάγκην, μη ευρίσκων άλλο νυχτερινόν εστιατόριον, τον έβλεπες να μπαίνει φοβισμένος, μήπως θίξει τον αγκώνα κανενός παλληκαρά και έχομεν κατόπιν ιστορίες. Κάποιος έξυπνος επιχειρηματίας ήνοιξεν εις την Ομόνοιαν νυκτερινόν γαλακτοπωλείον και από τότε χρονολογείται η ήμερος αγρυπνία εις το μέρος εκείνο. Το γάλα το λευκόν εθαυματούργησε. Δεν δύναμαι να ορκισθώ ότι είναι εντελώς γάλα, αλλά το ύφος του καταστήματος αυτού εις το οποίον καταφεύγουν τρώγοντες λαιμάργως γαλακτερά όλοι οι ήσυχοι νυκτόβιοι μέχρι των Βοημίδων που εισορμούν εντός κατά τας 4 το πρωί έχει σχέσιν με τον γαλακτοφάγον Αγγλοσαξωνικόν πολιτισμόν. Από τον πατσάν έως το γάλα υπάρχει τεραστία απόστασις, την οποίαν διατρέξαμεν. ( Απόσπασμα από το χρονογράφημα «Η Νύχτα», Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, 21/11/1901.)

Παρά τον διαφαινόμενο πόθο του για τον εκσυγχρονισμό και εξευρωπαϊσμό της πρωτεύουσας, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου συχνά εμφανίζεται διχασμένος, αφού μοιάζει να γοητεύεται από τα παρελθοντικά στοιχεία που επιβιώνουν ακόμα. Ωστόσο, πολλές φορές το ενδιαφέρον αυτό εμφανίζεται να έχει σχεδόν λαογραφικό χαρακτήρα, ενώ αν τοποθετήσει κανείς το αθηναϊκό του έργο με χρονολογική σειρά, θα παρατηρήσει ότι η ευρωπαϊκή (αν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι) διάθεση υπερισχύει έναντι του θαυμασμού του παρελθόντος, όσο περνούν τα χρόνια.

Η πόλη και το τοπίο

Τη συζήτηση για την μορφή της Αθήνας συνήθως μονοπωλεί η αρχιτεκτονική, ακολουθούμενη ίσως από την ιστορία. Μια συζήτηση η οποία συνήθως σπανίζει (ειδικά στα νεότερα χρόνια) είναι εκείνη που αφορά στο φυσικό τοπίο της πόλης. Το γεγονός αυτό μπορεί να φαίνεται λογικό για μια πόλη που έχει από καιρό χάσει την κλίμακα και το μέτρο της, αλλά ίσως ακόμα και την ανάμνηση του φυσικού της περιβάλλοντος , αλλά δεν μπορεί, σε μια δεύτερη ανάγνωση, παρά να προβληματίσει.

Στο αθηναϊκό έργο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, οι αναφορές στο φυσικό περιβάλλον βρίσκονται παντού παρούσες. Θα έλεγε κανείς ότι βασικός λόγος για αυτό είναι η ίδια η εποχή του, αλλά σίγουρα δεν μπορούμε να προσπερνάμε και την ιδιοσυγκρασία του συγγραφέα. Ο Παπαντωνίου θαυμάζει με πάθος το αθηναϊκό φυσικό τοπίο, προσπαθεί να το περιγράψει, να το αποτυπώσει (με μεγάλη δυσκολία, όπως παραδεχόταν ο ίδιος) και, κυρίως, αγωνιά για την τύχη του. Σε μια Αθήνα που οι (κάποτε γυμνοί, άσπροι λόφοι της) αντιμετωπίζονται απλά με το κλισέ «ανάσες δροσιάς» και όχι ως συστατικά στοιχεία της πόλης, σε μια Αθήνα που τα ποτάμια της διατηρούνται μόνο (και αν) ως αναμνήσεις, η στάση που τηρεί ο Παπαντωνίου απέναντι στο φυσικό τοπίο της πόλης αποτελεί ευκαιρία για προβληματισμό και συζήτηση γύρω από ένα στοιχείο της Αθήνας που είναι παρόν και απόν ταυτόχρονα από την καθημερινότητά των Αθηναίων.

