Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Γιατί έχουν σκαρφαλώσει στα ύψη οι τιμές των τροφίμων;

Δεν είναι μόνο η ενέργεια. Είναι και η αλυσίδα διανομής που κινείται κροταλίζοντας τους ραγισμένους κρίκους της και σέρνει πίσω της κάτι απ’ τα σκοτάδια του Τενεσί Ουίλιαμς.  
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή

Από την Αϊτή μέχρι το Μπαγκλαντές και την Αίγυπτο, οι λαοί είχαν βγει στους δρόμους, κάνοντας τις κυβερνήσεις να τρέμουν. Η οργή ήταν μαζική και ανυποχώρητη. Διακυβευόταν η επιβίωση εκατομμυρίων ανθρώπων, αφού οι τιμές βασικών τροφίμων είχαν χτυπήσει ταβάνι και η πείνα θέριζε. Ήταν το 2008, και η ιστορία θα κατέγραφε το γεγονός αυτό ως «Παγκόσμια Κρίση Τιμών των Τροφίμων». Το 2011, νέες διαδηλώσεις για την ακρίβεια στο ψωμί θα συντελούσαν στην πτώση των κυβερνήσεων της Λιβύης και της Αιγύπτου.

Μία δεκαετία αργότερα, σε ένα πολύ διαφορετικό αλλά και τόσο ίδιο κόσμο, οι τιμές των τροφίμων έχουν και πάλι εκτοξευτεί διεθνώς. Μόλις στις 7 Οκτωβρίου, η Οργάνωση Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO) δήλωνε πως σημειώθηκε η μεγαλύτερη αύξηση της δεκαετίας στις τιμές των τροφίμων τον Σεπτέμβριο, για δεύτερο συνεχόμενο μήνα. «Μπροστάρηδες», τα δημητριακά και τα φυτικά έλαια.

Σύμφωνα με τον Δείκτη Τιμών Τροφίμων του FAO, οι τιμές στα τρόφιμα τον Σεπτέμβριο του 2021 ήταν αυξημένες κατά 32,8% σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα το 2020.

Για να γίνει πιο κατανοητό τι σημαίνει αυτό, ο συγκεκριμένος δείκτης του FAO καταγράφει τιμές βασικών τροφίμων, όπως δημητριακά, κρέας και ζάχαρη, και τις συγκρίνει μήνα με το μήνα. Πρόκειται για ονομαστικές τιμές, δηλαδή -όπως σημειώνουν ειδικοί- τιμές που δεν είναι προσαρμοσμένες στον πληθωρισμό.

Οι ονομαστικές τιμές μας πληροφορούν πόσο κοστίζουν τα τρόφιμα σε απόλυτους αριθμούς. Είναι όμως οι προσαρμοσμένες στον πληθωρισμό τιμές που μας δίνουν την αληθινή εικόνα για την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Αυτές είναι οι τιμές που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «πραγματικές». Πληθωρισμός σημαίνει, όχι μόνο πως οι πολίτες πρέπει να πληρώσουν περισσότερο για τα τρόφιμα (λόγω της αύξησης της ονομαστικής τους τιμής), αλλά και ότι έχουν αναλογικά λιγότερα χρήματα για να τα προμηθευτούν – γιατί όλες οι τιμές έχουν αυξηθεί, αλλά όχι οι μισθοί. Κι αυτό γνωρίζουμε πολύ καλά στην Ελλάδα τι σημαίνει.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Άλαστερ Σμιθ του Πανεπιστημίου του Γουόργουικ, τον φετινό Αύγουστο οι πραγματικές (όχι οι ονομαστικές) τιμές των τροφίμων ήταν υψηλότερες από το 2011, τότε που οι πεινασμένοι της Βόρειας Αφρικής εξεγείρονταν. «Οι πραγματικές τιμές δείχνουν πως προς το παρόν είναι πιο δύσκολο να αγοράσει κάποιος τρόφιμα στη διεθνή αγορά από σχεδόν κάθε άλλη χρονιά από τότε που ο ΟΗΕ άρχισε να κάνει τις σχετικές καταγραφές – το 1961. Μόνες εξαιρέσεις το 1974 και το 1975», γράφει ο Σμιθ. Η εκτόξευση του πληθωρισμού το 1974-1975 οφειλόταν στη μεγάλη αύξηση των τιμών του πετρελαίου. Σημειώνει μάλιστα ότι η πραγματική μέση τιμή των τροφίμων αυξάνεται από το 2000, ενώ έως τότε (και από το 1960) μειωνόταν.

