Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
popaganda
popagandaΤΕΧΝΕΣ

Γιώργος Δρίβας: «Βρίσκω τρομερά ενδιαφέρον ένα έργο βασισμένο στην Τεχνητή Νοημοσύνη να προκαλεί σε τόσους θεατές συγκίνηση»

Μέσα στα λαβυρινθώδη υπόγεια του Μεγάρου Μουσικής, ο εικαστικός-σκηνοθέτης συνεργάζεται με την Τεχνητή Νοημοσύνη για να δώσει μια μουσική συμφωνία που προκαλεί σκέψεις και συναισθήματα, αποδίδοντας παράλληλα την παρούσα σχέση Ανθρώπου και ΑΙ.

«Είναι δυνατόν να έχω συγκινηθεί από ένα έργο που έχει δημιουργηθεί -κατά μεγάλο μέρος του- με τις οδηγίες της Τεχνητής Νοημοσύνης;» αναρωτιόμουν βγαίνοντας από την περιπατητική δράση του Γιώργου Δρίβα, «Συμφωνία 37: Προσωπογραφία ενός αλγόριθμου», στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, το προηγούμενο Σάββατο. Ήταν άλλωστε και η πρώτη μου ερώτηση στον καλλιτέχνη, μόλις τον συνάντησα στο φουαγιέ, λίγο αργότερα. «Μου το είπαν και άλλοι αυτό», μου απάντησε. «Να πω την αλήθεια, το ένιωσα κι εγώ!» Παράξενο μεν, πραγματικότητα δε, γιατί, για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, μπορεί τις οδηγίες για τη μουσική αυτή «συμφωνία» να τις έδωσε η ΤΝ (AI), όμως άνθρωποι με καρδιά και ψυχή έδωσαν σάρκα και οστά στη θεωρία της. Ίσως για αυτό νιώσαμε έτσι; Ποιος ξέρει…

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Γιώργος Δρίβας ασχολείται στην τέχνη του με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Πέρσι, σε συνεργασία μαζί της, παρουσίασε στο πανέμορφο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά την εξαιρετική περιπατητική δράση «Φάντασμα στη Μηχανή» («Ghost in the Machine») που ίσως ξαναδούμε, μετά την θερμή ανταπόκριση που εισέπραξε από το κοινό. Ήταν απόλαυση να “ταξιδεύεις” στο χώρο και τον χρόνο – από την κορφή, τον Θόλο, ως τα έγκατα του μοναδικού κτιρίου, κι από το παρελθόν στο μέλλον. Στο έργο του τότε ο Γιώργος Δρίβας παρακολουθούσε τα στάδια σκέψης και εξέλιξης της ΤΝ κι έψαχνε τα όρια της, ενώ η ίδια “μιλούσε” στους θεατές για τα επιτεύγματα και τη σημασία της εξέλιξής της.

Τώρα η ΤΝ τον καθοδηγεί να δημιουργήσει «μια μουσική συμφωνία», καθώς αυτό θα ήταν αν ήταν η ίδια μουσική, όπως απάντησε στην ερώτηση του καλλιτέχνη «Τι είδους μουσική θα ήσουν, αν ήσουν μουσική;». Αυτή τη φορά, ο θεατής παρακολουθεί βήμα βήμα την δημιουργία αυτής της συμφωνίας, μέσα στα λαβυρινθώδη υπόγεια ενός τεράστιου κτίσματος της σύγχρονης αρχιτεκτονικής που εγκαινιάστηκε στην τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα -το Μέγαρο Μουσικής δηλαδή: σε κρυφούς διαδρόμους, γκαράζ, αποθήκες σκηνικών, άδειες υγρές τσιμεντένιες αίθουσες… Χώρους που αλλάζουν χρήση και “πρόσωπο» με την εισβολή της Τέχνης, των αλλεπάλληλων παιχνιδιών φωτός και σκιών, των υπολογιστών, των μηνυμάτων που τρέχουν στις στημένες οθόνες, των μουσικών ήχων που χτυπάνε τους τοίχους τους. Ένας πιανίστας παίζει το λυρικό του κομμάτι κρυμμένος στο σκοτάδι, ανάμεσα σε πελώρια ξύλινα άλογα και άλλα κομμάτια θεάτρου. Ένα σαξόφωνο ζητά να το ακολουθήσουμε στο έρημο  γκαράζ ή στους μακριούς διαδρόμους. Ένας αφηγητής μας διηγείται όλη αυτήν την περιπέτεια δημιουργίας της συμφωνίας, μπροστά σε ένα αναλόγιο.

