

Θυμάσαι; Θυμάμαι. Ήσουν μωρό με τα σημερινά δεδομένα. Είχες τελειώσει από τα καλοκαιρινά εργοτάξια της Πάρου, είχες τον Κρόνο πάνω σου (κοίτα να δεις συμπτώσεις, τώρα ξανά είναι πάνω σου, να σημαίνει κάτι άραγε;), έτρεχες για τη ζωή σου, ανακάλυπτες τη ζωή σου, αποφάσιζες για την ζωή σου. Μέσα 90s. Ξεκινούσες να δουλεύεις με τις λέξεις, πρώτα κείμενα, πρώτα περιοδικά, απόρριψη, προσπάθεια, φύγε, έλα, γράψτο ξανά, γίνε ο εαυτός σου, γίνε, δεν μπορώ, τόση εφηβική επαρχιακή κακοποίηση δεν ξέρω που να τη βάλω, λυπήσου με, γίνε, γράψε γι’ αυτή, δεν μπορώ, αφουγκράσου τη νέα σου πόλη που αναπνέει για πρώτη φορά- από πότε(;).
Οινόφυτα. Έλα. Δεν νομίζω. Άσε, θα τα ανακαλύψω ετεροχρονισμένα δέκα χρόνια μετά. Ξαναγράψε. Η πόλη αναπνέει άπνοε και εσύ δεν νιώθεις. Προσπαθώ. Τρέχω στις άκρες της. Τρέχω σε υπόγεια. Σε πάνω ορόφους που μοιάζουν με κάτω ορόφους. Σε αλάνες. Σε άδεια οικόπεδα που γίνονται θέατρα. Γίνομαι θεατής. Γίνομαι κατακτητής. Γίνομαι ακόλουθος. Γίνομαι αυτό που θες.
Θυμάσαι; Προσπαθώ. Ήταν η εποχή που στην παρέα σου ήσουν αυτός που δούλευες στα περιοδικά. Τους εξηγούσες κι ας μη αντιλαμβανόσουν ακριβώς τίποτα από αυτά που έλεγες. Άκουγες και αντέγραφες. Ομάδα Εδάφους. Οκτάνα. Βογιατζής. Αμόρε. Οινόφυτα. Άλσος. Κουκίδες χωμένες μέσα σε αναμνήσεις. Τις πάταγες και διάλεγες έξοδο. Τσέκ ιν.
Το είχες δει τότε; Το είχα δει. Δεν θυμάμαι όμως με ποιους, αν και υποψιάζομαι. Σπύρο; Μαζί δεν είχαμε πάει; Ναι βρε ζαβό! Και τον Μιχάλη; Ναι, οι τρεις μας.
Τριανταένα χρόνια μετά. Παλεύω να θυμηθώ εικόνες, πέρα από την έντονη γενική αίσθηση. Είχαμε πάρει ταξί, όχι το τρένο (αν είναι δυνατόν). Νέο Φάληρο. Μοσχάτο. Ένα εργοτάξιο της ΔΕΗ χωμένο μέσα σε σύμφωνα. Δύο σειρές κερκίδες σε σκαλωσιές. Έτοιμοι να νιώσουμε, να πλαντάξουμε, να γίνουμε κομμάτια.
Θυμάμαι εκείνη την Αθήνα που δεν ήξερε ακόμα πόσο ωραία ήταν. Που περπατούσε προς την Ευρώπη με ένα βλέμμα λίγο φοβισμένο, λίγο θρασύ. Που μιλούσε δυνατά – και εμείς, ευτυχώς, ακούγαμε. Γιατί υπήρχαν πράγματα που έπρεπε να ακουστούν. Ακόμα κι αν πονούσαν. Ειδικά αν πονούσαν.

Ενός λεπτού σιγή. Η παράσταση ήταν εμπνευσμένη από το ομότιτλο ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, το οποίο έγινε γνωστό χάρη στη μελοποίηση του από το Μάνο Χατζιδάκι και την ένταξη του στο κύκλο “Τα τραγούδια της αμαρτίας”. Για το πρώτο μέρος της παράστασης, ο Γιώργος Κουμεντάκης συνθέτει μέσα σε λίγες μέρες το “Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα” σε στίχους Δημήτρη Καπετανάκη. Ένα έργο σε δύο. Κοινός παρανομαστής, ο Δημήτρης Παπαιωάννου. Να ανεβοκατεβάζει τον κόσμο του στις σκάλες, να διηγείται ιστορίες για το τέλος του έρωτα και να τις αφιερώνει στον φίλο του Αλέξη (Μπίστικα).
