

Το «LO» αντλεί από το sci-fi, το film noir και το μελόδραμα για να αφηγηθεί μια ιστορία που εκτυλίσσεται σε ένα δυστοπικό μέλλον. Εκεί που η σύγκρουση ανθρώπων και μηχανών αποκτά κοινωνικές και υπαρξιακές διαστάσεις, ενώ η εξουσία και η επιθυμία μπλέκονται σε ένα αδιάκοπο παιχνίδι ελέγχου. Στο κέντρο αυτής της αφήγησης βρίσκεται ένας έρωτας αδιέξοδος, σχεδόν καταδικασμένος: δύο cyborg φιγούρες, μια αρτίστα του καμπαρέ και ένας δολοφόνος, που παρά τις αντιξοότητες επιμένουν να διεκδικούν χώρο και φως.
Το θεατρικό έργο του Μάριου Τσάγκαρη, σε σκηνοθεσία του Λευτέρη Παπακώστα, δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία αγάπης· μιλά για την ανάγκη του ανθρώπου να επιθυμεί, να ελέγχει, αλλά και να απελευθερώνεται. Σε έναν κόσμο όπου τα όρια ανάμεσα στο ανθρώπινο και το μηχανικό γίνονται όλο και πιο ασαφή, ο έρωτας μοιάζει ταυτόχρονα λύτρωση και παγίδα.
Με αφορμή την παράσταση, συνομιλήσαμε με τον Μάριο Τσάγκαρη για τη δημιουργία του έργου, τις επιρροές του και τον τρόπο με τον οποίο η μουσική και το κείμενο συνομιλούν μέσα σε αυτό το ιδιαίτερο θεατρικό σύμπαν.
Το LO είναι ένα sci-fi noir μελόδραμα μέσα σε ένα καμπαρέ του μέλλοντος. Πώς γεννήθηκε αυτή η υβριδική αισθητική; Ήταν πρώτα ο κόσμος ή πρώτα η ιστορία;
Το 2024 ο Λευτέρης Παπακώστας ανέβασε το «Μαζί Ποτέ» του αξέχαστου Τσιμάρα Τζανάτου, το οποίο ήταν και η πρώτη προσπάθεια του Λευτέρη για 360ο theatre, όπου η δράση εξελίσσεται γύρω και ανάμεσα από τους θεατές χωρίς διακριτά όρια «σκηνής». Λίγο πριν κατέβει αυτή η παράσταση, μέσα από συζητήσεις, προέκυψε η ιδέα για μια αντίστοιχη παράσταση στο κλίμα μιας «jazz επιστημονικής φαντασίας». Οπότε πρώτα υπήρχε αυτή η συνθήκη της μελλοντολογικής δυστοπίας και μετά βρέθηκε η ιστορία. Αλλά κι η ιστορία δημιουργούσε νέες πτυχές σε αυτόν τον σκοτεινό κόσμο, όσο αναπτυσσόταν.

Στο σημείωμα αναφέρεται ως αφετηρία η Λόλα και η νουβέλα Do Androids Dream of Electric Sheep?. Πώς συνδιαλέγονται μέσα σας αυτά τα δύο τόσο διαφορετικά σύμπαντα;
Όσο περισσότερο βυθιζόμαστε στην απόγνωση (και βυθιζόμαστε στην απόγνωση κάθε μέρα και πιο πολύ) τόσο αναζητούμε τους χαμένους παραδείσους του παρελθόντος. Έτσι ένιωσα πως στον κόσμο του LO, έναν κόσμο ακόμα πιο σκοτεινό από τον δικό μας, θα υπήρχε μια έντονη τάση επιστροφής στο παρελθόν, κι έτσι προέκυψε η αναφορά σε μια παλιά ελληνική ταινία. Παράλληλα, όμως, για τους θεατές του σήμερα δεν παύει να είναι μια μελλοντολογία άρα υπήρχε και η ανάγκη για αναφορά σε κάποια sci-fi ταινία για το μέλλον. Ελπίζω πως αυτό το αισθάνεται κι ο θεατής, δηλαδή ότι παρακολουθεί ένα remix χρόνων και εποχών (μια τεχνική που έτσι κι αλλιώς χαρακτηρίζει όλον τον μεταμοντερνισμό). Ωστόσο, η ταινία και η νουβέλα δεν απέχουν τόσο πολύ μεταξύ τους. Τα αγωνιώδη ερωτήματα για την ταυτότητα και τις προθέσεις των ηρώων, η απαισιόδοξη σκοτεινιά στις εσωτερικές τους φωνές, η απόκοσμη και συναισθηματικά έρημη πραγματικότητα που τους περιβάλλει, η διαρκής αμφιβολία για το τι είναι αληθινό και τι όχι, όλα αυτά είναι κοινά στοιχεία τόσο στο σενάριο του Ηλία Λυμπερόπουλου όσο και στην νουβέλα του Philip K.Dick. Όσο απίστευτο κι αν φαίνεται, αυτές οι δυο πηγές έμπνευσης είναι αρκετά συγγενικές.
