ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Πρέπει να ζει κανείς ανάμεσα σε θαυματουργά πράγματα και πλάσματα, αν θέλει να κρατηθεί στη ζωή

Η Ελεωνόρα Σταθοπούλου, συγγραφέας και ηθοποιός, μιλάει για τους ήρωες του «Εις Ελευθερίαν», για τον αγαπημένο της βυθό και για τις βότκες στα Νούφαρα.
Φωτογραφίες:Δάφνη Ρόκου
Στον βυθό.

Στον βυθό.

Η Ελεωνόρα Σταθοπούλου, από τα πιο όμορφα πρόσωπα του ελληνικού θεάτρου, κινούνταν αθόρυβα πάντα με χάρη και ηρεμία όπως τα πλάσματα του βυθού, που τόσο αγαπά. Αφοσιώθηκε στο θεάτρο, αγάπησε την αγιογραφία, ζει με τη λογοτεχνία. Με αφορμή το νέο της βιβλίο Εις Ελευθερίαν, μια συλλογή διηγημάτων με ήρωες εύθραυστους και γνήσιους -δεν είναι τυχαίο ότι αφιερώνει το βιβλίο στον Βαγγέλη Γιακουμάκη- μίλησε στην Popaganda για τον τρόπο που διάλεξε να βλέπει και να ζει τα πράγματα.

stathopoulou3

Γεννήθηκα σε μια δημιουργική εποχή, τότε που οι μαστόροι ακόμα τραγούδαγαν στα γιαπιά. Όταν ο Θεοδωράκης πήρε το Μπιθικώτση από την οικοδομή, ήξερε ότι έπαιρνε τη φωνή της Ελλάδας. Ο Κουν, ο Τσαρούχης , ο Χατζιδάκις έκαναν το ίδιο. Αυτή η ταυτότητα αργότερα χάθηκε με το λαϊκισμό. Τα χρόνια της ευημερίας έβγαλαν στην επιφάνεια κάτι οθωμανικό, μαλθακό και βλακώδες. Οι ναργιλέδες ξαναεμφανίστηκαν στις πλατείες και κάθε ενδιαφέρουσα συζήτηση έπαψε στα καφενεία. Έτσι όταν ήρθαν οι Αλβανοί δεν καταλάβαμε ότι ήρθε κάτι απίστευτα ζωντανό στον τόπο μας. Ότι ήρθε η μουσική, ότι ήρθαν οι παλιοί  πετράδες. Οι πονηροί καλλιέργησαν τα ελαττώματα τους και τους έκαναν κλέφτες, ο Χατζιδάκις τούς πήρε στην Ορχήστρα των Χρωμάτων και τους έκανε σπουδαίους μουσικούς. Το θέμα είναι να πέσεις σε καλά χέρια. Εγώ είχα μεγάλη τύχη σ’ αυτό. Έπεσα σε χέρια που τούς χρωστάω τη ζωή μου. Στα 11 γνώρισα την Κατερίνα Κακούρη και μου μίλησε για το θέατρο. Έτσι, στα 12 είχα κιόλας μάθει την Αντιγόνη απ’ έξω. Μόλις όμως τη διδαχθήκαμε στο σχολείο, έμεινα μετεξεταστέα. Τα αρχαία μου έγιναν ξαφνικά μισητά όσο κι η φιλόλογος. Γι’ αυτό λέω, σημασία έχει πού θα πέσεις.

Μεταφέροντας μια εικόνα από το απέναντι νησάκι.

Μεταφέροντας μια εικόνα από το απέναντι νησάκι.