Είναι 1995. Το τέλος του έρωτα είναι ο θάνατος. Είναι η εποχή που είμαστε (πιο) έτοιμοι να το ακούσουμε. Μας πήρε οχτώ, δέκα χρόνια – αλλά το καταφέραμε. Όσοι μπορούσαν. Όσοι δεν γινόταν αλλιώς. Είχαμε φίλους που έσβηναν. Που χάνονταν. Που χάθηκαν. Στα χρόνια του ελληνόφωνου AIDS υπήρχαν άνθρωποι που έγιναν αστέρια. Kαι κάποιοι βρέθηκαν να μιλήσουν γι αυτό, με αδιανόητη τρυφερότητα, με βαθιά μουσικότητα, με αιχμηρή ποίηση. Το “Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα” μίλησε με ένα τεράστιo αχ – δεν ήξερες από πού έβγαινε και πού πήγαινε. Εκκωφαντικά. Ηχηρά. Απαραίτητα. Η πρώτη δημόσια, ανοιχτή καλλιτεχνική αναγνώριση της επιδημίας του AIDS στην Ελλάδα και των δικαιωμάτων μιας ολόκληρης κοινότητας διάλεξε τον δρόμο της ποίησης – και ο χρόνος τη δικαίωσε.
Τι κάνει σημαντικό ένα έργο; Οι ήχοι του; Οι εικόνες του; Το πώς γίνονται ένα; Πώς τρυπώνει σε άγνωστα μέρη και τα κατακτά; Η τέχνη, όταν είναι γενναία, δεν προσφέρει παρηγοριά. Προσφέρει αλήθεια. Σκάβω στη μνήμη. Τα σώματα που ανεβοκατεβαίνουν. Την υπενθύμιση του θανάτου. Τον υπέροχο νεορομαντισμό της μουσικής του Κουμεντάκη – πώς τρύπωσαν μέσα στις indie και electro συνήθειες μας; Τι νέα τοπία μας σύστησαν; Τις λέξεις από το ποίημα του Καπετανάκη Lazarus – γραμμένο λίγο πριν την εισαγωγή του στο νοσοκομείο όπου και πέθανε από λευχαιμία σε ηλικία μόλις 32 ετών. Πώς πήραν βαθιές ανάσες μέσα στο σπουδαίο μουσικό υλικό με την τόση συναισθηματική συνέπεια.

Τριανταένα χρόνια μετά.
Ποιος είσαι; Ποιοι είναι; Τα δύο αγόρια τότε, άντρες τώρα –ποτέ δεν ήταν η ηλικία σου αλλά ήταν η αναφορά σου–, είναι άλλοι. Ο ένας κουβαλά την αδιαμφισβήτητη επιτυχία του να «τρέχει» μια από τις πιο πολύτιμες πολιτιστικές σκηνές της χώρας, τη Λυρική, όταν δεν γράφει έργα που κατακτούν τον χρόνο. Ο άλλος, μετά την αδιανόητη Ολυμπιακή στιγμή του 2004, να έχει εξελιχθεί σε μια από τις πιο έντονες παρουσίες της παγκόσμιας χοροθεατρικής αναπνοής.
