ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Θανάσης Καστανιώτης: «Οι άνθρωποι του βιβλίου είναι ό,τι καλύτερο υπάρχει στην νεοελληνική κοινωνία»

Οι εκδόσεις Καστανιώτη μπήκαν φέτος στον 51ο χρόνο τους και ο εκδότης τους επιμένει να έχει την ίδια αφέλεια και αγάπη απέναντι στο βιβλίο όπως όταν πρωτοξεκίνησε.
Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος/ FOSPHOTOS

«Εάν είσαι αφελής, όπως ήμουν εγώ πριν 50 χρόνια, σου φαίνονται όλα εύκολα.»

50 χρόνια και λίγοι μήνες, χιλιάδες τίτλοι βιβλίων από δεκάδες διαφορετικές κατηγορίες. Οι εκδόσεις Καστανιώτη πλέον αποτελούν ένα ζωντανό κομμάτι του ελληνικού πολιτισμού. Ο Θανάσης Καστανιώτης περιέγραψε στην Popaganda αυτή την πορεία. Από το 1968 όπου ήταν υπάλληλος στη Φωλιά του Βιβλίου μέχρι σήμερα που ανήκει πια στους πολύ μεγάλους του εκδοτικού χώρου. Η αγάπη του για το βιβλίο, για τους συγγραφείς, ακόμα και αυτούς που δεν εκδίδει, και η χαρά του διαβάσματος είναι τα στοιχεία που τον κάνουν και συνεχίζει σε μια χώρα που, αν και θεωρείται η γενέτειρα του δυτικού πολιτισμού, επιμένει να μην επενδύει σε αυτόν. 

Το πρώτο βιβλίο των εκδόσεων.

Γιατί δώσατε στον εκδοτικό οίκο το όνομα σας; Πως δεν το είπατε «η στέρνα» η κάτι πιο ποιητικό; Μάλλον δεν είχα καμία έμπνευση. Τι να σου πω; Ίσως επειδή εργαζόμουν στη Φωλιά του Βιβλίου, που είχε ο Κακουλίδης, ο οποίος είχε κάνει τις εκδόσεις Κακουλίδη. Μάλλον από εκεί παρασύρθηκα. Ούτε καν το θυμάμαι πως έγινε.

Πως ήταν τότε ο μικρός ανάμεσα στους μεγάλους; Σαν εκδοτικός οίκος. Δεν ήμουν ο μικρός, ήμουν ο ελάχιστος…

Είναι καλύτερο να είσαι τώρα ο μεγάλος ανάμεσα στους μικρούς; Όχι ούτε καν το σκέφτομαι. Εκείνη την περίοδο κυκλοφορούσαν μεγαθήρια εκδοτικά, Ατλαντίς, Ίκαρος, Γκοβόστης, Ι. Δ. Κολλάρος, Σιδέρης, Κέδρος. Εμένα βέβαια το εκδοτικό τοπίο που εκτιμούσα, συμπαθούσα και ακόμη εκτιμώ, ήταν ο Κέδρος της Νανάς Καλλιανέση. Αυτή έδωσε το ύφος και το ήθος σε όλους τους νεότερούς μας.

Με ποιον τρόπο; Με τη δουλειά της, με τη συμπεριφορά της γενικότερα. Ήταν ένας άνθρωπος προοδευτικός, μια γυναίκα η οποία είχε στην αγκαλιά της όλους τους λογοτέχνες, παλιούς και νέους, οι οποίοι παράλληλα της έκαναν και μεταφράσεις, της έδιναν συμβουλές.