Στις ΗΠΑ, ο δείκτης τιμών εκτοξεύτηκε στο 5,4% τον Σεπτέμβριο, στην Ευρωζώνη ο πληθωρισμός έφτασε στα τέλη Αυγούστου σε υψηλό δεκαετίας ενώ αναμένεται να φθάσει στο 4% στο τέλος του έτους. Σε Βρετανία, Καναδά, Νέα Ζηλανδία, Νότια Κορέα και Αυστραλία οι αυξήσεις των τιμών ξεπέρασαν τις προβλέψεις των κεντρικών τραπεζών.

Ένας πολύπλοκος συνδυασμός παραγόντων βρίσκεται πάντοτε πίσω από τις αυξήσεις στα τρόφιμα. Οι πόλεμοι, η κλιματική αλλαγή, οι οικονομικές κρίσεις είναι οι συνήθεις αιτίες. Σήμερα, έχει προστεθεί σε αυτούς η πανδημία. Το 2020, υπολογίζεται ότι κατά μέση εκτίμηση 768 εκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη βρέθηκαν αντιμέτωποι με την πείνα -τουλάχιστον 118 εκατομμύρια περισσότεροι από ό,τι το 2019- ενώ ο δείκτης επικράτησης υποσιτισμού ανέβηκε στο 9,9% το 2020 από 8,4% τον προηγούμενο χρόνο, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ.

Γιατί λοιπόν έχουν ακριβύνει σήμερα τα τρόφιμα;

Μια αιτία, η πιο προφανής, είναι η αύξηση της τιμής του πετρελαίου και της ενέργειας γενικά, αφού επηρεάζει τα πάντα, από τις μεταφορές έως το κόστος παραγωγής. Εδώ, όμως, θα εστιάσουμε στους υπόλοιπους, λιγότερο προφανείς παράγοντες.

Τα λιμάνια της αγωνίας

Πριν από την πανδημία, ο περισσότερος κόσμος, ιδιαίτερα οι αστικοί πληθυσμοί στη Δύση, ίσως και να νομίζαμε ότι για παράδειγμα οι φράουλες μεγαλώνουν στα πλαστικά κουτάκια που τις αγοράζουμε, κι έπειτα απλώς διακτινίζονται στα ράφια. Κατόπιν, έγινε τουλάχιστον αντιληπτό ότι η αλυσίδα διανομής είναι κάτι πολύπλοκο και, για να λειτουργήσει καλά, πρέπει ο κάθε της κρίκος να παραμένει γερός.

«Οι παραγωγοί τροφίμων δυσκολεύτηκαν με τις ελλείψεις πρώτων υλών, την κυκλοφοριακή συμφόρηση, τον καιρό και τα προβλήματα στην αγορά εργασίας, με όλους αυτούς τους παράγοντες να γίνονται αιτίες αύξησης των τιμών των τροφίμων», έγραφε η Washington Post.

Ήταν λοιπόν πολλοί οι κρίκοι που ράγισαν με την πανδημία σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία στην οποία ακόμα και βασικά αγαθά και πρώτες ύλες μεταφέρονται κυριολεκτικά από τη μία άκρη του κόσμου στην άλλη. Πώς όμως μεταφέρονται;

Το 80% του παγκόσμιου εμπορίου πραγματοποιείται με εμπορευματοκιβώτια (containers με συσκευασμένα αγαθά) σε πλοία. Σύμφωνα με επαγγελματίες του τομέα, πριν από την πανδημία η τιμή για τη δρομολόγηση ενός εμπορευματοκιβωτίου ήταν περί τα 2.500 δολάρια. Σήμερα, κυμαίνεται από 15.000 μέχρι 40.000, ανάλογα με τη διαδρομή! Αλλά ακόμα και το κόστος των πλοίων που μεταφέρουν φορτίο χύδην (χύμα δηλαδή, όπως για παράδειγμα τα δημητριακά) έχει τουλάχιστον τετραπλασιαστεί τον τελευταίο χρόνο. Και φυσικά αυτό επηρεάζει την τελική τιμή των προϊόντων.