©Μαρία Τούλτσα

©Μαρία Τούλτσα

Κομμάτι κομμάτι το παζλ –η συμφωνία– συμπληρώνεται και καταλήγει στην αίθουσα δοκιμών μπαλέτου, όπου απογειώνεται από μία σύμπραξη οχτώ οργάνων –πιάνο, βιoλιά, βιολοντσέλο, βιόλα, κιθάρα, σαξόφωνο, κοντραμπάσο-, που προ(σ)καλούν τα συναισθήματα. Μέχρι να φθάσει εκεί, ο θεατής περπατώντας ή στεκούμενος αφουγκράζεται τη συνομιλία του καλλιτέχνη με την ΤΝ για τη δημιουργία της σύνθεσης, ακούει τα μουσικά κομμάτια που σιγά σιγά ξετυλίγονται, διαβάζει την ηλεκτρονική “αλληλογραφία” του Γιώργου Δρίβα με την ΤΝ, ανεβαίνει ορόφους, ακολουθεί μουσικούς –πάντα η πλάτη τους στο βλέμμα μας-, ανακαλύπτει τα σπλάχνα ενός κτιρίου με πρωτόγνωρο τρόπο, έτσι όπως δεν θα το φανταζόταν ποτέ. Και σκέπτεται, βεβαίως, πού οδηγεί όλο αυτό, τι νόημα μπορεί να έχει, πώς μπορεί να καταλήξει. Το αποτέλεσμα, ολόκληρη πλέον η ιδιότυπη μουσική αυτή συμφωνία, παρουσιάζεται ως “γενική πρόβα”, δηλαδή μια περίπου κανονική κατάσταση θέασης και ακρόασης -ένα βήμα πριν την «πρεμιέρα»-, σε έναν χώρο ζεστό, γεμάτο από το ανθρώπινο στοιχείο, μια αίθουσα δοκιμών χορού. Απολαυστικό και συγκινητικό. Από τη μια σε κάνει “συνένοχο”, καθώς έχεις παρακολουθήσει όλα τα στάδια εξέλιξης. Από την άλλη διατηρεί το μυστήριο, καθώς οι μουσικοί με τα εκκεντρικά κοστούμια παραμένουν με την πλάτη στο κοινό, και μόνο ο καθρέφτης της αίθουσας μπορεί ίσως να τους αποκαλύψει.

©Μαρία Τούλτσα

Ο εικαστικός και σκηνοθέτης αναπτύσσει τη νέα περιπατητική δράση του «Συμφωνία 37: Προσωπογραφία ενός αλγόριθμου», σε επιμέλεια Άννας Καφέτση, στο πλαίσιο του εικαστικού προγράμματος του annexM, το οποίο λειτουργεί υπό τη διεύθυνσή της ως πειραματικό εικαστικό και επιμελητικό πρότζεκτ στο Μέγαρο Μουσικής, προωθώντας συνέργειες μουσικής και εικαστικών τεχνών σε μη συμβατικούς, εναλλακτικούς χώρους.