Ήταν δύσκολο να βγάλεις βιβλίο τότε; Με την έννοια της διαδικασίας παραγωγής. Κοίταξε, εάν είσαι αφελής, όπως ήμουν εγώ, σου φαίνονται όλα εύκολα. Αλλά εκείνη την περίοδο δεν λογαριάζεις την παραγωγή, σκέφτεσαι, το ένα βιβλιαράκι, το μικρό που το κουμαντάρεις. Δηλαδή, έχεις φίλο που κάνει τις διορθώσεις, ξέρεις ένα μικρό τυπογραφείο που μπορεί να το δουλέψει, κάνεις μόνος σου τη μακέτα. Εσύ κάνεις τη λάντζα της παραγωγής, που δεν είναι και τίποτα το σπουδαίο, δηλαδή παρακολουθείς τον τυπογράφο. Όχι δε νομίζω ότι ήταν δύσκολο. Πιστεύω ότι οποιαδήποτε δουλειά και να κάνεις και ειδικά η εκδοτική δουλειά, θέλει αγάπη. Τίποτα δεν μπορεί να γίνει  εάν δεν το αγαπάς το βιβλίο, εάν δεν εκτιμάς τους συγγραφείς, εάν δεν αγαπάς τους ανθρώπους του βιβλίου, οι οποίοι κατ’ εμέ είναι ό,τι καλύτερο υπάρχει στη νεοελληνική κοινωνία. Οι άνθρωποι με πάθος για το βιβλίο δεν είναι και λίγο πράγμα. Κι αν δεν ήταν αυτοί δεν θα είχαμε βιβλία.

Δεν έχετε και άδικο.  Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ήταν μια περίοδος, που ή αυτοεξορίστηκαν ή εξορίστηκαν ή φυλακίστηκαν ή σιώπησαν. Δεν ήθελαν μεσούσης της χούντας να κυκλοφορήσουν βιβλία. Και ό,τι γινόταν ήταν μια μικροηρωϊκή πράξη πολιτισμού, μια αντίδραση.

Για τι τιράζ μιλάμε τότε; 2000 αντίτυπα.

Σήμερα υπάρχουν βιομηχανίες βιβλίου; Υπάρχουν, αλλά βιομηχανίες για τα ελληνικά δεδομένα, αν τις βάλουμε στην Ευρώπη είναι βιοτεχνίες και αν τις βάλουμε στην Αμερική είναι περίπτερα.

Ναι εντάξει είμαστε μικρή αγορά, ειδική γλώσσα… Ναι, είμαστε μικρή αγορά, μικρή γλώσσα, είμαστε ένα χωριό. Δηλαδή, λέμε «στην Αμερική κυκλοφορούν μεγάλα τιράζ», η Αμερική είναι ήπειρος, δεν είναι χώρα.

Ε, και οι Λατινοαμερικάνοι που είναι οι πρώτοι που… Η ισπανική γλώσσα είναι η δεύτερη γλώσσα στον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο που Ευρωπαίοι, Ιταλοί, Άγγλοι κτλ έχουν στήσει εκδοτικά ισπανόφωνα στη Γερμανία, για να καλύπτουν και τη Λατινική Αμερική.

Εσείς, όταν ξεκινούσατε, είχατε διαμορφώσει την ταυτότητα που θέλατε να έχει ο εκδοτικός, η είπατε γενικά λογοτεχνία και ό,τι άλλο σκεφτούμε πιο μετά; Εγώ θυμάμαι ότι όταν συζητούσαμε με τα παιδιά για τα πρώτα βιβλία που θα βγάζαμε κι επειδή έτρεμα οικονομικά, δεν είχα χρήματα όπως καταλαβαίνεις, κάποια στιγμή μου λέει ο Καραμήτσος «θέλουμε να κάνουμε βιβλία ή να βγάζουμε βιβλία γενικά; Θέλουμε να κάνουμε βιβλία που μας ενδιαφέρουν και μας αφορούν και πιστεύουμε πως είναι σπουδαία, χρήσιμα και αναγκαία;» Και αποφασίσαμε τότε ότι θα κάνουμε βιβλία που θα απευθύνονται σε έναν κόσμο σκεπτόμενο. Βέβαια ένα από τα πρώτα βιβλία που κυκλοφορήσαμε, το «Ηλεκτρονικός υπολογιστής και ανθρώπινος εγκέφαλος», ήταν έναν μάθημα στον Έλληνα, τι είναι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. Το οποίο βέβαια έχει λάθη. Να σκεφτείς, τέτοια άγνοια κινδύνου είχαμε, που στο εσώφυλλο είχαμε γράψει τον μισό τίτλο.

Πως έγινε αυτό; δεν το προσέξατε; Όλα γίνονταν σε μια παραζάλη.

Τον εκδοτικό τον είχατε παράλληλα ενώ δουλεύατε στη Φωλιά ή σταματήσατε; Όχι, παράλληλα. Από τη Φωλιά έφυγα το 1974 αλλά ήμουν τότε πια πολύ χαρούμενος που έβγαζα βιβλία για πράγματα που δεν ξέρουν οι Έλληνες.

