

«Όλος αυτός ο χαμός έγινε περισσότερο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης», μου λέει μια Υδραία που συμμετείχε στα γυρίσματα της ταινίας «The Riders» του Έντουαρντ Μπέργκερ με πρωταγωνιστή τον Μπραντ Πιτ. «Οι Υδραίοι έχουμε δει και βλέπουμε τόσους διάσημους στην καθημερινότητά μας, που γενικώς είμαστε ψύχραιμοι με αυτό», εξηγεί. «Πρόπερσι είχε έρθει ο Αλ Πατσίνο. Ο Μπόνο μάς έχει επισκεφθεί μια-δυο φορές. Η Μπάρμπρα Στρέιζαντ, ο Πλάσιντο Ντομίνγκο, η Γιασμίν Λεβί και πολλοί άλλοι έχουν επισκεφθεί την Ύδρα. Γενικά, δεν τους ενοχλούμε με αδιάκριτα βλέμματα και συμπεριφορές, δεν κάνουμε τέτοια εδώ, γι’ αυτό έρχονται».
Η εμπειρία των γυρισμάτων πάντως ήταν ενδιαφέρουσα από πολλές απόψεις. Η Ύδρα, όπως τα περισσότερα πια νησιά μας, «υπάρχουν για να περιμένουν τους τουρίστες». Κι ας έχει υπάρξει αυτός ο υποδειγματικά χτισμένος βράχος γεννήτορας πέντε πρωθυπουργών, γενεών και γενεών ελεύθερων κι επίμονων ανθρώπων που κατέκτησαν θάλασσες, όρθωσαν ανάστημα σε κατακτητές – κι αργότερα, φωλιά και τόπος έμπνευσης καλλιτεχνών και διανοουμένων. Σήμερα εκεί χωρίς τους τουρίστες «δεν υπάρχει καν σουβλατζίδικο τον χειμώνα». Μια «εντελώς αφιλόξενη η κατάσταση», λέει χαρακτηριστικά η συνομιλήτριά μας, περιγράφοντας μια καθημερινότητα σαν πίνακα νεκρής φύσης.
Υπό αυτές τις συνθήκες, έπεσαν ξαφνικά εκτυφλωτικοί οι προβολείς του Χόλυγουντ επάνω στο νησί και το ξύπνησαν απρόσμενα από τη χειμερία νάρκη. «Άνοιξαν τα πάντα για να εξυπηρετήσουν αυτούς τους 300-400 ανθρώπους, όλα τα ξενοδοχεία και πολλά εστιατόρια». Εν μία νυκτί, η Ύδρα της δημιουργικής επιβράδυνσης μπήκε σε ρυθμούς «Πυρετού του Σαββατόβραδου».
Όπως μου εξομολογείται η συνομιλήτριά μου, συμμετείχε στην ταινία «για να σπάσει η καθημερινότητα σε μια εποχή που μετά τις 6 το απόγευμα δεν κυκλοφορούν ούτε οι γάτες στο νησί». Η αμοιβή ήταν ένα ακόμα κίνητρο σε μια περίοδο αναγκαστικής οικονομικής ξηρασίας.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη .͜.💫 (@bradpittsbee)
Όσοι συμμετείχαν στα γυρίσματα περιγράφουν μια παραγωγή που ενίοτε βρέθηκε προ εκπλήξεων μπροστά στις ιδιαιτερότητες του νησιού. Σε κάποια φάση ζητήθηκε ένας μεγάλος χώρος για δοκιμές κοστουμιών-χτενισμάτων των κομπάρσων, όμως γρήγορα έγινε σαφές ότι δεν υπήρχε κάτι αντίστοιχο. Έτσι, η παραγωγή κάλυψε τα έξοδα μετακίνησης ώστε οι δοκιμές να πραγματοποιηθούν στην Αθήνα.
Για κάθε άτομο που εμφανιζόταν στο πλάνο -ακόμη και για κομπάρσους που φαίνονταν απλώς κάπου στο φόντο- γινόταν φωτογράφιση, η εικόνα αποστελλόταν για έγκριση και ακολουθούσαν διορθώσεις σε μακιγιάζ, μαλλιά ή κοστούμι. Η διαδικασία επαναλαμβανόταν μέχρι να δοθεί το τελικό ΟΚ.
Στο ίδιο το γύρισμα, η οργάνωση εντυπωσίασε. Οι ρυθμοί ήταν εξαντλητικοί. Τα μέλη του συνεργείου δούλευαν ατελείωτες ώρες επί πολλές ημέρες, όμως όσοι συμμετείχαν στα γυρίσματα ή τα παρακολούθησαν μιλούν για εκπληκτικό βαθμό συντονισμού. Έλληνες και ξένοι επαγγελματίες λειτουργούσαν σαν καλοκουρδισμένη μηχανή: όλοι γνώριζαν ακριβώς τι πρέπει να γίνει και πότε. Ακόμη και οι κομπάρσοι λάμβαναν λεπτομερείς οδηγίες, σε κάποιες περιπτώσεις από τον ίδιο τον σκηνοθέτη Έντουαρντ Μπέργκερ.
Έτσι δημιουργεί το Χόλυγουντ μύθους που εμπνέουν ή στοιχειώνουν – αλλά που σε κάθε περίπτωση μάς κόβουν εισιτήριο στο παραμύθι.
Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, η παραγωγή αποζημίωσε τους ντόπιους επαγγελματίες που επηρεάζονταν από τα γυρίσματα, μεταξύ των οποίων και ιδιοκτήτες θαλάσσιων ταξί. Σύμφωνα με μαρτυρίες, μόλις μία εβδομάδα μετά το τέλος των γυρισμάτων, τα θαλάσσια ταξί δεν βρίσκονται πια στην περιοχή – πιθανότατα επειδή αυτή την περίοδο δεν υπάρχει ιδιαίτερη ζήτηση για τις υπηρεσίες τους.