Το άλλο πρόσωπο που μου άλλαξε τη ζωή ήταν η Μαρίκα. Ήταν ένας χοντρός, σοβαρός κλόουν αυτή η γυναίκα. Μια σπάνια περίπτωση ανθρώπου που έκανε ακριβώς ό,τι έλεγε. Δεν μπορούσε δηλαδή να πιστεύει στην αριστερά και να έχει ιδιοκτησία. Όταν τη γνώρισα ζούσε σε ένα υπόγειο με δύο καφάσια για τα βιβλία, ένα πτυσσόμενο τραπεζάκι, ένα ράντζο και ένα δυνατό άρωμα που έφτανε μέχρι την είσοδο. Με έβαλε να διαβάσω Τσέχωφ, Ντοστογιέφσκι, Μάνσφηλντ, Γουλφ και εγώ που, χωρίς να ξέρω το γιατί, σπούδαζα γραφίστρια , έδωσα κρυφά απ’ τους δικούς μου εξετάσεις στον Κουν και πέρασα. Όταν μού είπαν τα αποτελέσματα , πήγα και μέθυσα μόνη στις 10 το πρωί με δύο βότκες απανωτές στα Νούφαρα. Έκλαιγα από ενθουσιασμό γιατί -όπως έγραψε κι η Μαρία Μήτσορα– «μόλις έβγαινα από ένα πένθιμο σύστημα».  Ξαφνικά είχα βρει τον εαυτό μου και δεν σκόπευα να τον χάσω με τίποτα. Ο Μπόρχες λέει «η ζωή κάθε ανθρώπου, άσχετα απ το πόσο μεγάλη ή μικρή μπορεί να είναι, αποτελείται ουσιαστικά από μια και μοναδική στιγμή. Τη στιγμή που ο άνθρωπος καταλαβαίνει ποιος είναι». Μεταξύ ανθρώπων που καταλαβαίνουν έστω και φευγαλέα ποιοι είναι , υπάρχει πάντα μια βαθιά κατανόηση. Σ’ αυτή την κατανόηση αποσκοπεί και η τέχνη.

Aν στο θέατρο έμαθα την υπερχείλιση, η κυρία Μάνια Καραϊτίδη μου δίδαξε την οικονομία. Διαβάζοντας το πρώτο κείμενο που της έδωσα επεσήμανε αμέσως πως φλυαρώ. Μου είπε για τον Μαρκ Τουαίην κι ένα γράμμα που έστειλε σε μια φίλη του. «Συγχωρέστε με, αλλά δεν είχα το χρόνο να κάνω αυτό το γράμμα πιο σύντομο», έγραφε. Από τότε συμπυκνώνω δέκα σελίδες σε μία. Όταν γράφω, το πάτωμα ασπρίζει μέχρι να μείνει στο τραπέζι ένα και μόνο χαρτί. Πολύ συχνά μπαίνω στον πειρασμό να το διαβάσω πριν κοιμηθώ. Είναι λάθος. Όσες φορές το έκανα έχασα τον ύπνο μου. Όλος αυτός ο μόχθος, τα πυρετώδη αισθήματα, η κατανάλωση τσιγάρων κι η φθορά των ματιών, αποδίδουν όταν τα στύβεις ένα ως επί το πλείστον άοσμο απόσταγμα. Ψάχνω στα πεταμένα χαρτιά μήπως βρω τίποτα καλύτερο, πιο θερμό, πιο έντονο και βρίσκω πράγματι μόνο φλυαρίες. Το ανεξέλεγκτο δεν λέει τίποτα. Το ελεγχόμενο επίσης. Σηκώνομαι να πιω νερό και στη κουζίνα έχω μια αφίσα με τα χρυσάνθεμα τού Βαν Γκόγκ. Τα κοιτάω και καταλαβαίνω. Ούτε το ανεξέλεγκτο, ούτε το ελεγχόμενο αλλά το ακριβές. Αυτό είναι που τα κάνει να λάμπουν.

stathopoulou1

Στην Σκύρο υπήρχε ένας Κομπογιάννης που ζωγράφιζε κεραμικά. Το πόδι του κρεμόταν από μια κλωστή. Το είχε δεμένο με κάτι επιδέσμους και τελικά απ’ αυτό πέθανε. Τα τελευταία χρόνια ζωγράφιζε πουλιά με μελάνη σαν γιαπωνέζικα. Ήταν τόσο καίριο που έμοιαζε αχειροποίητο. Πιστεύω πως δεν υπάρχουν μόνο θαυματουργές εικόνες αλλά και θαυματουργά κανάτια και θαυματουργά βιβλία και θαυματουργά τραγούδια. Πρέπει να ζει κανείς ανάμεσα σε θαυματουργά πράγματα και πλάσματα αν θέλει να κρατηθεί στη ζωή.