Γιατί ένας έρωτας ανάμεσα σε δύο cyborg; Είναι πιο εύκολο να μιλήσουμε για τον άνθρωπο όταν τον μεταμφιέζουμε σε μηχανή;
Είναι διαδεδομένη η αγωνία για το τι θα γίνει εάν και όταν η τεχνητή νοημοσύνη αποκτήσει συναισθήματα, εάν και όταν αποκτήσει αληθινή αυτοσυνείδηση άρα και φόβο του αφανισμού και, κατ’ επέκταση, αφεθεί στην απελευθερωτική ορμή του έρωτα. Επέλεξα να τοποθετήσω την ιστορία στην αυγή αυτής της εποχής, δηλαδή ο Αρόϊ και η Λο είναι τα δύο πρώτα cyborg που ερωτεύονται. Ωστόσο, ως το τέλος του έργου παραμένει το ερώτημα αν αυτό είναι μια δικιά τους διαφυγή από την μηχανική τους φύση ή αν είναι κι αυτό κάτι προγραμματισμένο. Δεν ξέρω πόσο εύκολα μπορούμε να μιλήσουμε για τον άνθρωπο στις μέρες μας που οι εκατόμβες που δημιουργούν οι πόλεμοι είναι ένα ακόμα post πριν και μετά από μια γκουρμέ συνταγή ή ένα giveaway. Μπορεί να λέμε ότι ο άνθρωπος είναι η απόλυτη αξία αλλά αμφιβάλλω κατά πόσον το πιστεύουμε ακόμα. Και έτσι προκύπτει η ανάγκη όχι να μεταμφιεστεί ο άνθρωπος σε μηχανή, αλλά να μεταμορφωθεί η μηχανή σε άνθρωπο ώστε να καλύψει αυτό το αισθητό έλλειμμα ανθρωπιάς της εποχής μας.
Το έργο μοιάζει να κινείται ανάμεσα στο pulp, το κόμικ και το μεταμοντέρνο θέατρο. Είναι συνειδητή αυτή η pop μυθολογία ή προέκυψε οργανικά από το υλικό;
Υπήρχε εξ αρχής μια πρόθεση για κάτι μεταμοντέρνο που θα μπλέκει εποχές, αισθητικές, αναφορές και τεχνικές. Το pulp, τα κόμιξ και το μελόδραμα δίνουν μια δισδιάστατη απλοϊκότητα στην αφήγηση και αυτό ήταν συνειδητό, γνωρίζοντας πως οι εξπρεσιονιστικές και φορμαλιστικές προσεγγίσεις της σκηνοθεσίας του Λευτέρη Παπακώστα θα δώσουν το απαραίτητο βάθος και βάρος στο τελικό αποτέλεσμα. Βέβαια, όπως συμβαίνει πάντα στο θέατρο, πολλά στοιχεία προέκυψαν μέσα από τις πρόβες και τελικά πήραν έναν οργανικό ρόλο στην παράσταση.