Και πως πήγε; Είχε πάει καλά.

Πώς περνάτε στη λογοτεχνία;  Γνωρίζω την Έλλη Αλεξίου και της υπόσχομαι πάνω στον ενθουσιασμό μου πως θα της βγάλω τα Άπαντα.

Υπήρχε άγνοια κινδύνου. Άγνοια τελείως. Και όταν της λέω ότι θα σου βγάλω τα Άπαντα, είχε μια τέτοια βιβλιοθήκη παλιά και πάω μέσα και βλέπω βιβλία που είχε βγάλει στην Ελλάδα και στην Ουγγαρία όταν ήταν έξω. Η Έλλη Αλεξίου ήταν ένα πρόσωπο στη μεταπολίτευση πάρα πολύ κεντρικό στην πνευματική ζωή, γιατί είχε μια πλούσια προσωπική ιστορία, ήταν παντρεμένη με τον Βάσο Δασκαλάκη, ήταν φίλη με τον Μάρκο Αυγέρη, ήταν αδελφή της Γαλάτειας Καζαντζάκη, που ήταν παντρεμένη με τον Καζαντζάκη, ήταν φίλη με τον Καζαντζάκη και υπήρχε ένα κλίμα όπου όλοι διψούσαν για πληροφορίες. Μου έφερε ο Δημήτρης Αποστόλης ένα βιβλίο που είχε βγει το ’64 και μου το είχε χαρίσει η Έλλη Αλεξίου, με αφιέρωση το ΄82: «στον Καστανιώτη, που όπως αυτός λέει τον έκανα εκδότη και όπως εγώ λέω με έκανε συγγραφέα». Γιατί πραγματικά είχε χαθεί η ίδια από την αγορά και της ζητούσαν να μιλάει μόνο για τον Καζαντζάκη. Λοιπόν όταν βγήκε άρχισε μια πολύ σπουδαία καριέρα, ξεκινώντας από τα βιβλία που είχαν βγει στην Ελλάδα, το «Σκληροί αγώνες για μικρή ζωή» και μετά άρχισα να της εκδίδω όλα τα υπόλοιπα, το «Γ’ Χριστιανικόν Παρθεναγωγείον» που έγινε και σήριαλ και είχε μια πολύ μεγάλη αποδοχή.

Είδατε ας πούμε και μια ευκαιρία εκεί; Όχι, παιδί μου, άγνοια είχα. Αυτός, πιστεύω, ο θαυμασμός μου απέναντι στους δημιουργούς είναι που με έκανε εκδότη. Πήγα με αγάπη, με ιδέες, με σεβασμό, μάλιστα εκείνη μου έκανε και το τραπέζι. Ξέρεις τι είναι η Έλλη Αλεξίου να σου κάνει το τραπέζι 24 χρονών παιδί; Ήταν σημαντικές στιγμές για μένα. Μέσα από τα βιβλία έζησα το όνειρό μου.

Ακόμα; Το ίδιο, δεν σταματάει.

Με τους δημιουργούς είναι ακόμα η ίδια σχέση; Ή τώρα που είστε «κατεστημένο» έχει αλλάξει; Δεν σταματώ να τους εκτιμώ, ακόμα και τους ανθρώπους που μας φέρνουν αποτυχημένα χειρόγραφα. Και μόνο ότι έκατσαν μόνοι τους με χαρτί και με μολύβι και άρχισαν να γράφουν. Και θα σου πω και κάτι. Αν δεν υπήρχαν αυτοί, δεν θα είχα λόγο εγώ. Θυμάμαι κάποτε μου είχε ζητήσει μια εταιρεία επίπλων να μου δώσει 5 εκατομμύρια να με φωτογραφίσουν στα έπιπλά τους, για να πουν ότι και ο εκδότης Καστανιώτης…

Αγοράζει από εδώ. Δεν το έκανα, τους έστειλα έναν συγγραφέα, γιατί εγώ πιστεύω ότι για αυτούς εμείς υπάρχουμε.

