

Η περίπτωση του ιδιοφυούς Χιλιανού συγγραφέα Ρομπέρτο Μπολάνιο (1953–2003) που έμελλε να αποκτήσει παγκόσμια φήμη ως μυθιστοριογράφος -αν και έγραψε, επίσης, διηγήματα, ποιήματα και δοκίμια- είναι μοναδική, αφού μέσα από όλα αυτά κατάφερε και συγχώνευσε τα πάντα: ποιητικές εξάρσεις, μυθοπλασία, αλληγορία, ειρωνικές παραπομπές, αυτο-υπονομεύσεις, ρητορικά σχήματα, την ποπ κουλτούρα – μεταξύ άλλων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το βιβλίο του «2666» στο οποίο τέσσερις παθιασμένοι καθηγητές της γερμανικής φιλολογίας αναζητούν τα ίχνη του Γερμανού συγγραφέα Μπένο φον Αρτσιμπόλντι. Την τελευταία φορά που έδωσε σημεία ζωής βρισκόταν σε μια πόλη στα σύνορα Μεξικού και Η.Π.Α., όπου εκατοντάδες γυναίκες είχαν βρεθεί άγρια δολοφονημένες. Ο Μπολάνιο αφηγείται την ιστορία της ζωής του Αρτσιμπόλντι και, ταυτόχρονα, καταγράφει με την ανατριχιαστική νηφαλιότητα κάποιας αστυνομικής αναφοράς, την αλληλουχία των φόνων.
Αναμφίβολα, ο Μπολάνιο ανήκει σε εκείνους τους συγγραφείς που χρησιμοποίησαν τα λογοτεχνικά είδη όχι για να τα υπηρετήσουν, αλλά για να τα υπονομεύσουν! Για παράδειγμα, η σχέση του με το αστυνομικό μυθιστόρημα, το μυστήριο και την ίντριγκα αν και βαθιά, είναι απολύτως αντισυμβατική: δεν τον ενδιαφέρει η λύση, η αποκατάσταση της τάξης ή η ηθική κάθαρση. Τον ενδιαφέρει πρωτίστως η αναζήτηση και όχι τόσο το αποτέλεσμα. Σε αυτό το σημείο συναντά –και ταυτόχρονα απομακρύνεται– από τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες.
Στο αριστούργημά του «Οι Άγριοι Ντετέκτιβ», ο Χιλιανός συγγραφέας υιοθετεί εξωτερικά τη γλώσσα του νουάρ με τη χρήση ντετέκτιβ, εξαφάνισης και αστυνομικής έρευνας. Ωστόσο, το μυστήριο δεν αφορά ένα έγκλημα αλλά μια ποιήτρια-φάντασμα, τη χαμένη πρωτοπορία, τη νεότητα που διαλύεται στον χρόνο. Η αφήγηση σπάει σε μαρτυρίες, φήμες, αποσπασματικές καταγραφές. Η έρευνα μοιάζει να μην οδηγεί πουθενά και ακριβώς γι’ αυτό γίνεται υπαρξιακή. Ο αναγνώστης μαθαίνει γρήγορα ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη λύση – μόνο διαρκής κίνηση.

Αμβέρσα
Μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις: Άγρα
Σελίδες: 119
Εδώ ο Μπολάνιο θυμίζει τον Μπόρχες, ιδιαίτερα τα ψευδο-αστυνομικά του διηγήματα (όπως το θαυμάσιο «Ο θάνατος και η πυξίδα», από τη συλλογή «Λαβύρινθοι») όπου η αναζήτηση της αλήθειας μετατρέπεται σε φιλοσοφικό λαβύρινθο. Μόνο που ο Μπόρχες, παραμένει αυστηρός και γεωμετρικός με το μυστήριο να είναι πάντα ένα διανοητικό παιχνίδι, ενώ στον Μπολάνιο η υπόθεση μοιάζει με έναν δισεπίλυτο γρίφο που προσιδιάζει στην πραγματικότητα.
Η υπόθεση και οι χαρακτήρες είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακοί, το ενδιαφέρον δεν χάνεται στιγμή, ο αναγνώστης γοητευμένος δεν νοιάζεται που η πλοκή δεν προχωράει γραμμικά, τον αφορά η κάθε μικρή ιστορία ξεχωριστά – πρόκειται για έναν βιβλιοφιλικό θρίαμβο με μία καταιγιστική παράθεση ονομάτων συγγραφέων και ποιητών και παράλληλα μια τρελή ιστορία που εκτείνεται από τη δεκαετία του ’20 έως το ’90. Και όλα αυτά, συνδέοντας το αστυνομικό μυθιστόρημα με την πολεμική μαρτυρία, την επιστημονική φαντασία και το ρεπορτάζ.