Κάτι τέτοιο, «δεν έχει ξαναγίνει», λένε οι ειδικοί. Οι αυξήσεις στο κόστος μεταφοράς οφείλονται εν μέρει στο «μπαμ» της ζήτησης μετά το τέλος των lockdown, που έπιασε απροετοίμαστες τις εταιρείες. Οφείλεται όμως και στο ότι τα φορτηγά πλοία πλέον «μποτιλιάρονται» έξω από τα λιμάνια, εντείνοντας τις καθυστερήσεις και αυξάνοντας περαιτέρω το κόστος μεταφοράς. Στα μέσα Σεπτεμβρίου, ένας αριθμός-ρεκόρ 56 φορτηγών-πλοίων είχαν «κολλήσει» στις ακτές της Καλιφόρνια, «το 4ο μποτιλιάρισμα-ρεκόρ σε τρεις εβδομάδες» στα λιμάνια. Οι αιτίες του συνωστισμού αυτού ανιχνεύονται στην πανδημία, στις αυξημένες παραγγελίες λόγω επικείμενης περιόδου διακοπών στις ΗΠΑ και στην έλλειψη εργαζομένων. Οκτώμιση ολόκληρες μέρες υπολογίζεται κατά μέσο όρο ο χρόνος που περιμένουν τα πλοία.

«Για να σας δώσω ένα αληθινό παράδειγμα των προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε, σε ένα από τα ναυλωμένα μας πλοία απαγορεύτηκε η είσοδος στην Κίνα, γιατί μέλος του πληρώματος διαγνώστηκε θετικό στον κορωνοϊό. Κι έτσι το πλοίο αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ινδονησία και να αλλάξει όλο το πλήρωμα για να συνεχίσει», έλεγε ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Dollar Tree στο Business Insider, δίνοντας μια γεύση του τι συμβαίνει. «Συνολικά, το ταξίδι διήρκεσε δύο μήνες περισσότερο».  

Είναι τόσο μεγάλο το πρόβλημα εκτόξευσης τιμών και καθυστερήσεων, που ακόμα και αυτή η Coca-Cola, σύμφωνα με ρεπορτάζ του Quarz, ναύλωσε κάποια πλοία φορτίου χύδην αντί για εμπορευματοκιβώτια για να μεταφέρει πρώτες ύλες από την Ασία στα εργοστάσια των ΗΠΑ, επιστρέφοντας σε μεθόδους δημοφιλείς τη δεκαετία του ’60.

Όπου και να ταξιδέψεις, η κλιματική αλλαγή σε πληγώνει

Ναι. Η κλιματική κρίση επηρεάζει τα πάντα. Κρατήστε το αυτό. Ο FAO είχε προβλέψει παραγωγή-ρεκόρ δημητριακών για το 2021, τονίζοντας ωστόσο πως αυτή θα υπερκεραστεί από την προβλεπόμενη (αυξημένη) ζήτηση. Όμως, μόλις στις αρχές Σεπτεμβρίου, ο οργανισμός αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις του για την παγκόσμια παραγωγή δημητριακών εξαιτίας «των επίμονων συνθηκών ξηρασίας σε αρκετές μεγάλες παραγωγούς χώρες», με μεγαλύτερη πτώση στην πρόβλεψη για το σιτάρι (μειωμένη κατά 15,2 εκατ. τόνους από εκείνη του Ιουλίου) κυρίως εξαιτίας δυσμενών καιρικών συνθηκών στις μεγάλες παραγωγούς χώρες, ΗΠΑ, Καναδά, Καζακστάν και Ρωσία.

Οι τιμές των δημητριακών έχουν αυξηθεί πολύ από το 2019, και ειδικά από πέρσι. Μόνο από τον Αύγουστο στο Σεπτέμβριο, η τιμή των σιτηρών αυξήθηκε κατά 4%. Εκτός από τις καιρικές συνθήκες, μια άλλη αιτία, είναι η αυξημένη ζήτηση από την Κίνα.