Το καμπαρέ έχει ιστορικά μια διάσταση παρακμής και ελευθερίας. Γιατί επιλέξατε αυτό το περιβάλλον για μια ιστορία για το μέλλον;
Το έργο αφορά, σε μεγάλο βαθμό, το παρελθόν του μέλλοντος. Οι ήρωες αναφέρονται ξανά και ξανά σε αναμνήσεις τους, προσπαθώντας να νοηματοδοτήσουν τον ζόφο στον οποίο έχει περιέλθει ο κόσμος τους. Τα τραγούδια της παράστασης είναι ένα κάπως εξωφρενικό μείγμα από ελαφρύ τραγούδι της δεκαετίας του ’60 και industrial. Τα κουστούμια μοιάζουν να έχουν βγει από κάποιον παιδικό εφιάλτη του παρελθόντος. Το ρετρό στοιχείο είναι συνέχεια παρόν για να μας υπενθυμίζει το αδιέξοδο του όποιου πιθανού μέλλοντος. Κάτω από αυτό το πρίσμα, η επιλογή του καμπαρέ, που παραπέμπει σε αυτόν τον απελευθερωμένο αισθησιασμό του μεσοπολέμου ήταν μια εύλογη επιλογή.
Στο σύμπαν του έργου η σύγκρουση ανθρώπων και μηχανών έχει ταξικά και έμφυλα χαρακτηριστικά. Μοιάζει με πολιτική αλληγορία ή είναι ένας απλός δραματικός μηχανισμός;
Παρά την πληθώρα μηχανών, sexbot, υβριδίων μεταξύ ανθρώπου και μηχανής, ο κόσμος του έργου είναι φτιαγμένος από ανθρώπους και κυρίως από άντρες. Άλλωστε απέχει από το σήμερα πενήντα χρόνια και κάτι, άρα όλη η τωρινή κοινωνική ανισότητα είναι παρούσα. Αλλάζει ίσως το υλικό, αλλά όχι οι σχέσεις. Στον κόσμο του έργου τα εργαλεία της καταπίεσης είναι κατσαβίδια και σφυριά, στον σημερινό είναι υφαρπαγμένα ταξιδιωτικά έγγραφα και διαβατήρια. Οι καταπιεστές στον κόσμο του έργου θεωρούν ότι η ανθρώπινη φύση τους δικαιολογεί τις φρικαλεότητες που κάνουν, ενώ στο σύγχρονο κόσμο οι καταπιεστές βρίσκουν διάφορους ευφάνταστους τρόπους να πιπιλίσουν την καραμέλα της «σωστής πλευράς της ιστορίας» και δικαιολογούν τα αίσχη τους, είτε μέσω της φυλής τους είτε μέσω του φύλου τους, που για τα διαταραγμένα τους μυαλά τους προσδίδουν ανωτερότητα. Δεν ξέρω αν αυτό κάνει το έργο μια πολιτική αλληγορία, αλλά σίγουρα υπάρχει μια πρόθεση να θιχτούν αυτές οι θεματικές.
Ποια είναι η πιο σκοτεινή πρόβλεψη που υπάρχει για το μέλλον μέσα στο έργο;
«Στο τέλος, τα ελατήρια θα φτιάχνουν ανθρώπους. Εκείνα θα είναι η φύση κι εμείς η τεχνολογία. Φυσικά ελατήρια και τεχνητοί άνθρωποι.» Είναι μια φράση που λέει ο Μακ, ένας κατασκευαστής μηχανών, τον οποίο υποδύεται ο πολυτάλαντος σκηνοθέτης και ηθοποιός Θεοδόσης Σκαρβέλης, κι όταν τον άκουσα για πρώτη φορά να εκφέρει αυτά τα λόγια, τρόμαξα. Παρά το ότι ήταν λόγια που είχα γράψει εγώ, με έκαναν να τρομάξω αληθινά. Υπάρχει και μια φράση που λέει η Ταυ, μια μηχανή-τραγουδίστρια, την οποία υποδύεται η επίσης πολυτάλαντη designer και ηθοποιός Λίνα Πάτσιου. Λίγο πριν σβήσει στην αγκαλιά του πρωταγωνιστή, χτυπημένη από έναν κυνηγό μηχανών, του λέει: «Πρέπει να ζήσεις. Για όλους μας. Για όλες τις μηχανές που βασανίστηκαν. Σε παρακαλώ.» Όταν άκουσα στις πρόβες αυτήν την φράση, ένιωσα μια σπαρακτική αγωνία για το μέλλον όλων των αθώων θυμάτων της ανθρώπινης βαρβαρότητας. Αυτά ήταν δύο από τα μικρά θαύματα που μπορεί να συμβούν όταν το γραμμένο κείμενο γίνεται ζωντανός λόγος.