Πρέπει να ζούμε στην ομορφιά. Πρέπει όπως αναχαιτίσαμε την γενοκτονία των νεραντζιών και την ανάρτηση τού «εγώ» σε γιγαντιαίες πινακίδες, να αναχαιτίσουμε και την αποστείρωση στοών, στεκιών, υπογείων, καταγωγίων και μυθικών περιοχών όπως ο Βοτανικός. Εκεί τις Κυριακές αγοράζονται και πουλιούνται τα τελευταία θαυματουργά ξέφτια τού αιώνα. Μ’ αρέσει να αγοράζω παλιά εργαλεία. Εξ ίσου σπουδαία είναι όμως και τα παλιά τετράδια. Τα τετράδια αυτά αποτελούν τις αληθινές σελίδες της ιστορίας. Γι αυτό και πολλοί τα μαζεύουν. Ιδίως τώρα που οι μπουλντόζες προελαύνουν στον ορίζοντα και η Ιερή ελιά έγινε καυσόξυλο.

Αγαπώ το βυθό. Ο πρώτος μου έρωτας ήταν ο δύτης με το σκάφανδρο στο λιμάνι της Αίγινας. Υπάρχουν ψαράκια που ζουν μες στις μέδουσες κι όταν τις χάσουν προσκολλώνται στον άνθρωπο. Μπορεί να σε συνοδεύουν μισή ώρα και πλέον. Το ίδιο και τα μικρά χταπόδια.  Αν τα πιάσεις, γλιστρούν στο μπράτσο σου και μένουν εκεί χαλαρά, με τα μάτια κλειστά, επίσης για πολλή ώρα .

Όταν έπαιζα στο θέατρο αισθανόμουν πως κατέβαινα σε μια φωτισμένη πισίνα. Δεν μπορούσε να επέμβει κανείς. Το ίδιο και με το γράψιμο. Συγκεντρώνομαι μόνο στην απροσπέλαστη ησυχία τού βυθού. Είναι άλλο πράγμα ο βυθός κι άλλο η επιφάνεια. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι του βυθού μόλις ανασυρθούν στην επιφάνεια γίνονται νευρασθενικοί. Η επιφάνεια είναι cool. Σύμφωνα με τις επιταγές της τελευταίας εικοσαετίας ως και το νεανικό αίμα έχει μπει στην κατάψυξη με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Υπάρχουν ακόμα και ιαχές και κραυγές και υψωμένες γροθιές που είναι επίσης κατεψυγμένες.

Οι περισσότεροι άνθρωποι φοβούνται πως το αντίθετο τού cool είναι το γελοίος. Φοβούνται τη γελοιοποίηση παρότι αδιαφορούν για τη ντροπή. Πες κάποιον απατεώνα στις μέρες μας και θα μείνει ατάραχος. Όμως αυτός που χάνει την ψυχραιμία του θα κλάψει πικρά. Σε ανάλογες χρονικές περιόδους σπάνια συμβαίνουν ενδιαφέροντα πράγματα μια και κανείς δεν ενδιαφέρεται να συμβούν .

stathopoulou2

Ασχολήθηκα με την αγιογραφία γιατί όταν έβλεπα λαϊκές εικόνες σε εκκλησάκια ήθελα να τις κλέψω. Για να γλιτώσω απ’ τον πειρασμό έμαθα σιγά σιγά να τις ζωγραφίζω. Με τα χρόνια τα εκκλησάκια ερήμωσαν έτσι κι αλλιώς από άλλους και εγώ άρχισα να πηγαίνω εκεί τις δικές μου. Έτσι αυτός ο κύκλος αντί να κλείσει αρνητικά έκλεισε δημιουργικά και εγώ πέρασα τα πιο ευχάριστα χρόνια της ζωής μου.

 Ευχάριστα επίσης έκλεισε και ο κύκλος των σκουπιδιών. Αν τα συνθέσεις σωστά μπορείς να έχεις ένα αισθητικό αποτέλεσμα που να δίνει χαρά σε όλους. Συνέθεσα λοιπόν και εγώ ότι πετάει ο κόσμος κι ότι ξεβράζει η θάλασσα κι όταν τις νύχτες πέρναγα έξω απ’ τη γκαλερί που είχαν εκτεθεί και τα έβλεπα φωτισμένα, καταλάβαινα πως γέλαγαν πάνω απ τα μουστάκια τους .

Το ίδιο νομίζω ότι συμβαίνει και με τους ήρωες του «Εις Ελευθερίαν». Χαίρονται που τους βάζω φωτοστέφανο και εγώ αισθάνομαι άγρια χαρά που μπορώ και το κάνω.

Το βιβλίο της Ελεωνόρας Σταθοπούλου «Εις Ελευθερίαν» κυκλοφορεί από το «βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ».
9789600516388-1000-1101928
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.