Δημιουργός που από τις αρχές του αιώνα έδειξε το πρωτοποριακό του πνεύμα, ο Γιώργος Δρίβας έδεσε καθοριστικά τα εικαστικά με τον κινηματογράφο και την video art-, ταξιδεύοντας την τέχνη του στον κόσμο από το Βερολίνο μέχρι τη Νέα Υόρκη, κι από την Ταϊβάν μέχρι τη Λιθουανία, μαθαίνοντας, ζώντας και παίρνοντας μέρος ο ίδιος ταυτόχρονα, σε όλες τις πειραματικές τάσεις και κατευθύνσεις. Ενώ το 2017, παρουσίασε στη Μπιενάλε Τέχνης της Βενετίας το «Εργαστήριο Διλημμάτων», μια εντυπωσιακή, λαβυρινθώδη, βασισμένη στις «Ικέτιδες» του Αισχύλου, οπτικοακουστική εγκατάσταση -σε επιμέλεια Ορέστη Ανδρεαδάκη-, που έδωσε την κορύφωση στο μέχρι τότε ξεχωριστό κεφάλαιο της τέχνης του, πριν συνεχίσει σε νέα μονοπάτια.

Ο ανοιχτός ή κλειστός χώρος που παίρνει άλλη διάσταση πέρα από εκείνη για την οποία  προορίζεται, είναι κάτι που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τον καλλιτέχνη. Installations και δράσεις σε μέρη όπως ο κήπος του Μεγάρου, η πλατεία Κοτζιά, οι Δελφοί ή εμβληματικά κτίρια, σφραγίζουν την τέχνη του την τελευταία δεκαετία. Η δράση στο Μέγαρο ολοκληρώνεται τέλη Φεβρουαρίου, ενώ η νέα του δουλειά θα κάνει πρεμιέρα το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ Αθηνών. Παράλληλα, ένα έργο του θα παρουσιαστεί στην Εθνική Πινακοθήκη, στο τμήμα σύγχρονης τέχνης που θα εγκαινιαστεί την άνοιξη, ενώ άλλα έργα του κοσμούν μόνιμα τη συλλογή του ΕΜΣΤ.

Τα έργα του Γιώργου Δρίβα είναι ιδιαίτερα, πρωτοποριακά, βασισμένα σε βαθιά έρευνα, με το βλέμμα στο αύριο. Αλλά αν θα ήθελα να τους προσδώσω κάτι πραγματικά ξεχωριστό, θα έλεγα ότι καταφέρνει πάντα, με έναν μαγικό τρόπο, ακόμη και μέσα από την ψυχρότητα ενός κομπιούτερ, μιας μινιμαλιστικής ταινίας, μιας φουτουριστικής αρχιτεκτονικής φόρμας ή μιας βαθιάς συνομιλίας με την άψυχη ΤΝ -και τελικά μιας συνδημιουργίας μαζί της-, να κάνει τον θεατή να νιώσει, έντονα, το ανθρώπινο στοιχείο.

Βγαίνοντας από το Μέγαρο στη θορυβώδη και πολύχρωμη λεωφόρο Β. Σοφίας, σε έναν κόσμο διαφορετικό από ότι είχα μόλις βιώσει, σκέφθηκα ότι, εφόσον ο καλλιτέχνης δημιούργησε ένα έργο συνομιλώντας με την ΤΝ, θα είχε ενδιαφέρον να συνεργαστώ κι εγώ μαζί της για τη συνομιλία μου μαζί του. Ζήτησα λοιπόν να γράψει κάποιες ερωτήσεις που θα ήθελε να κάνει στον δημιουργό. Έγραψε πολλές, αν και την προειδοποίησα ότι δεν υπάρχει χώρος για τόσες. Όπως και να έχει, επέλεξα όσες, κατά τη γνώμη μου, είχαν περισσότερο ενδιαφέρον και τις έδωσα, με τις δικές μου, στον Γιώργο Δρίβα. Ομολογώ, ένιωσα ανακούφιση όταν μου είπε χαμογελαστός ότι οι δικές μου του άρεσαν καλύτερα. «Δεν ξέρω τι θα γίνει σε πέντε χρόνια, αλλά προς το παρόν…», σκέφθηκε η θνητή, κενόδοξη ανθρώπινη φύση μου. Παράλληλα, η απόκριση του δημιουργού επιβεβαίωσε εκείνο που ξέρω για εκείνον από τα πρώτα του βήματα: ότι σε κάθε του έργο, συνειδητά ή ασυνείδητα, προκαλεί την ανθρώπινη σκέψη και τις αισθήσεις.