Ο Λυκαβηττός, πετσοκομμένος από την όπισθεν πλευράν, ομοιάζει με δόντι εξ εκείνων που εκθέτουν εις τα τζάμια των οι κουρείς. Ο λόφος του Στρέφη, ο αρπακτικώς επονομασθείς νταμάρι, έχει κατά τέτοιον τρόπον υποσκαφεί, ώστε μόλις τον ανεβείς σου έρχεται η ιδέα, ότι θα καταρρεύσεις μαζί του. Εις τα Πατήσια απέναντι του Οσίου Λουκά υπήρχον και άλλοι λόφοι, οι οποίοι τώρα δεν είναι. […] Υπάρχει λοιπόν και δια τους λόφους σκωληκοειδίτις; Εντός ολίγου αι Αθήναι θα καταντήσουν ως ένα είδος ταψί, και αρχίζω να βλέπω αυτήν την τελείαν ομαλότητα ως εκτάκτως σιχαμερήν. Εντός ολίγου θα αρκεί να υψωθείς εις τα τακούνια σου από το Κολωνάκι δια να βλέπεις όλην την πόλιν και τα δύο Φάληρα ! Οι λόφοι κατατρώγονται με βουλιμίαν ως χαλβάς, ως πουτίγκα, πίπτουν, αφανίζονται και αφήνουν τον ορίζοντα ελεύθερον εις τους ραθύμους Αθηναίους, δια να τον βλέπουν από την καρέκλα του καφενείου, χωρίς να κάμουν τον κόπον αναβάσεως εις ύψωμα. Έχω την ιδέαν ότι δι’ ανθρώπους τόσο καθιστικούς, ήτο απαραίτητον ν’ αποκτήσουν αι Αθήναι την ομαλότητα πιάτου, και το κυριότερον φουρνέλο είναι η αποστροφή, την οποίαν έχει ο νεοέλλην προς τα εμπόδια, προτιμών να τα ρίξει παρά να τα υπερπηδήσει. Αλλα το φοβερόν είναι […] ότι καταστρέφονται οι λόφοι, πριν ακόμη οριστικώς διευκρινισθεί η σκοτεινή τοπογραφία των Αθηνών. ( Απόσπασμα από το χρονογράφημα «Οι Λοφοι» Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, 10/2/1905.)

ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ Ή ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΑΤΣΙΚΙΑ
του ΖΑΧΑΡΙΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ 
(από την εφημερίδα Εμπρός, 4-4-1911)

Εσταματήσαμεν εις τους στύλους του Ολυμπίου Διός. Τα χάσματά των ήσαν γεμάτα ουρανόν και θάλασσαν. Η γραμμή των, η άκανθα του πληγωμένου κιονοκράνου των, εγράφοντο εις το φως καθαρότατα, ωσάν με ψιλή πένα. Εις το βάθρον δύο στρατιώται με χακί, κουλουριασμένοι, εδιάβαζαν μυστηριώδη φυλλάδα κι ένας παππάς καθολικός εκάθητο κατάμαυρος κι ακίνητος, ως λαμπρό κοράκι. Ο Μερακλής ήτο απών. Φύλαξ δεν υπήρχε. Και απόδειξις ότι δεν υπάρχει ποτέ είναι το κόπρισμα του ναού. Πώς να οδηγήσεις ξένους εις αρχαίον ναόν, ήδη δε ουώτερ – κλόζετ ; Νομίζω ότι η Αρχαιολογική Εταιρεία πρέπει να δέρνεται από τας 6 το πρωί έως τας 6 το εσπέρας ανηλεώς. Είναι δυστύχημα ότι ο Ελγίνος δεν επήρεν εις την Αγγλίαν όλα τα μνημεία της Ελλάδος, δια να τα σώσει από κληρονόμους μασκαράδες.