Και η παραμικρή αλλαγή στην παραγωγή και την τιμή των δημητριακών είναι καθοριστική, καθώς πρόκειται για μια κατηγορία τροφής που αποτελεί το 50% της παγκόσμιας διατροφής. Το ποσοστό αυτό για τις φτωχές χώρες φτάνει στο 80%. Οι τιμές στα δημητριακά μάλιστα είναι παρόμοιες με εκείνες που πυροδότησαν τις διαδηλώσεις για την τιμή του ψωμιού το 2011. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, πλην ΕΕ και Ιαπωνίας, οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς σιτηρών είναι αναπτυσσόμενες χώρες, με πρώτη την Αίγυπτο.

Επιπλέον, η παρατεταμένη ξηρασία αλλά και παγετοί στη Βραζιλία, τη μεγαλύτερη παραγωγό καφέ αλλά και τη μεγαλύτερη εξαγωγέα ζάχαρης στον κόσμο, οδήγησε σε αύξηση της τιμής των δύο αυτών βασικών προϊόντων. Μάλιστα, οι ζημιές από τους παγετούς -τους χειρότερους από το 1994- ήταν τόσο μεγάλες που κάποιοι παραγωγοί καφέ μπορεί να χρειαστεί να ξαναφυτέψουν δέντρα. Αυτό σημαίνει ότι θα τους πάρει μέχρι τρία χρόνια για να φθάσουν την παραγωγή στα προηγούμενα επίπεδα.

Η αύξηση στην τιμή της ζάχαρης περιορίστηκε κάπως λόγω των βελτιωμένων προγνωστικών για την παραγωγή σε Ινδία και ΕΕ, ωστόσο ο πρόσφατος τυφώνας Άιντα στις ΗΠΑ ήταν ένα βήμα πίσω καθώς επηρεάστηκε κι εκεί η σοδειά ενώ έκλεισαν εργοστάσια επεξεργασίας ζάχαρης.

Εξαιτίας των ακραία υψηλών θερμοκρασιών φέτος -αλλά και των προβλημάτων στις μεταφορές- χάθηκε και το 1/5 της παραγωγής ντομάτας στη Νότια Ιταλία. Αυτό, σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες, προφανώς συνετέλεσε στο ότι τον Αύγουστο η τιμή στην Ιταλία έφθασε σχεδόν σε υψηλό πενταετίας.

Μια άλλη κατηγορία βασικών τροφών της οποίας η τιμή έχει αυξηθεί κατακόρυφα είναι τα φυτικά έλαια. Η μέση τιμή τους ξεπέρασε την τιμή της διετίας 2014-2016 κατά 75% τον περασμένο Μάιο. Αυτό οφείλεται αφενός στην εξάντληση των αποθεμάτων φοινικελαίου λόγω ξηρασίας, στη διατάραξη της παραγωγής λόγω πανδημίας και στην υψηλή διεθνή ζήτηση. Ωστόσο, ένας άλλος πολύ σημαντικός παράγοντας είναι πως, καθώς οι μεταφορές επανέκαμψαν δυναμικά μετά το τέλος των lockdown, αυξήθηκε η ζήτηση για βιοκαύσιμα, κατά συνέπεια αυξήθηκε η ζήτηση σε σογιέλαιο.

Μελέτες έχουν καταλήξει πως τα βιοκαύσιμα αυξάνουν την επισιτιστική ανασφάλεια κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες, καθώς οδηγούν βραχυπρόθεσμα σε αστάθεια των τιμών σε βασικές τροφές. Οι αναπτυσσόμενες χώρες εξαρτώνται πολύ από εισαγωγές, ενώ οι πολίτες τους ξοδεύουν μεγάλο ποσοστό το εισοδήματός τους για τρόφιμα. Αρκεί να αναφέρουμε πως στη Νιγηρία ένα μέσο νοικοκυριό ξοδεύει το 56% του ετήσιου εισοδήματός του για τρόφιμα, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τον μέσο Αμερικανό πολίτη είναι 6,6%. Είναι προφανές ποιον «χτυπά» περισσότερο η αύξηση των τιμών.

Χωρίς εργάτη, γρανάζι δεν γυρνά

Η πανδημία διατάραξε κατά πολύ την αλυσίδα διανομής και γιατί οδήγησε σε κινητικότητα από τομέα σε τομέα στην αγορά εργασίας, αλλά και σε ελλείψεις εργαζομένων.