Ιδιαίτερα στο προαναφερθέν «2066», η σχέση του Μπολάνιο με το αστυνομικό μυθιστόρημα γίνεται ακόμη πιο πρωτότυπη. Οι εκατοντάδες δολοφονίες γυναικών, τα αρχεία, οι ιατροδικαστικές εκθέσεις, οι αστυνομικές έρευνες – όλα τα συστατικά υπάρχουν. Εκείνο που λείπει είναι η λύση. Το έγκλημα δεν παρουσιάζεται ως αίνιγμα, αλλά ως σύμπτωμα ενός παγκόσμιου συστήματος εξουσίας.
Εδώ ο Μπολάνιο πλησιάζει τον Τόμας Πίντσον: την παράνοια, τα αόρατα δίκτυα εξουσίας, την αίσθηση ότι πίσω από τα γεγονότα κρύβεται κάτι τεράστιο και απροσδιόριστο. Μόνο που στον Πίντσον, η συνωμοσία είναι ένα σύστημα σημείων που μάλλον εξηγείται αν αποκωδικοποιηθεί σωστά. Στον Μπολάνιο, το σύστημα δεν υπόσχεται καμία αποκάλυψη: Η αναζήτηση δεν οδηγεί στη γνώση, αλλά στη συνειδητοποίηση της αδυναμίας μας να κατανοήσουμε συνολικά, όσο κι αν προσπαθήσουμε διεξοδικά και μεθοδικά.
Άλλωστε, ο ίδιος βλέπει πάντοτε τη λογοτεχνία σαν έναν τρόπο αποκρυπτογράφησης ενός κόσμου που μοιάζει εκ φύσεως παράλογος και οποιαδήποτε απόπειρα ερμηνείας του, είναι -εξαρχής- καταδικασμένη. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, δεν σταματάει την προσπάθεια να επιχειρεί να κατανοήσει, να καταλάβει, να βρει τα ίχνη κάποιου νοήματος. Το αποτέλεσμα; Η δημιουργία ενός συγγραφικού σύμπαντος όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν και στο οποίο όταν υπεισέρχεσαι, ούτε θέλεις, ούτε μπορείς να βγεις. Παγιδεύεσαι μέσα σε αυτό, γοητεύεσαι, αφήνεσαι και απολαμβάνεις την μοναδική αυτή εμπειρία.
Όπως συμβαίνει και με το πρώτο μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Μπολάνιο «Αμβέρσα»: Γραμμένη στην Ισπανία το 1980, παρέμενε αδημοσίευτη για χρόνια και εκδόθηκε μόνο λίγους μήνες πριν από τον θάνατο του συγγραφέα. Ο ίδιος την περιέγραψε ως «αστυνομικό μυθιστόρημα, αν και μπορεί να μην της φαίνεται».
Στα όρια πεζογραφίας και ποίησης, η «Αμβέρσα» αποτελείται από 56 «αποσπάσματα», που μας μιλούν για καμπούρηδες, ναρκωτικά, πόρνες, ταινίες, συγγραφείς χωρίς λέξεις, δολοφονίες, δολοφόνους και δολοφονημένους. Σε αυτό το θρίλερ παρελαύνουν πτώματα μπάτσων, σαδομαζοχιστικές σκηνές, μεσογειακές παραλίες που σαρώνονται από τον φθινοπωρινό αέρα, έρημα κάμπινγκ, σαν αυτό όπου ένας λαθρομετανάστης Χιλιανός γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα!
Παραδέρνοντας μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας, μεταξύ ψυχικής υγείας και παράνοιας, ο αναγνώστης βρίσκεται πάνω από μια σκακιέρα που έχει όλα τα πιόνια αλλά καμία εγγύηση ότι θα βρει λύση. Το συγκεκριμένο έργο είναι ένα κομψοτέχνημα, μια προειδοποιητική έκρηξη που συμπυκνώνει τα στοιχεία εκείνα τα οποία θα ξεδιπλωθούν στα μεταγενέστερα βιβλία του Μπολάνιο, από τους «Άγριους ντετέκτιβ» και τη «Ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική».