Ο Ιλισσός έχει ακόμη ολίγο νερό, τουλάχιστον όσο χρειάζεται δι’ ελώδεις πυρετούς. Την εποχήν αυτήν είναι γεμάτος χελιδόνια. Πετούν με μανίαν, ως να τυλίγουν κουβάρι, ή να υφαίνουν, ζυγιάζονται, σταματούν αίφνης εις τον αιθέρα, θίγουν το νερό, υψώνονται και κατεβαίνουν. Όλη αυτή η φασαρία για ένα σκουλήκι ή ένα κομμάτι λάσπης που ζητούν. Από το ύψος της όχθης βλέπομεν το πέταγμά των, ένα μάυρο Τ. Βέβαια κανένα πουλί, εις την πτήσιν του δεν είχε τόσον ορισμένον γραμμικόν σχήμα. Αλλά και κανένα δεν πετά με τόσην μανίαν. Τι κύκλοι, τι φωνή, ποία τρέλλα ! Είναι η προετοιμασία της φωλιάς και της οικογενείας. Πολύ τρελλαίνεται η πλάσις όταν πρόκειται να γεννηθεί ένα ον.

Ζητούμεν δρόμον προς τον Αρδηττόν, αλλά εις μάτην. Ο λόφος αυτός είναι φραγμένος από παντού. Φαίνεται ότι εφύτεψαν νεαρά δέντρα εκεί δια να συντροφέψουν τα ολίγα κυπαρίσσια τα οποία του έδοσεν η βασίλισσα Αμαλία, και τα έφραξαν δια να μεγαλώσει η φυτεία ελευθέρως. Διατρέχομεν λοιπόν τα Παντρεμενάδικα, συνοικίαν μη διαψεύδουσαν το όνομά της αν κρίνομεν από τα παιδιά που συναντώμεν, και βρισκόμεθα πίσω από τον Αρδηττόν, εις άλλους λόφους, εις πολλούς λόφους, κατοικουμένους όλους από μικράς, φθηνάς, κρυμμένας και αγνώστους Αθήνας… Εσχηματίθη πλέον μία άλλη πρωτεύουσα, η πρωτεύουσα των λόφων, συνοικίαι σαν μυζήθρες και κουνουπίδια, χωριά αστικά, Αθήναι και μη Αθήναι, με σπίτια ενός και δύο δωματίων, τόσον κακοκαμωμένα, ώστε νομίζεις ότι θα πέσουν, ενώ μόλις έγιναν. Και πουθενά ποτιστικός κήπος, ούτε ένα πράσσο. Η γη μένει όπως την βρήκαν. Εν τούτοις εκεί επάνω βλέπομεν μαγαζιά με ένα τραπέζι και τρεις καρέκλας πωλούντα ρετσινάτο, ακούομεν μια κιθάρα, ένα τραγούδι, ολίγα «αμέσως» και μετ’ ολίγον βλέπομεν λατέρνα η οποία επί των νώτων τους ενός λατερνατζή κρουσμένη από τον άλλον που ακολουθεί αναρριχάται τον λόφον ζητούσα μερακλήδες. Ευρίσκονται πράγματι μερικοί – λείπουν ποτέ ; – εις το ύψος του λόφου και την καλούν.

Τα κορίτσια της λοφοσυνοικίας, εννοώ εκείνα των δεκαπέντε περίπου ετών, γυρίζουν εκεί και ακούουν την συναυλίαν. Δεν ξεύρω πώς είναι ντυμένα, αλλά το πόδι των το έχουν πάντοτε κομψόν. Η προσοχή αυτών των κοριτσιών της Αθήνας με τα κοντά φουστάνια στρέφεται κυρίως στο πόδι. Είναι πάντοτε bien chausses «καλοποδεμένα» κατά την λαϊκήν έκφρασιν. Ακόμη και εις την κάλτσα τρανσπαράν δεν υστερούν.