Ο έρωτας στο LO φαίνεται καταδικασμένος από την αρχή. Σε ενδιαφέρουν περισσότερο οι ιστορίες που χάνονται παρά αυτές που σώζονται;
Στο έργο υπάρχει ένα βασικός αφηγηματικός άξονας που στήνεται από ένα ερωτικό τρίγωνο. Ο Αρόϊ, μια στρατιωτική μηχανή καταστροφής, που ερμηνεύει με μια άκρως ανησυχητική εσωτερικότητα ο Λευτέρης Παπακώστας, έχει αναπτύξει έναν έρωτα για ένα υβρίδιο, την Λο. Την ίδια στιγμή, είναι παθιασμένος για αυτήν ένας άνθρωπος, ο Μαλλούρας, το αφεντικό του καμπαρέ που δουλεύει η Λο, που τον ερμηνεύει με θυελλώδη αμφιθυμία ο Γιώργος Τριανταφύλλου. Και είναι και η ίδια η Λο, που ερμηνεύει με μια βίαιη ευθραυστότητα η Κατερίνα Παρισσινού, ένα υβρίδιο που επιμένει να ονειρεύεται την ελευθερία μέσα στον ζοφερό κόσμο που ζει. Σε αυτόν τον άξονα της αντίθεσης έρωτα και εξουσίας, όλα είναι καταδικασμένα από την αρχή ως το τέλος. Υπάρχει όμως κι ένας άλλος πιο αόρατος άξονας μεταξύ φωτός και σκοταδιού. Στη μία του άκρη είναι ο Ντέκας, ένας φοβικός και σεξιστής κυνηγός μηχανών, που ερμηνεύει με διαβρωτική μοχθηρία ο Πασέ Κολοφωτιάς, και στην άλλη άκρη είναι η Ντα, μια μηχανή-χορεύτρια που την ερμηνεύει με εκρηκτική αθωότητα η Χρύσα Βουλουτάκη, η οποία είναι αποφασισμένη να βρει διέξοδο ακόμα κι αν χρειαστεί να γκρεμίσει όλον τον κόσμο γύρω της. Σε αυτόν τον άξονα, η κατάληξη είναι σίγουρα απρόβλεπτη και, κατά έναν τρόπο, θετική. Οπότε, θα έλεγα ότι στο LO βλέπουμε μια ιστορία που χάνεται μέσα σε έναν κόσμο που σώζεται.
Πώς συνεργαστήκατε με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Παπακώστα; Υπήρξαν σημεία όπου η σκηνοθεσία άλλαξε την αρχική σας φαντασία;
Το κείμενο που έγραψα για το LO είναι περισσότερο ένα κινηματογραφικό σενάριο παρά ένα θεατρικό έργο κι έχει ανυπέρβλητες δυσκολίες σε ένα πιστό θεατρικό ανέβασμα. Άρα ήξερα ότι αναγκαστικά θα έβλεπα μια διασκευή του κειμένου και ήμουν αποφασισμένος να απέχω από οποιαδήποτε δικιά μου σκηνοθετική προσδοκία. Ωστόσο, έπρεπε να βρίσκομαι στις πρόβες λόγω του ότι έγραφα την μουσική της παράστασης. Έτσι χωρίς να το καταλάβω, ανέπτυξα μια συναισθηματική εμπλοκή με την παράσταση και, κατά συνέπεια, άρχισαν να αναδύονται δικές μου προσμονές. Το αποτέλεσμα ήταν λίγο πριν την πρεμιέρα να γίνει με τον Λευτέρη αυτό που λέμε ο κακός χαμός. Τσακωμοί, δάκρυα, φωνές, ψύχρα, αντιπαλότητα, μια ωραία ατμόσφαιρα, που λέει και η κλασσική ατάκα του Ντίνου Ηλιόπουλου. Μετά, βέβαια, επήλθε η ηρεμία και αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις μας, αν και εκείνη την στιγμή όλα έμοιαζαν πολύ δραματικά. Εδώ συνήθως μπαίνει η λέξη «γέλια» μέσα σε παρένθεση, αλλά δεν βλέπω τίποτα το αστείο στο να μαλώνουν δυο φίλοι για μια παράσταση. Ωστόσο βλέπω κάτι θετικό. Η συναισθηματική μας φόρτιση δείχνει πως παίρνουμε αληθινά στα σοβαρά την δουλειά μας.