Τους εκτιμάτε τους Έλληνες συγγραφείς πολύ; Οι περισσότεροι είναι διαμάντια. Δηλαδή έχουμε βγάλει πες, ξέρω ‘γω,  6500 τίτλους, πόσα μπορείς να απορρίψεις;

6.500 τίτλους  από Έλληνες; Όχι.

Α, συνολικά. 2.700 συγγραφείς που έχουμε δουλέψει τα βιβλία τους.

Τα έχετε διαβάσει όλα; Εννοείται, όχι. Δεν τα έχω διαβάσει γιατί όταν εκδίδεις  ένα βιβλίο για την ψυχανάλυση πρέπει να έχεις τα εφόδια για να το διαβάσεις. Αλλά το εκδίδουμε για αυτούς που τα έχουν ανάγκη. Εμείς στέλνουμε τα βιβλία σε διάφορες κοινωνικές ομάδες, για εργαλεία. Τα περισσότερα δοκιμιακά και επιστημονικά μας βιβλία έχουν επιλεγεί και για τα πανεπιστήμια, που δεν ήταν ο στόχος μας αυτός.

Γιατί δεν έχουμε σήμερα σούπερ σταρ συγγραφέα στην Ελλάδα; Η κοινωνία είναι αυτή που αναδεικνύει τους σούπερ σταρ. Ναι, δεν έχουμε κι αν υπάρχουν δυο η τρεις που βγαίνουν και μιλούν είναι για τα μίζερα πράγματα της νεοελληνικής κοινωνίας. Βέβαια να μην ξεχνάμε ότι η Γαλλία είναι μια χώρα που παράγει πολιτισμό, μια χώρα που νταντεύει τον πολιτισμό και υπάρχει λόγω του πολιτισμού. Όλα της τα προϊόντα γίνονται αποδεκτά γιατί είναι πολιτισμένη χώρα, όλες της οι βιομηχανίες και μάλιστα, αν το προσέξει κανείς, όλες οι μεγάλες βιομηχανίες που μιλάνε για καλλωπισμό είναι γαλλικές. Δηλαδή δεν μπορεί κανείς να πάρει κολόνια και να είναι ασιατική.

Η δεκαετία του ΄60, της Χούντας, δημιούργησε την ανάγκη και σπουδών και βιβλιοθήκης. Δηλαδή τα καινούρια σπίτια μετά την μεταπολίτευση προέβλεπαν και βιβλιοθήκη, άσχετα με το τι βιβλία θα έβαζαν μέσα. Αυτά είναι πολύ φρέσκα για μια χώρα όπως η Ελλάδα. 

Πάντως, μήπως φταίει και λίγο το γεγονός ότι ο χώρος που καταλαμβάνει όλος ο κόσμος του βιβλίου,ας πούμε, στα ελληνικά πράγματα των τεχνών, δεν είναι τόσος όσος αυτός που  κατέχουν  οι άλλες τέχνες; Δεν είχε τόσο χώρο για παράδειγμα στην ελληνική οικογένεια το βιβλίο όσο πιθανότατα μπορεί να είχε η μουσική. Η μουσική είναι πιο εύκολη, πιο εύληπτη, ενεργοποιεί συναισθήματα μέσα στα πέντε λεπτά του τραγουδιού, το βιβλίο πρέπει να το διαβάσεις όλο. Μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα δεν είχε ποτέ βιβλία, η Ελλάδα έχει λίγα χρόνια ζωής, όταν οι άλλοι είχαν βιβλία, εκπαίδευση και πανεπιστήμια εμείς δεν υπήρχαμε. Εμείς είχαμε τη Βιέννη, την Αλεξάνδρεια, την Οδησσό, την Κωνσταντινούπολη όπου κάποιοι ελληνιστές έκαναν παραγωγή βιβλίων. Τη δεκαετία του ’50 θα έλεγα, όλοι οι άνθρωποι, μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο, ρίχτηκαν να κάνουν καμιά δουλειά για να ζήσουν. Ο κανόνας ήταν μάθε τέχνη να δεις πώς θα φας. Η δεκαετία του ΄60, της Χούντας, δημιούργησε την ανάγκη και σπουδών και βιβλιοθήκης. Δηλαδή τα καινούρια σπίτια μετά την μεταπολίτευση προέβλεπαν και βιβλιοθήκη, άσχετα με το τι βιβλία θα έβαζαν μέσα. Αυτά είναι πολύ φρέσκα για μια χώρα. Και πάλι καλά που τα κατάφερε, ευτυχώς που υπήρξαν συγγραφείς και εκδότες και μεταφραστές και παιδιά, και νέοι και γέροι, που πέσαν με τα μούτρα στα βιβλία και βγήκαν πολλά καινούρια πράγματα. Βγήκαν και πολλά καινούρια βιβλία. Δηλαδή κάποτε είχαμε φτάσει να έχουμε 9.000 τίτλους το χρόνο. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα μιας δίψας από μια έλλειψη και η έλλειψη δεν ήταν μόνο της Χούντας ήταν και πριν. Πριν από τη χούντα διοικούσε η Εκκλησία και η Ασφάλεια.