Τέλος μας ήρθαν εκεί τέσσερα κατσίκια, τέσσερα μικρά κατσίκια μόλις ενός μηνός, ακριβώς ίσα στο μέγεθος, σαν αδέρφια, εξίσου τρελλά και τα τέσσερα. Και τα μεν δύο ήσαν στιλπνά και μαύρα σαν κινεζική μελάνη, το δε τρίτον ξανθόν, και το τέταρτον μαύρο με άσπρα μπαλώματα πολλά, με άσπρη την μικράν και τρέμουσαν ουρά, με άσπρα τα πόδια, ως βουτηχθέντα εξ απροσεξίας εις ασβέστη. Τα κέρατά των είχαν μέγεθος φουντουκιών. Εβάδιζαν προς μίαν κατεύθυνσιν και τα τέσσερα μαζί, όταν δε επρόκειτο να τρελλαθούν και να σκιρτήσουν, ετρελλαίνοντο μαζί και τα τέσσερα, ως δια συνθήματος. Πηδούσαν δεξιά, πηδούσαν αριστερά, πηδούσαν παντού. Ήσαν όλα πόδια. Είχαν και από δύο σκουλαρίκια στο λαιμό. Ήσαν τόσον ωραία, όσον είναι τα κατσίκια. Υπάρχει χαριτέστερον ον εις τον κόσμον, την άνοιξιν; Υπάρχει ον να σου φεύγει όπως αυτό; Και να φουρκίζεσαι τόσον πολύ, όταν δεν μπορείς να το πιάσεις;

Μία κοπέλα του λόφου έπιασεν ένα από τα τέσσερα. Είχε δε την καλοσύνην να μου το δώσει να το κρατήσω για ολίγα λεπτά της ώρας. Το επήρα και συνομίλησα μαζί του επί μακρόν… Ήθελε να μου φύγει, αλλά ήτο τόσος καιρός που ονειρεύομαι να συλλάβω το άπιαστο αυτό ον, το ποίημα του σκιρτήματος, ώστε επωφελήθην της ευκαιρίας να το κρατήσω αρκετά και να το ψαύσω από τη μούρη έως την ουρά χίλιαις φοραίς. Ακόμη έχω την αφήν του επάνω μου. Εγέμισα αγαθότητα ! Επί πολύ ακόμη θα μου είναι αδύνατον να κάμω κακήν πράξιν.

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΑΘΗΝΑΙΟΓΡΑΦΟΥΣ
σημειώσεις με αφορμή το χρονογράφημα του Ζ.Π. «Περίπατοι ή Τέσσερα Κατσίκια»
της ΜΑΡΙΑΣ ΤΟΠΑΛΗ

1. Για τη συγγραφή ενός καλού χρονογραφήματος/αθηναιογραφήματος δεν απαιτείται θεματική πρωτοτυπία. Ο κόσμος έχει ανάγκη να ακούσει (να διαβάσει) την αναδιήγηση γνωστών πραγμάτων, να τα συζητήσει όμως υπό ορισμένο πρίσμα. Ο χρονογράφος προσφέρει αυτό το πρίσμα – και πρέπει να είναι σε θέση να το συγκροτήσει. Ανάλογα ισχύουν, πάνω-κάτω, και για τον καλό ποιητή και τον συγγραφέα. Η επιθυμητή πρωτοτυπία είναι, προπάντων, η οπτική γωνία μιας καλλιεργημένης και ευαίσθητης υποκειμενικότητας.