Ο Γιώργος Δρίβας ©Μαρία Τούλτσα

Τι προτείνει το νέο σου έργο «Συμφωνία 37: Προσωπογραφία ενός αλγόριθμου», στο σήμερα για το αύριο;

H Συμφωνία 37 είναι μια συμφωνία που έχει γραφτεί υπό την πλήρη μουσική και σκηνοθετική καθοδήγηση της Τεχνητής Νοημοσύνης και παρουσιάζεται ζωντανά σε διάφορους –άγνωστους στο κοινό- χώρους του Μεγάρου. Προέκυψε ως ιδέα, μετά από την πρόσκληση της διευθύντριας του annex M και επιμελήτριας του έργου, Άννας Καφέτση, να είμαι ο resident artist του 2025 στο Μέγαρο και να δημιουργήσω και να εκθέσω ένα έργο στους χώρους του, με άμεση αναφορά στη μουσική.  Κατ’ αρχήν σκοπός μου ήταν να αντιστρέψω τους όρους με τους οποίους συνήθως αλληλεπιδρούμε με την ΑΙ και να την προ(σ)καλεσω να μου  παράσχει πλήρεις και ακριβείς οδηγίες προκειμένου να συνθέσω και να εκτελέσω εγώ την μουσική και κατ’ επέκταση το συνολικό έργο που εκείνη θα ήθελε. Το αντίθετο δηλαδή από αυτό που συμβαίνει σήμερα, όπου της ζητείται να δημιουργήσει κάτι σύμφωνα με τα γούστα και την καθοδήγησή μας. Στόχος μου είναι φυσικά και η δοκιμή νέων τρόπων εικαστικής παραγωγής αλλά και έκθεσής της και κατ’ επέκταση πρόσληψής της από το εκάστοτε κοινό. Η δράση στοχεύει στο να προτείνει μια διαφορετική εμπειρία θέασης, αλλά και να προκαλέσει μια συζήτηση για τα όρια της Τεχνητής Νοημοσύνης, τα ζητήματα που ανακαλεί αλλά και τις πιθανότητες που ανοίγονται όχι μόνο σε σχέση με την αυτονομία της αλλά και σε σχέση με την πιθανή συνεργασία της με τον άνθρωπο.

Στον τίτλο, ο αριθμός 37 προέρχεται από την θρυλική κίνηση 37 της ΤΝ στο παιχνίδι Go εναντίον του παγκόσμιου πρωταθλητή -όπου φαντάζομαι νίκησε η ΤΝ… Τι θέλησες να δηλώσεις επιλέγοντας τον συγκεκριμένο αριθμό ως τίτλο της Συμφωνίας; Επίσης, μπορεί ένας αλγόριθμος να έχει προσωπογραφία; Τι εννοείς με αυτό το δεύτερο σκέλος του τίτλου;

Ναι, το μοντέλο ΑΙ που έπαιζε ενάντια στον πρωταθλητή, νίκησε. Η κίνηση 37 ήταν μια κίνηση που οι περισσότεροι κορυφαίοι παίκτες και σχολιαστές που παρακολουθούσαν το παιχνίδι δεν κατάλαβαν καθόλου ή πίστεψαν αρχικά ότι ήταν σφάλμα, ενώ αποδείχθηκε απολύτως σωστή. Ο τίτλος του έργου μου, δείχνει ταυτόχρονα μια ανησυχία μου αλλά και ένα τεράστιο ενδιαφέρον για το τι θα γίνει αν σταματήσουμε να καταλαβαίνουμε το πώς και το γιατί η ΑΙ λειτουργεί όπως λειτουργεί. Ακόμη και αν παράγει άριστα αποτελέσματα, το ζήτημα που θα ανακύψει στο μέλλον είναι τι κάνουμε όταν δεν την καταλαβαίνουμε. Κάτι που παρεμπιπτόντως να πω ότι συνέβη και σε εμένα κάποια στιγμή καθώς δημιουργούσα το έργο μαζί της. Δεν καταλάβαινα ακριβώς πού πηγαίνουμε μουσικά και πώς θα καταλήξει όλο αυτό. Απλώς την εμπιστεύτηκα και την ακολούθησα όσο γίνεται πιο πιστά. Το δεύτερο σκέλος του τίτλου «Προσωπογραφία ενός αλγόριθμου» βασίζεται στην αρχική ερώτηση που της απηύθυνα για το «τι θα ήταν αν ήταν μουσική». Ουσιαστικά την προκαλούσα να φανταστεί τον εαυτό της ως μουσική και κατ’ επέκταση αρχίσαμε να χτίζουμε μαζί το μουσικό της πορτρέτο.