«Πιστεύω ότι ο καθένας πρέπει να διαβάζει ό,τι μπορεί, και ότι ο καθένας πρέπει να μπορεί να διαβάζει Σαραμάγκου. Πρέπει να μπορείς να διαβάσεις Καμύ.»

Τι συνιστά επιτυχία στον εκδοτικό τομέα; Το να βγάζεις καλά βιβλία ή να βγάζεις μπαρούφες και να κερδίζεις; Στην μεταπολίτευση, υπήρχαν και διάφοροι που έβγαζαν διάφορες άχρηστες ιδέες, άχρηστες για τον τελικό αποδέκτη, οι οποίοι πλούτισαν. Εγκυκλοπαίδειες, βγήκανε τότε δέκα εγκυκλοπαίδειες, γέμισαν τον κόσμο. Οι εκδότες τους ήταν πετυχημένοι οικονομικά.

Ένας εκδοτικός οίκος με το δικό σας μέγεθος δεν πρέπει να βγάλει και ορισμένες μπαρούφες για να πουλήσει; Όχι, δεν πρέπει να βγάλει. Εγώ πιστεύω ότι τα καλά βιβλία πρέπει να τα κάνει ευπώλητα. Κι έχει γίνει αυτό, έχει συμβεί. Βέβαια όσο πιο ελαφρύ είναι το βιβλίο, τόσο περισσότερο πωλείται, αυτό είναι δεδομένο. Αλλά μπορείς να βγάλεις ελαφρύ βιβλίο και να μην είναι μπαρούφα.

Πώς το μαθαίνει όμως ο κόσμος το ελαφρύ βιβλίο, που το βρίσκει;  Την ελληνική κοινωνία αν τη βάλεις σε διάγραμμα και τη χωρίσεις σε μορφωτικά επίπεδα, θα δεις ότι στην κορυφή είναι οι λίγοι, στη μέση είναι αυτοί που έχουν στοιχεία να γίνουν καλοί αναγνώστες και από κάτω είναι ο απροστάτευτος κόσμος. Οι πρώτοι είναι απαιτητικοί. Θέλουν να είναι καλοτυπωμένο, να είναι ο συγγραφέας σωστός, πρέπει το κείμενο του συγγραφέα να είναι επιλεγμένο από τον εκδότη αυστηρά και να μη χάσει ο αναγνώστης τα λεφτά του. Ενώ από κάτω δεν τους νοιάζει τίποτα, δώσε τους μια ιστορία αντίστοιχη με  αυτές που βλέπουν στη τηλεόραση και θα το πάρουν. Αλλά και αυτοί οι άνθρωποι πιστεύω οι οποίοι επιλέγουν εύκολα αναγνώσματα κάποια στιγμή μπορεί να παρακινηθούν και να πάνε στη μεσαία κατηγορία. Μπορεί μπαινοβγαίνοντας στα βιβλιοπωλεία να συμβούν θαύματα. Πιστεύω ότι ο καθένας πρέπει να διαβάζει ό,τι μπορεί, και ότι ο καθένας πρέπει να μπορεί να διαβάζει Σαραμάγκου. Πρέπει να μπορείς να διαβάσεις Καμύ. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι άνθρωποι με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο φοβούνται. Τα θεωρούν όλα πολύ δύσκολα, τα θεωρούν βιβλία όχι για αυτούς. Για αυτό καταλήγουν σε βιβλία για αυτούς.

Φοβούνται θα τους πέσει βαρύ. Ναι.