2. Την αλληλουχία των θεμάτων στη διάρκεια του περιπάτου του Ζ.Π. τη διακόπτουν και ταυτόχρονα την αρμολογούν ποιητικά “σπασίματα”, που δίνουν στο κείμενο τροχιά σπειροειδή και όχι γραμμική. Αυτή η σπειροειδής ανέλιξη τέρπει, λικνίζει την ψυχή και τη σκέψη και οδηγεί σε κορύφωση: από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός και το λαμπρό κοράκι, στο “ποίημα του σκιρτήματος”, στα κατσικάκια. Ταυτόχρονα, όμως, ο Παπαντωνίου οδηγεί τον αναγνώστη και σε ένα σχήμα ανοιχτό: στην ανάγνωση, στο περπάτημα, στη ματιά, και στη σύμπλεξη των τριών τους: να το συνεχίζει μέσα του (το σχήμα, το πρίσμα του Ζ.Π.) ο αναγνώστης περπατώντας, με τη σειρά του, στην πόλη. Μαθαίνω να περπατώ, να βλέπω, να διαβάζω – τρία σε ένα.

3. Η ποιητική χρήση του λόγου, όταν γίνεται με μέτρο και γνώση, απογειώνει το κείμενο. Έτσι συμβαίνει εδώ με τον μαυροντυμένο καθολικό ιερέα που μοιάζει σαν λαμπρό μαύρο κοράκι, με τις Αθήνες-και-μη-Αθήνες μέσα στην Αθήνα, που μοιάζουν με μυζήθρες και κουνουπίδια, με την κινέζικη μελάνι που διαγράφει το σχήμα των μαύρων κατσικιών, με το “σκίρτημα του ποιήματος”, προπάντων όμως με κάτι άλλο που, αυτό προπάντων, μας λείπει σήμερα:

4. Εννοώ ένα είδος αθωότητας. Εδώ, ο Ζ.Π. το κατασκευάζει κιόλας ρητά με τη βοήθεια των κατσικιών. Αθωότητας του μυαλού αλλά και των αισθήσεων, που θα μπορούσε να την πει κανείς αλλιώς και ψυχική διαθεσιμότητα. Είναι το ακριβώς αντίθετο του εξυπνακίστικου κυνισμού που στις μέρες μας κυριολεκτικά κάνει θραύση. Όσο πιο ψαγμένο δηλητήριο σκορπά κανείς, τόσο καλύτερος έχει φθάσει να θεωρείται σε πολλά σύγχρονα έντυπα. Ο Ζ.Π. δείχνει πως μπορεί να ισχύσει το ακριβώς αντίθετο: να μιλήσει κανείς με οξύτητα, να στηλιτεύσει, να απειλήσει και με …ξύλο ακόμη την Αρχαιολογική Υπηρεσία, να παραμείνει όμως έτοιμος για την έκπληξη, για την έκλυση συναισθημάτων, για να υποκύψει στη γοητεία του μικρού τρυφερού ζώου, μέσω, μάλιστα, της αφής, της πιο στοιχειώδους αίσθησης.

5. Στην περίπτωση του Ζ.Π., η ικανότητα αυτή έχει διπλό θεμέλιο: ο άνθρωπος που διαβάζει το πέταγμα των χελιδονιών, που αφήνεται να παρασυρθεί από τον παροξυσμό τους για να καταλήξει, εντέλει, αγκαλιά με ένα κατσίκι είναι ο λόγιος με την ορεινή καταγωγή, ο κοσμοπολίτης που έχει κλείσει βαθιά μέσα του τα Ψηλά Βουνά. Να ένα ακόμη πράγμα, η επαφή με τη φύση, το περπάτημα στο βουνό, που τόσο καλά ζευγαρώνει με το περπάτημα στην πόλη και με την αγάπη, εντέλει, της πόλης. Η καταγωγή από τη φύση και η εξοικείωση με αυτήν λειτουργεί ως θεμέλιο και για την εξοικείωση με την πόλη, και όχι το αντίθετο. Σήμερα, η μεν φύση στην απλούστερη διάστασή της, εκείνη ενός ορεινού περιπάτου, είναι βαθιά περιφρονημένη και αγνοημένη, η δε αποξένωση μέσα στην πόλη μια συνθήκη περίπου αυτονόητη.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.