Γύρνα στο τώρα. Γυρνάω. Στη νέα συνάντηση. Οι δύο και ένας ακόμη (καινούργιος). Κουμεντάκης, Παπαιωάνου, Κουρεντζής. Τι είδες παλιέ οραματιστή; Τι είδες τώρα παλιέ μου φίλε; Τριανταένα χρόνια μετά, τι ήχους, τι εικόνες μαζεύεις;
Σφηνωμένος ανάμεσα σε γούνες –έξω κάνει κρύο–, χιπστεροϊδή του νέου μιλένιουμ, στρέιτ ζευγαρώματα και ομόφυλα πεταρίσματα μιας οριακά μετατραμπικής εποχής, αναρωτιέμαι, αν ο ήχος, η εικόνα ή η έξτρα Ρωσίδα στο υπερ-οπερατικό ιντερλούδιο μου λέει τελικά κάτι για το τότε. Αν μου το εξηγεί από την αρχή. Αν μου το αναλύει αλλιώς. Αν σβήνει τα χρόνια του θανατικού μέσα στον επαναπροσδιορισμό του τέλους του έρωτα. Εκεί που το πρώτο γυμνό σώμα –ένα κομμάτι ανάμεσα σε πενήντα άλλα– αρχίζει να κυλά μέσα στο σκοτάδι πάνω στις σκάλες, ο διπλανός μου βγάζει το κινητό για να απαθανατίσει τη στιγμή. Θέλω να του το αρπάξω και να του το χώσω στο στόμα. Τι ξαφνική ανάγκη –ή φόβος– του διέκοψε το βύθισμα;
Το Ρέκβιεμ δεν μιλά πια μόνο για το AIDS. Μιλά για κάθε βίαιο τέλος. Για κάθε σώμα που χάθηκε επειδή περίσσευε. Για κάθε έρωτα που δεν χωρούσε στον κόσμο όπως τον φτιάξαμε. Και γι’ αυτό, παράδοξα, είναι σήμερα πιο πολιτικό από ποτέ. Όχι επειδή φωνάζει. Αλλά επειδή επιμένει στην τρυφερότητα. Γιατί η τρυφερότητα, τελικά, είναι η πιο ριζοσπαστική στάση.

Τις επόμενες ώρες, μέρες, λέξεις με άπειρα θαυμαστικά πλημμυρίζουν τις ηλεκτρονικές σελίδες μου. Συνάδελφοι, ποιητές, γραφιάδες αναλύουν με εξαίρετη ευστοχία και ευκρίνεια τους κραδασμούς του ρέκβιεμ. Δανείζομαι τις λέξεις τους. “Τα σώματα γλιστρούσαν, κατρακυλούσαν, σωριάζονταν και επανέρχονταν μόνο για να ξαναπέσουν. Η σκάλα που η άνοδός της υπόσχεται το θείο, καταλήγει στον γκρεμό και σώματα ντυμένα και γυμνά κατακρημνίζονται. Κανένας ηρωισμός και καμία λύτρωση. Όπως ακριβώς ο έρωτας που δίνει μόνο την επίμονη εντολή στο σώμα μας να συνεχίσει ακόμα κι όταν νογάει ότι το τέλος είναι δεδομένο και επίπονο. Ο έρωτας δεν είναι συγκεκριμένος στο «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα», υπάρχει η ιδέα του έρωτα ως κάτι που τελειώνει πάντα κι όχι απαραίτητα μ’ ένα γδουπ αλλά και με μια σιωπηλή αποσύνθεση. Μια εξαΰλωση μέσα από την κατάνυξη. Αγαπήθηκες πολύ, τώρα θα τιμωρηθείς με τη βαρύτητα του πόνου” (Στέλιος Παρρής, ελculture.gr). “Ένα ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα θα μπορούσε εύκολα να γίνει μεγαλειώδες, θορυβώδες, «μεγάλο» με τον προφανή τρόπο. Όμως εδώ υπάρχει τρυφερότητα. Η μουσική του καλλιτεχνικού διευθυντή της ΕΛΣ Γιώργου Κουμεντάκη ανοίγει σαν μια μεγάλη αγκαλιά που δεν σε προστατεύει από την καταστροφή, αλλά σε βάζει μέσα της για να αντέξεις να την κοιτάξεις. Σε παίρνει από το χέρι και σε οδηγεί σε έναν κατεστραμμένο κόσμο με αφορμή –και αρχή– την αγάπη. Μια αγάπη που χτυπήθηκε από έναν θανατηφόρο ιό” (Αναστασία Καμβύση, marieclaire.gr). “Αν πριν από 30 χρόνια το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» ήταν ένα queer in memoriam των θυμάτων μιας θανατηφόρας ασθένειας και του κοινωνικού αποκλεισμού τους – ως πρώτου θανάτου, ως Σταύρωσης – σήμερα παίρνει ένα άλλο μέγεθος, ανεξαρτήτως φύλου ή ταυτότητας. Είναι το ρέκβιεμ κάθε βίαιου αφανισμού στις κατακόμβες και τα Άουσβιτς των ημερών μας. Είναι ένα έργο ακόμα πιο πολιτικό, αφού είναι ακόμα πιο ανοιχτό στο νέο ουμανισμό” (Στέλλα Χαραμή, monopoli.gr).
Το “Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα” σήμερα θα ολοκληρώσει τη νέα του ανάγνωση. Και θα αφήσει νέα σημάδια στον χρόνο. Το ευγνωμονώ γι αυτό.