«Στο Βιετνάμ, ο στρατός βοηθά στη συγκομιδή του ρυζιού. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι κτηνοτρόφοι πετάνε το γάλα γιατί δεν υπάρχουν αρκετοί οδηγοί φορτηγών να το συλλέξουν. Στη Βραζιλία, η συγκομιδή του καφέ robusta πήρε 120 μέρες φέτος αντί για τις 90 που παίρνει συνήθως. Και στην Αμερική, η βιομηχανία κρέατος προσπαθεί να προσελκύσει νέους υπαλλήλους με ρολόγια Apple, ενώ τα φαστ φουντ ανεβάζουν την τιμή των μπέργκερ και των μπουρίτο», έγραφε το Bloomberg.

Σύμφωνα με το Bloomberg, οι ελλείψεις αυτές οδήγησαν κάποιους εργοδότες να αυξήσουν αρκετά τους μισθούς, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση των τιμών. Βέβαια, αν αυξάνονταν οι μισθοί όλων μαζί με τις τιμές, η προοπτική της πείνας θα περιοριζόταν.

Όμως, η έλλειψη εργαζομένων, ιδιαίτερα αισθητή στον τομέα των τροφίμων και της γεωργίας που είναι από τους λιγότερο αυτοματοποιημένους, δεν επηρέασε τις τιμές μόνο λόγω τυχόν αύξησης μισθών. Εξαιτίας της έλλειψης εργατών, για παράδειγμα, η Μαλαισία έχασε το 2020 το 25% της παραγωγής της σε φοινικέλαιο (η 2η μεγαλύτερη παραγωγός φοινικέλαιου στον κόσμο), ενώ και το 2021 η παραγωγή καταγραφόταν μειωμένη για τον ίδιο λόγο. Το φοινικέλαιο χρησιμοποιείται σε πολλά προϊόντα, από τις σοκολάτες μέχρι τη μαργαρίνη. Και συνήθως μειωμένη παραγωγή σημαίνει αυξημένη τιμή.

Οι αγροτικές εργασίες είναι πολύ σκληρές και πληρώνονται αναντίστοιχα χαμηλά. Η εξήγηση του Bloomberg για την έλλειψη εργατών γης είναι ότι, με περισσότερες θέσεις εργασίας διαθέσιμες, γιατί να προτιμήσει κάποιος την κοπιαστική, κακοπληρωμένη αγροτική δουλειά, και όχι κάποια άλλη, με καλύτερες συνθήκες;

Υπάρχει όμως και άλλη εξήγηση. Στην ΕΕ, για παράδειγμα, ένας λόγος που προκλήθηκαν ελλείψεις ήταν επειδή διαταράχθηκε η εργασιακή κινητικότητα εντός ΕΕ αλλά και οι μεταναστευτικές ροές. Ένας μέσος όρος 13% βασικών εργατών στην Ευρώπη είναι μετανάστες. Η πανδημία δυσκόλεψε τη διαδικασία έκδοσης visa και απόκτησης άδειας εργασίας, αυξάνοντας τις ελλείψεις για παράδειγμα στη γεωργία και στη φροντίδα υγείας, όπου απασχολούνται σε μεγάλα ποσοστά μετανάστες. Στη Γερμανία, μάλιστα, η εισροή μεταναστών μειώθηκε κατά 25% το 2020.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η κινητικότητα από τομέα σε τομέα (εργαζόμενοι μεταπηδούσαν σε άλλους τομείς καθώς ο δικός τους είχε χτυπηθεί από την πανδημία) προσέθεσε στο όλο χάος.

Τα ολιγοπώλια ποτέ δεν βγαίνουν χαμένα

Είναι όμως μόνο οι έκτακτες συνθήκες που έσπρωξαν τις τιμές προς τα πάνω ή μήπως κιόλας «ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται»;