Και σου απάντησε λοιπόν «μια μουσική συμφωνία», δίνοντας κατευθύνσεις να την δημιουργήσεις. Αν σου έκανε εσένα κάποιος την ερώτηση «Τι είδους μουσική θα ήσουν, αν ήσουν μουσική;» τι θα απαντούσες;

Θα μου άρεσε να είμαι κάτι που θα ήταν μουσικά και ακουστικά κάπως αναπάντεχο και αταξινόμητο. Να μην ξέρει κανείς πού ακριβώς ανήκω όπως και τι ακριβώς θα συμβεί στο επόμενο λεπτό του κάθε έργου μου. Παρεμπιπτόντως να πω ότι πιστεύω ότι αυτό ισχύει εν μέρει στην Συμφωνία 37 και κατ’ επέκταση ελπίζω ότι ως ένα βαθμό ισχύει για όλα μου το έργα.

Αντί να πεις στην ΤΝ να φτιάξει μουσική, της ζήτησες να σε καθοδηγήσει για να φτιάξεις εσύ μουσική. Πόσο δύσκολο ήταν αυτό; Χρειάστηκε ιδιαίτερος χειρισμός της ΤΝ για να φθάσεις στο ποθητό αποτέλεσμα; Τελικά, σε αυτήν την σχέση και αλληλεπίδραση (interaction) ήταν ο Άνθρωπος που διαχειριζόταν την Μηχανή ή η Μηχανή που έφτασε να διαχειριστεί τον Άνθρωπο;

Η ιδέα όπως είπα ήταν να ακολουθήσω πιστά τις οδηγίες της και ουσιαστικά να αντιστρέψω το γνωστό επιχείρημα ότι η ΑΙ είναι εργαλείο μας. Ήθελα να κάνω εμένα το εργαλείο της.  Έτσι λοιπόν την παρότρυνα να είναι όσο γίνεται πιο σαφής και συγκεκριμένη στις επιθυμίες της. Αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο καθώς πολλές φορές ήταν ασαφής, αντιφατική και δεν μπορούσε να μου δώσει παρτιτούρες. Εκείνο που έκανα στην αρχή ήταν να αποκρυσταλλώνω όσο γίνεται πιο αναλυτικές μουσικές και σκηνοθετικές οδηγίες της, να τις «κλειδώνω» μαζί της και να προχωράμε.  Σε αυτήν την διαδικασία κομβικό ρόλο έπαιξε και η στενή μου συνεργάτης, μουσικός και συνθέτρια Μελίνα Παξινού. Σιγά-σιγά αρχίσαμε να ξεκαθαρίζουμε μουσικά στοιχεία και χαρακτηριστικά που βλέπαμε να αναφέρονται ξανά και ξανά από την ΑΙ όπως π.χ. ενορχήστρωση, μέρη, διάρκειες, ύφος, πιθανό λιμπρέτο, συνολική δομή, αλλά και τι παίζει κάθε όργανο, πώς ακούγεται κλπ. Στην πορεία και αφού άρχισε το έργο να παίρνει μια μορφή όχι μόνο σε σχέση με την μουσική αλλά και σε σχέση με την οπτικοποίηση και την παρουσίασή  του στους διάφορους χώρους του Μεγάρου, υπήρχε μια όλο και μεγαλύτερη ευκολία στην επικοινωνία με τα μοντέλα ΑΙ. Οι μουσικές τους προτάσεις γίνονταν όλο και πιο κατανοητές και μπορούσαμε όλο και πιο εύκολα να τις αναπαράγουμε. Νομίζω ότι δημιουργήθηκε ανάμεσά μας κάτι αναπόφευκτο. Ένα υβρίδιο ανθρώπου και ΑΙ μέσω μιας νέας κοινής γλώσσας ή κώδικα επικοινωνίας.