Τα θεωρούν και ακριβά. Πάντα τα θεωρούσαν ακριβά.

Είναι ακριβό το βιβλίο στην Ελλάδα; Σε σχέση τώρα με την τσέπη του Έλληνα είναι ακριβό. Εμείς προσπαθούμε να έχουμε τις τιμές όσο το δυνατόν πιο χαμηλά.

Γιατί το ελληνικό κράτος δεν δίνει τα ίδια λεφτά για το βιβλίο όπως κάνει για τις υπόλοιπες τέχνες;  Είναι γιατί το κράτος δεν επενδύει στον πολιτισμό και προσπαθεί με διάφορα πασαλείμματα και φτηνοπράγματα να πει ότι κάνει πολιτισμό. Ο πολιτισμός θέλει χρήματα. Και αυτό δεν το ΄χουν. Δεν γίνεται, δεν μπορείς να λες πολιτιστική πρωτεύουσα την Αθήνα και να κάνεις ό,τι κάνουν κανονικά οι εκδότες από μόνοι τους στη διάρκεια της χρονιάς. Δηλαδή εκείνοι φέρνουν τους συγγραφείς και βάζεις εσύ από κάτω πολιτιστική πρωτεύουσα, ε,  δεν είναι έτσι, πρέπει να κάνεις μεγάλα πράγματα για να δικαιούσαι αυτόν τον τίτλο. Πρέπει ο κόσμος να καταλάβει ότι γίνεται κάτι σπουδαίο στην πόλη. Το καταλαβαίνεις εσύ πουθενά στην Αθήνα;

Πρέπει να στηθεί πάλι το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου; Εγώ θα έλεγα ότι πρέπει να έχουμε Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, εάν μπορεί να μας πει τι να κάνουμε. Θα κάνει εκθέσεις στο εξωτερικό, όπως παλιά γινόταν, το έκαναν οι εκδότες, η ομοσπονδία και ο σύλλογος; Θα το κάνει τώρα το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου; Τι άλλο θα κάνει; Για να καταλάβεις μπορώ να σου πω τι σημαίνει εθνικό κέντρο βιβλίου στη Γαλλία. Πας εσύ και λες, θέλω να βγάλω τα άπαντα του Παπαδιαμάντη, σχολιασμένα από αυτούς, οριστική έκδοση 30 τόμους, και θα μου στοιχίσει ένα εκατομμύριο ευρώ. Με το business plan που έχω κάνει θα βγω και θα έχω και κέρδος, αλλά το φοβάμαι. Λέει λοιπόν το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, θα πας σε αυτή την τράπεζα, θα πάρεις ένα δάνειο, με το business plan που θα μου φέρεις είπες ότι σε δυο χρόνια θα έχεις κάνει απόσβεση, αν σε δυο χρόνια δεν έχεις κάνει απόσβεση και μένει να οφείλεις στην τράπεζα θα τα καλύψω εγώ, αν έχεις κέρδος θα είμαστε όλοι ευχαριστημένοι.

Τόσο καλά. Είχαν δει στη Γαλλία ότι δεν κυκλοφορούν θεατρικά έργα νέων και καταξιωμένων συγγραφέων γιατί δεν έχει αγοραστική κίνηση. Έκαναν μια ανακοίνωση και ζήτησαν από όλους τους θεατρικούς συγγραφείς να πάνε τα νέα τους έργα. Έκαναν ένα διαγωνισμό και είπαν, θα κάνουμε 500-600 θεατρικά έργα, τόσες σελίδες, τόσα αντίτυπα και ζήτησαν προσφορές. Κέρδισε ένας εκδότης και τώρα υπάρχουν στην αγορά όλα τα θεατρικά έργα που έχουν γραφτεί. Αυτές είναι οι παρεμβάσεις.

Ποιος ήταν ο τίτλος σας που έχει πουλήσει πιο πολύ; Νομίζω ότι πρέπει να ήταν του  Φρέντυ Γερμανού, η Τερέζα. Οι Μάγισσες της Σμύρνης, η Πρόβα νυφικού, η Ζυράννα Ζατέλη, ο Παύλος Μάτεσις με τη Μητέρα του Σκύλου, δεν θυμάμαι τώρα νούμερα.

Το ξέρατε από πριν; Απρόβλεπτο εντελώς.