Κατά τα άλλα, σε αυτό το μικρό αριστούργημα υπάρχουν όλα τα βασικά υλικά του αστυνομικού μυθιστορήματος: φόνος, αστυνομικοί, ύποπτοι, ίχνη, μια ατμόσφαιρα απειλής. Αυτό που απουσιάζει είναι η έρευνα με την κλασική έννοια. Δεν υπάρχει ντετέκτιβ που να συνδέει τα γεγονότα, ούτε η κλασική αφήγηση μυστηρίου που να υπόσχεται λύση. Το έγκλημα δεν είναι αίνιγμα προς επίλυση, αλλά κάτι που απλώς συμβαίνει και αφήνει πίσω του σιωπή.
Σε αυτό το έργο ο Μπολάνιο καταθέτει ευθύς εξαρχής το σκοτεινό του μανιφέστο: ένα αστυνομικό όπου η αναζήτηση προηγείται και τελικά ακυρώνει κάθε βεβαιότητα. Εδώ, ανατρέπεται ριζικά ο πυρήνας του αστυνομικού μυθιστορήματος: αντί η αφήγηση να προχωράει από το σκοτάδι στο φως, βυθίζεται όλο και περισσότερο σε ένα θραυσματικό παρόν: εκεί, δηλαδή, όπου οι λέξεις λειτουργούν σαν αποδεικτικά στοιχεία χωρίς φάκελο, χωρίς αρχείο. Και είναι τότε που ο αναγνώστης καλείται να παίξει τον ρόλο του ντετέκτιβ! Μόνο που σύντομα αντιλαμβάνεται, ότι δεν υπάρχει υπόθεση για να λυθεί…

Γκέντζι (τόμος 2)
Μετάφραση: Νίκος Πιτσίνος
Εκδόσεις: Νύμφη
Σελίδες: 244
Οι ερωτικές σχέσεις του Γκέντζι γίνονται πιο περίπλοκες και λιγότερο θριαμβευτικές. Οι γυναίκες δεν λειτουργούν πλέον μόνο ως αντικείμενα πόθου, αλλά ως φορείς συναισθηματικού βάθους, πόνου και σιωπηλής αξιοπρέπειας. Η Murasaki Shikibu καταγράφει με εξαιρετική λεπτότητα τις μεταπτώσεις της ψυχής: τη ζήλια, τη μετάνοια, την αίσθηση ότι η ομορφιά είναι πάντα παροδική. Παράλληλα, η ατμόσφαιρα της αυλής του Χεϊάν αποκτά έναν πιο στοχαστικό τόνο. Τα τελετουργικά, η ποίηση και η αισθητική τελειότητα συνυπάρχουν με την επίγνωση της φθοράς και της γλυκόπικρης συγκίνησης μπροστά στο εφήμερο. Αυτός ο δεύτερος τόμος του πρώτου ιαπωνικού μυθιστορήματος δεν επιταχύνει την πλοκή, την βαθαίνει. Πρόκειται για ένα κομψοτέχνημα εσωτερικής ωρίμανσης, όπου ο έρωτας παύει να είναι παιχνίδι και γίνεται καθρέφτης της ανθρώπινης ευθραυστότητας. Έτσι, το έργο επιβεβαιώνει τη θέση του όχι μόνο ως ιστορικό θεμέλιο του μυθιστορήματος, αλλά ως διαχρονικό στοχασμό πάνω στον χρόνο, την επιθυμία και την απώλεια. Αναμφίβολα, μία σπουδαία εκδοτική συνεισφορά στα ελληνικά γράμματα.

Ο έρωτας στο σινεμά
Εκδόσεις: Αιγόκερως
Σελίδες: 426
Το βιβλίο αυτό πραγματεύεται τη σχέση του κινηματογράφου με τον έρωτα, τις σχέσεις, τη σεξουαλικότητα και τον ερωτισμό. Πραγματεύεται τη νοηματοδότηση των θεμάτων αυτών μέσα στο αισθητικό φιλμικό σύνολο, την κινηματογραφική μορφή που παίρνουν αυτές οι σημασίες και την ιδιαίτερη αισθητική και το νόημά τους στο κινηματογραφικό σύμπαν, ανά ταινία και σκηνοθέτη. Επίσης, τη σκηνοθετική διάσταση των σχολιαζόμενων φιλμ. Το βιβλίο αποτελεί συμπληρωμένη με είκοσι δύο νέα κείμενα και αναθεωρημένη εκδοχή του βιβλίου που εκδόθηκε παλιότερα, το 2005. Το πρώτο μέρος είναι γενικό και θεωρητικό. Το δεύτερο ασχολείται με τους δημιουργούς στην Ευρώπη και την Ασία. Το τρίτο μέρος πραγματεύεται τη σκηνοθεσία του έρωτα στο αμερικανικό σινεμά. Το τέταρτο μέρος ασχολείται με τον έρωτα στον ελληνικό κινηματογράφο. Και, φυσικά, μπορούμε να διαβάσουμε ξεχωριστά όποιο ενδιάμεσο κεφάλαιο μας ενδιαφέρει, για έναν σκηνοθέτη ή για μία ομάδα ταινιών ή για ένα γενικό ή θεωρητικό θέμα του βιβλίου σε αυτόν τον πολύτιμο οδηγό για τους κάθε λογής σινεφίλ.