Ας δούμε την περίπτωση της αύξησης της τιμής του κρέατος, και συγκεκριμένα των βοοειδών, στις ΗΠΑ. Η μία εξήγηση, όπως επισημαίνει το Atlantic, είναι η κλασική της προσφοράς και τη ζήτησης. Πολλές μονάδες παραγωγής έκλεισαν λόγω Covid19 και, όταν ξανάνοιξαν, ήταν λιγότερο παραγωγικές γιατί οι εργαζόμενοι έπρεπε να κρατούν αποστάσεις μεταξύ τους. Οι μισθοί των εργαζομένων αυξήθηκαν μαζί με την αύξηση της ζήτησης. Επιπλέον, η παρατεταμένη ξηρασία το 2020, και ειδικά το 2021, στην Αμερικανική Δύση, μείωσε τον αριθμό των βοοειδών σε εθνικό επίπεδο και αύξησε κατακόρυφα το κόστος των ζωοτροφών.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει το ίδιο περιοδικό, υπάρχει και μια πολύ διαφορετική εξήγηση: ότι είναι μόνο τέσσερις οι βιομηχανίες που επεξεργάζονται περισσότερο από το 80% του μοσχαρίσιου κρέατος στις ΗΠΑ. Γενικά, στην Αμερική, γράφει το Atlantic, «λίγες εταιρείες έχουν αποκτήσει τη δύναμη να κρατούν τις τιμές υψηλές, τους μισθούς χαμηλούς και τους ανταγωνιστές, έξω από το παιχνίδι». Μάλιστα, ακόμα και όταν οι τιμές έπεσαν τη δεκαετία του 2010, οι κολοσσοί αυτοί βρήκαν τρόπο να διατηρήσουν ή και να αυξήσουν τα κέρδη τους.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα βασικά αγροτικά προϊόντα. Τέσσερις μεγάλες εταιρείες (Archer Daniels Midland, Bunge, Cargill και Louis Dreyfus) ελέγχουν το 74% με 90% του παγκόσμιου εμπορίου σιτηρών.

Μάλιστα, σύμφωνα με ρεπορτάζ, εταιρείες-κολοσσοί που ελέγχουν το παγκόσμιο εμπόριο χρησιμοποιούν τις δυνατότητές τους για μεταφορά, επεξεργασία και αποθήκευση των προϊόντων για να εκμεταλλευτούν τα προβλήματα στην παγκόσμια αλυσίδα διανομής, ενώ δραστηριοποιούνται και στην αγορά παραγώγων και για να αντισταθμίσουν αλλά και για να κερδοσκοπήσουν σε σχέση με τις αυξομειώσεις των τιμών.

Και είναι ακριβώς για την ενίσχυση του ανταγωνισμού στη βιομηχανία του κρέατος που η κυβέρνηση Μπάιντεν «σπρώχνει» μισό δισεκατομμύριο δολάρια σε επιδοτήσεις και εγγυήσεις δανείων στις μικρές εταιρείες εναντίον των «Τεσσάρων Μεγάλων».

Ακριβώς, το αντίθετο δηλαδή, από αυτό που προβλέπει το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου της ελληνικής κυβέρνησης, το οποίο ωθεί σε εγκατάλειψη των μικρών επιχειρήσεων, αφού δίνει έκπτωση φόρου 30% για τρία έτη για συγχωνεύσεις και μετασχηματισμούς μικρών επιχειρήσεων, ανάμεσά τους και αγροτικών.

Συμφέρει να ψωνίζεις καφέ στην Αγγλία

Η αυξημένη τιμή των τροφίμων είναι πράγματι διεθνές πρόβλημα. Ωστόσο, δεν σημαίνει πως η κάθε χώρα δεν έχει τις ιδιαιτερότητες της.

Ένα απλό παράδειγμα, είναι οι τιμές σε ενέργεια και καφέ στην Ελλάδα. Όντως, οι τιμές στα δύο προϊόντα έχουν αυξηθεί διεθνώς. Όμως, για παράδειγμα, η Ελλάδα έχει τον τέταρτο υψηλότερο Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στην αμόλυβδη βενζίνη (700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα) στην ΕΕ, τη στιγμή που η ελάχιστή τιμή αυτού του φόρου ορίζεται από την ΕΕ στα 359 ανά 1.000 λίτρα. Γιατί δεν τον μειώνει;

Κι επειδή εστιάζουμε εδώ κυρίως στα τρόφιμα, τρανό παράδειγμα «εθνικής ιδιαιτερότητας» αποτελεί η τιμή του καφέ. Γιατί η ξηρασία και οι παγετώνες στη Βραζιλία δεν έχουν καμία σχέση με τον Ειδικό Φόρο στον καφέ και τα προϊόντα του που έχει επιβληθεί στην Ελλάδα από το 2017 (επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ) και κυμαίνεται από 3 έως 4 ευρώ επιπλέον το κιλό – με αποτέλεσμα 10-30% αυξημένες τις τελικές τιμές καταναλωτή. Φόρο που δεν έχει καταργήσει η σημερινή κυβέρνηση.