Έχοντας γράψει σενάρια για ταινίες, όπως η Τρυφερότητα, τι αλλάζει όταν η ιστορία πρέπει να υπάρξει μπροστά σε ζωντανούς θεατές;
Το θέατρο, λόγω της ζωντανής ενέργειας των παρόντων ηθοποιών, ενδείκνυται για να προκαλέσει πιο βαθιά τραντάγματα στο συναίσθημα και στην σκέψη του θεατή, ενώ το σινεμά, λόγω της εγγύτητας που δημιουργεί το κοντινό πλάνο, είναι καταλληλότερο για μια πιο ισχυρή ταύτιση με τους ήρωες. Επίσης, το κοινό του θεάτρου είναι λίγο πιο «ψαγμένο» και αναζητά φιλοσοφικές, υπαρξιακές, καλλιτεχνικές και άλλες συναφείς αγωνίες και ερωτήματα, ενώ το κοινό του κινηματογράφου είναι λίγο πιο «λαϊκό» και αναζητά πιο σαφείς απαντήσεις και καθαρές λύσεις. Πέρα από αυτές τις ομολογουμένως σχηματικές διαφορές, δεν βλέπω άλλες αντιθέσεις ανάμεσα σε αυτά τα δύο μέσα, τουλάχιστον όσον αφορά την δική μου συγγραφική πράξη.
Αν κοιτάξεις σήμερα όλη τη διαδρομή σου -από τα πρώτα σενάρια μικρού μήκους μέχρι το LO – τι είναι αυτό που αναγνωρίζεις ως σταθερή εμμονή του συγγραφέα Μάριου Τσάγκαρη;
Η αλήθεια είναι πως δεν νιώθω συγγραφέας. Αν με ρωτήσει κάποιος «με τι ασχολείσαι;», θα απαντήσω αυθόρμητα «είμαι μουσικός, γράφω μουσική». Απλά κάποια στιγμή, αντί να συνθέτω τραγούδια και κομμάτια, άρχισα να συνθέτω σενάρια και θεατρικά έργα. Οπότε, σε ότι κείμενο έχω γράψει είναι πιο έντονο το στοιχείο της μορφής, του δομημένου υλικού, είτε αυτό είναι αφηγηματικό, είτε είναι ποιητικό. Νομίζω ότι είναι λιγότερο έντονο το στοιχείο του περιεχομένου, αν και δεν πιστεύω ότι αυτές οι δύο έννοιες έχουν αντιθετικό χαρακτήρα μέσα σε ένα έργο τέχνης, είναι μάλλον συμπληρωματικές. Για να το πω με απλά λόγια, νοιάζομαι μάλλον περισσότερο για το πώς θα πω κάτι παρά για το τι θα πω. Ωστόσο, διακρίνω μια σταθερή θεματική. Είναι η αυξανόμενη κατακρήμνιση της αξίας που λέγεται Άνθρωπος με άλφα κεφαλαίο.
Και μια τελευταία ερώτηση: αν δύο cyborg μπορούν να ονειρεύονται ελευθερία, τι λέει αυτό για εμάς που – θεωρητικά- είμαστε ακόμη άνθρωποι;
Ίσως ότι όσο απομακρυνόμαστε από την αληθινή μας φύση, τόσο περισσότερο ανελεύθεροι είμαστε. Ίσως ότι χάνοντας κάθε ελπίδα για το είδος μας, εναποθέτουμε κάθε μας προσδοκία σε οτιδήποτε άλλο, ακόμα και στις μηχανές. Η πραγματικότητα που ζούμε είναι αποκαρδιωτική γιατί καθημερινά απαξιώνεται και πιο πολύ ο άνθρωπος. Όσο συμβαίνει αυτό, τόσο θα αφήνουμε την τύχη του πλανήτη σε αιμοδιψείς σφαγιαστές και μισάνθρωπους νάρκισσους. Αλλά, επειδή εγώ προσωπικά αρνούμαι να κυλήσω στον μηδενισμό, διατηρώ την πίστη ότι μέσα σε αυτό το βαθύ σκοτάδι, μπορούμε ακόμα να ανακαλύψουμε ξανά μια αναμφισβήτητη αλήθεια: ότι το μόνο που έχουμε είναι ο ένας τον άλλον.