M. Coetzee
Η ελπίδα και άλλες ιστορίες
Μετάφραση: Χριστίνα Σωτηροπούλου
Εκδόσεις: Διόπτρα
Σελίδες: 128
Οκτώ ιστορίες γραμμένες με τη λιτή μαεστρία του νομπελίστα J. M. Coetzee. Πρόκειται για οκτώ αφηγήσεις που περιστρέφονται γύρω από θεμελιώδεις εμπειρίες: την αγάπη και τη φθορά της, τον θάνατο, τα γηρατειά, τη μοναξιά, αλλά και τη δύσκολη, συχνά επώδυνη σχέση μας με τους άλλους ανθρώπους, τα ζώα και τον κόσμο που μοιραζόμαστε. Σε ορισμένα διηγήματα, οι αφοσιωμένοι αναγνώστες του Κούτσι θα αναγνωρίσουν την εμβληματική μορφή της Ελίζαμπεθ Κοστέλο, μιας ηρωίδας που λειτουργεί λιγότερο ως χαρακτήρας και περισσότερο ως ηθική συνείδηση: μια φωνή που θέτει ερωτήματα χωρίς να προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Οι ιστορίες δεν επιδιώκουν να καθησυχάσουν: αντίθετα, μας αναστατώνουν, μας φέρνουν αντιμέτωπους με διλήμματα που ξεπερνούν το ατομικό και αγγίζουν το συλλογικό. Και, ακόμη, μια πράξη ερωτικής απιστίας, μια γυναίκα που διεκδικεί το δικαίωμα να γεράσει με τους δικούς της όρους, ένα σκυλί που γαβγίζει πίσω από μία καγκελόπορτα: μικρές, καθημερινές σκηνές που αποκτούν ηθικό βάρος. Κάθε διήγημα, μας επανατοποθετεί απέναντι στη δική μας πραγματικότητα, ενώ όλα μαζί μας καλούν να ξανασκεφτούμε τις συνέπειες των επιλογών μας, την ευθύνη της συνύπαρξης και την ικανότητά μας να κατανοούμε -ή την αδυναμία μας να κατανοήσουμε- τα άλλα πλάσματα.

Σιωπηλός μάρτυρας
Μετάφραση: Χρήστος Μπαρουξής
Εκδόσεις: Ψυχογιός
Σελίδες: 322
Ο θάνατος της ηλικιωμένης κυρίας Αραντέλ, αρχικά αποδίδεται σε ατύχημα. Σύντομα, όμως, ο δαιμόνιος ντετέκτιβ Ηρακλής Πουαρώ αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για φόνο και ότι υπάρχει ένας «σιωπηλός μάρτυρας» που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός στην εξιχνίαση της υπόθεσης. Η «Βασίλισσα του Εγκλήματος», Άγκαθα Κρίστι, παίζει δεξιοτεχνικά με τις προσδοκίες του αναγνώστη, μετατρέποντας ένα φαινομενικά ασήμαντο στοιχείο σε κλειδί της λύσης. Ο Πουαρώ, πιστός στη μέθοδό του, δεν βασίζεται στη σωματική δράση αλλά στην ψυχολογική παρατήρηση, στις λεπτομέρειες της συμπεριφοράς και στη λογική επεξεργασία των γεγονότων. Και, βέβαια, ο «Σιωπηλός μάρτυρας» παραμένει ένα κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα που συνδυάζει το χιούμορ, το σασπένς και την αφηγηματική αρτιότητα όπου τίποτα όμως δεν είναι όπως φαίνεται. Πάνω απ’ όλα, είναι ένα έργο που επιβεβαιώνει γιατί η Κρίστι παραμένει αξεπέραστη στην τέχνη της ανατροπής και της κομψής εξαπάτησης του αναγνώστη.