Ο πληροφορίες πάντως λένε ότι τα συνεργεία δεν έφυγαν από την Ύδρα με καλές εντυπώσεις, καθώς ορισμένοι κάτοικοι τούς έκαναν τη ζωή δύσκολη. Για παράδειγμα, «κάποιοι ήθελαν να περάσουν από τον δρόμο εκείνη τη στιγμή, αργά αργά, για να σταματήσει το γύρισμα, να σπάσουν τα νεύρα των εργαζομένων».
Πολλοί έχουν ασχοληθεί με την ταινία, ελάχιστοι όμως με το ομώνυμο βιβλίο του Αυστραλού συγγραφέα Τιμ Γουίντον, στο οποίο αυτή βασίζεται. Ο ίδιος ο Γουίντον, όπως μας λέει η συνομιλήτριά μας, «ζούσε στην Ύδρα, είχε σπίτι εδώ, ήταν γνώριμη φυσιογνωμία στους κατοίκους».
Ίσως γι’ αυτό προκαλεί μεγαλύτερη εντύπωση η εικόνα που –σύμφωνα με αναγνώστρια– δίνει το βιβλίο, γραμμένο το 1994. Σε αυτό, οι ντόπιοι του 1987-1989 εμφανίζονται σχεδόν ως γραφικές φιγούρες και η τοπική κοινωνία ως μάλλον αναχρονιστική. Μια απεικόνιση που ξενίζει, αν αναλογιστεί κανείς ότι ειδικά η Ύδρα υπήρξε διαχρονικά τόπος με έντονο κοσμοπολίτικο χαρακτήρα και σημαντική καλλιτεχνική παρουσία.
Επιφυλασσόμαστε να το διαβάσουμε, ωστόσο η εικόνα συγκλίνει με σχόλια ανθρώπων που βρέθηκαν στο νησί κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Βλέποντας κομπάρσους ντυμένους ως «ντόπιους» της εποχής, μιλούν για ένα ενδυματολογικό ύφος «μίζερο», αναχρονιστικό και άχαρο, το οποίο κατά την εκτίμησή τους δεν θυμίζει καθόλου τον τρόπο που ντυνόταν ο κόσμος στην Ελλάδα στα τέλη του ’80.
Και ο Πιτ; Είναι δυνατόν να μη σχολιάσουμε για τον Μπραντ Πιτ; Στην ταινία, υποδύεται τον Φρεντ Σκάλι, έναν Αυστραλό που μαζί με τη γυναίκα του Τζένιφερ και την επτάχρονη κόρη τους Μπίλι έχουν αποφασίσει να μετοικήσουν από την Αυστραλία στην Ιρλανδία. Στο βιβλίο, ο Σκάλι, αφού έχει ανακαινίσει το αγρόκτημα όπου η οικογένεια θα ξεκινούσε πια τη νέα της ζωή στην Ιρλανδία, πηγαίνει στο αεροδρόμιο να υποδεχτεί την οικογένειά του, αλλά από το αεροπλάνο κατεβαίνει μόνο η κόρη του. Ευρισκόμενο σε σοκ, το κοριτσάκι δεν μπορεί να του εξηγήσει τι συνέβη. Έτσι, πατέρας και κόρη ξεκινούν ένα ταξίδι στα μέρη που είχαν επισκεφθεί τα τελευταία δύο χρόνια, για να βρουν την Τζένιφερ.
Η συνομιλήτριά μου περιγράφει τον ηθοποιό χαμογελαστό, αλλά εμφανώς κουρασμένο από τις απαιτήσεις των γυρισμάτων. «Πολύ γλυκό» με το παιδί που υποδύεται την κόρη του. «Είχε τις “κεραίες” του παντού. Παρατηρούσε τι συνέβαινε γύρω του και αντιδρούσε αμέσως στην παραμικρή κίνηση. Γι’ αυτό είναι ένας πολύ καλός ηθοποιός. Και βέβαια, ένας πολύ ωραίος άντρας».
Η τελευταία του ιδιότητα φαίνεται πως ανέβασε τις θερμοκρασίες στο νησί σε υψηλά για την εποχή επίπεδα. Καλοκαιρινά ενδύματα αναδύθηκαν κάπως πρόωρα από τη ναφθαλίνη, κι οι περαντζάδες με την ελπίδα ενός τυχαίου συναπαντήματος με τον ηθοποιό έδιναν κι έπαιρναν. Εις μάτην. Γιατί ο Πιτ, πέρα από την παρουσία του στο λιμάνι για τις ανάγκες του γυρίσματος, γενικώς δεν κυκλοφορούσε. Υπήρχε η φροντίδα να διατηρεί μια διακριτική απόσταση. Ο ίδιος δεν έκανε eye-contact. «Ήταν πάρα πολύ ευγενικός και υπομονετικός με τους ντόπιους. Καλημέριζε, αλλά μέχρι εκεί».
Κι αν ένας Πιτ δεν φέρνει το καλοκαίρι, έφερε σίγουρα το πρώτο σκίρτημα της άνοιξης. «Είχε μια ζωή το νησί πολύ ασυνήθιστη», λέει η συνομιλήτριά μου. «Ξανάκλεισαν τα πάντα μόλις έφυγαν, πάγωσαν πάλι όλα. Τώρα επιστρέφουμε στην καθημερινότητά μας. Και περιμένουμε να έρθει το Πάσχα να φάμε κανένα σουβλάκι!».