Αρκεί μόνο να σημειώσουμε ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο, που τώρα αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα στην αλυσίδα διανομής λόγω έλλειψης οδηγών φορτηγών, η τιμή του καφέ, όχι μόνο δεν έχει αυξηθεί από πέρσι όπως διαπιστώσαμε από την έρευνά μας, αλλά παραμένει και πολύ χαμηλότερη από την Ελλάδα. Για παράδειγμα, συγκρίναμε πολύ γνωστή ιταλική μάρκα αλεσμένου καφέ εσπρέσο: σε μεγάλη αλυσίδα σουπερμάρκετ της Βρετανίας, η συσκευασία των 250 γραμμαρίων κόστιζε τον Σεπτέμβριο 4,40 ευρώ (3,75 στερλίνες) και μόνο 6,87 ευρώ (5,80 στερλίνες) η διπλή συσκευασία (2 x 250 γραμ.), τη στιγμή που σε μεγάλη αλυσίδα σουπερμάρκετ στην Ελλάδα το ένα πακέτο κόστιζε 4,75 ευρώ. Κι αυτό, δεδομένου ότι ο κατώτατος μισθός είναι 650 έως 845 ευρώ στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο 1.244 (για τους 18-20 ετών) έως 1.688 ευρώ (για τους άνω των 23 – 10,56 ευρώ/8,91 στερλίνες η εργατοώρα).

Παρομοίως, παρατηρούνταν όντως ελλείψεις σε εργαζομένους σε κάποιους τομείς και στην Ελλάδα, όμως, αυτό δεν οφειλόταν στην πανδημία. Το ινστιτούτο Eurofound της ΕΕ για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και ζωής, αναφέρει ως παράδειγμα εδώ την Ελλάδα, «μια χώρα όπου οι ελλείψεις στην αγορά εργασίας ήταν σχεδόν ανύπαρκτες πριν την πανδημία, οι εργοδότες στον τομέα της φιλοξενίας σήμερα έχουν πρόβλημα να βρουν εργαζομένους, εν μέρει εξαιτίας των μη ελκυστικών προοπτικών εργασίας».

Τα παιδιά με τα πεινασμένα στόματα

Η αύξηση των τιμών των τροφίμων τα καθιστούν λιγότερο προσβάσιμα για εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, η αύξηση της μέτριας ή σοβαρής επισιτιστικής ανεπάρκειας το 2020 ισοδυναμούσε με τη αθροιστική αύξησή της την τελευταία πενταετία. Ένας στους τρεις ανθρώπους στον πλανήτη (συνολικά, 2,37 δισ.) δεν είχε πρόσβαση σε επαρκές φαγητό το 2020 (πληθυσμός αυξημένος κατά 320 εκατομμύρια μόνο σε ένα χρόνο). Σε σχέση με το 2019, το 2020 46 εκατ. περισσότεροι άνθρωποι στην Αφρική (282 εκατ. συνολικά), 57 εκατ. περισσότεροι στην Ασία (418 εκατ. συνολικά) και 14 εκατ. περισσότεροι στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική (60 εκατ. συνολικά) πεινούσαν.

Και στη Δύση, η ποιότητα ζωής εκατομμυρίων πολιτών με χαμηλό εισόδημα έχει επηρεαστεί από την άνοδο των τιμών των τροφίμων. Στις φτωχές χώρες, το πρόβλημα είναι απλώς υπερμέγεθες.

Στο έργο του Τενεσί Ουίλιαμς «Ξαφνικά Πέρσι το Καλοκαίρι», ο νεαρός Σεμπάστιαν βιώνει ένας εφιαλτικό θάνατο, κάπου στο Μεξικό: ένας όχλος αγριεμένων, πεινασμένων παιδιών του επιτίθεται και τον καταβροχθίζει. 

Πέρα από τον προφανή αλληγορικό χαρακτήρα της σκηνής, ένας πεινασμένος κόσμος δεν μπορεί παρά να είναι άγριος. Όχι όμως πιο άγριος από εκείνον που δημιουργεί συνθήκες λιμοκτονίας.

POP TODAY
LIFE
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2021 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.