Τύχη; Κάτι γίνεται, αρέσει και πιάνει.

Τώρα δε μιλάμε πια για ίδιες ποσότητες; Όχι. Τώρα να σου πω. Και η Ιωάννα Καρυστιάνη. Τώρα η Ιωάννα Καρυστιάνη έδωσε μέσα σε δυο μήνες 12. 000 αντίτυπα και θεωρείται…

Μεγάλη επιτυχία. Ναι και έχει ακόμα, δεν σταματάει, αλλά δεν…

Ενώ ο Φρέντυ Γερμανός μιλάμε για 200.000 περίπου; Ναι. Μη νομίζεις, ορισμένα πουλάνε και 500 αντίτυπα. Το μεγάλο πρόβλημα στη βιβλιοεκδοτική παραγωγή είναι η διανομή, δηλαδή πρέπει το βιβλίο να φανεί. Αυτό είναι κάτι που έχει έξοδα και επιστροφές, έχει πρόβλημα. Αλλά πρέπει να φανεί.

Πότε ήταν – τώρα κάτι για να κλείσουμε, μη σας κουράσω άλλο – που νιώσατε εκδότης πρώτη φορά; Ακόμη έχω αμφιβολίες. Όταν ξεκίνησα και με ρωτούσαν τι κάνεις, έλεγα: ασχολούμαι με βιβλία, γενικά, ντρεπόμουν να πω εκδότης.

Είναι αυτό που ντρέπεσαι να πεις ότι ασχολείσαι με το βιβλίο γενικά στην Ελλάδα. Ναι, τώρα δεν ντρέπομαι, το λέω, αλλά όταν ήμουν μικρός, τι να πω τώρα, εκδότης, τι εκδότης; Το μοντέλο του εκδότη το είχα στο μυαλό μου και αυτό έκανα, δηλαδή έκανα πολυσυλλεκτικό κατάλογο, εκτός από ιατρικά κοινωνικά, γιατί ήθελα να στείλω βιβλία παντού, από τα παιδιά μέχρι τους επιστήμονες. Ε, τώρα λέω ότι είμαι εκδότης, τότε τι να πω;  Ότι βγάζω ένα βιβλίο και ξενυχτάω;

Πως αισθάνεστε; Εγώ αισθάνομαι πάντα σαν εκδότης. Να σου πω κάτι; Αν δεν αισθανόμουν ότι κάνω κάτι σημαντικό δε θα άντεχα τις δοκιμασίες. Ο εκδότης είναι ο μαέστρος της ιστορίας του βιβλίου, άλλος το γράφει, άλλος το επιμελείται, άλλος το τυπώνει, άλλος κάνει το εξώφυλλο. Παλιά τα έκανα όλα, τώρα η δουλειά είναι να σκεφτεί κάποιος καλά βιβλία, να σκεφτεί το αναγνωστικό του κοινό και να μπορεί να τα στείλει αξιοπρεπώς. Να είναι αξιοπρεπής και η συμπεριφορά του. Μπορεί να έχουν αντιρρήσεις κάποιοι για κάποιον τίτλο, ειδικά δε όταν πρωτοξεκίνησα με τα πολιτικά βιβλία, έβγαζες ένα βιβλίο εδαϊτη, σε έβριζαν οι κουκουέδες, έβγαζες έναν από το ΚΚΕ, σε έβριζαν οι εδαϊτες, τι τον έβγαλες αυτόν, δεν ντρέπεσαι; Αλλά εγώ πίστευα ότι έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα κι ας με βρίζανε.

Βιβλιοπωλεία υπάρχουν; Υπάρχουν. Τα καινούρια βιβλιοπωλεία που βγαίνουν από φρέσκους ανθρώπους με πολύ κέφι και που ξέρουν το βιβλίο πάνε καλά. Ευτυχώς που ανοίγουν γιατί κάποιες γειτονιές ζωντανεύουν έτσι. Και η έλλειψη της ενιαίας τιμής του βιβλίου ζημίωσε τα μικρά βιβλιοπωλεία, γιατί δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν μεγάλες εκπτώσεις και ταλαιπωρούνται.

Δείτε όλο τον κατάλογο των εκδόσεων Καστανιώτη εδώ. 
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.