Ολοκληρώσατε τελικά την μουσική ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες της, φτάνοντας μάλιστα σε ένα αποτέλεσμα -ένα έργο δηλαδή, που στην κορύφωσή του δημιουργεί στο κοινό συγκίνηση. Το περίμενες αυτό;

Όχι δεν το περίμενα και ούτε καν είχα σκεφτεί τι θα ήθελα να προκαλεί όλο αυτό. Το βασικό ζητούμενο ήταν να μείνω πιστός στην αρχική συνθήκη και να μεταφέρω όσο γίνεται πιο πιστά αυτό που θα ήθελε η ΑΙ. Αυτό ήταν μέσα στην συζήτησή μου και με την συνεργάτιδα μου συνθέτρια Μελίνα Παξινού, σε καθημερινή βάση. Η πρώτη μου αίσθηση, όταν άκουσα το έργο ολόκληρο για πρώτη φορά ως τελικό αρχείο, ήταν μια μουσική πάλη του κλασικού με το σύγχρονο -κάτι που μου είχε πει η ΑΙ από την αρχή ότι ήθελε και μου είπε ότι το αισθάνθηκε και η συνεργάτιδά μου στην καλλιτεχνική διεύθυνση, Έφη Γούση, όταν το πρωτοάκουσε. Η αλήθεια είναι ότι αργότερα, όταν το άκουσα  για πρώτη φορά ζωντανά στην πρώτη μας πρόβα στο Μέγαρο, συγκινήθηκα κι εγώ. Και βρίσκω τρομερά ενδιαφέρον ότι ένα έργο που έχει βασιστεί τόσο πολύ στην χρήση ΑΙ προκαλεί σε τόσους πολλούς θεατές συγκίνηση. Είναι κάτι που δεν δείχνει μόνο τι μπορεί να είναι η ΑΙ αλλά και τι σημαίνει το να είμαστε άνθρωποι.

©Μαρία Τούλτσα

©Μαρία Τούλτσα

Ξεκίνησες την διαδρομή σου στις αρχές του αιώνα, επιχειρώντας και πετυχαίνοντας να συνδέσεις τα εικαστικά με τον κινηματογράφο και την video art, μέσα από έργα πρωτοποριακά για την εποχή τους και ακόμη σήμερα. Τώρα, στα τελευταία έργα σου επιχειρείς να συνδέσεις την ανθρώπινη τέχνη με αυτήν που δημιουργείται από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Οπότε ξεκάθαρα δέχεσαι ότι η ΤΝ “γεννά” τέχνη;

Οτιδήποτε «γεννά» τέχνη. Δεν υπάρχει κανένας λόγος διαφωνίας επ’ αυτού. Το αν βέβαια οτιδήποτε «γεννά» ωραία και σημαντική τέχνη είναι μια άλλη συζήτηση. Και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τα γούστα μας αλλά και με μια σειρά από κοινωνικά, αισθητικά και ιστορικά κριτήρια.

Είναι το δεύτερο έργο που κάνεις σε συνεργασία με την AI. Από πού ξεκίνησε το ενδιαφέρον σου, τι σου έδωσε την αφορμή να μπεις σε αυτόν τον δρόμο; Όταν ξεκίνησες, πίστευες ότι θα έχεις αυτά τα αποτελέσματα; Ότι δηλαδή η ΑΙ θα μπορούσε να συνεργαστεί τόσο ώριμα και βαθιά με έναν καλλιτέχνη ώστε να φθάσουν να δώσουν από κοινού ένα έργο;

Όταν ξεκίνησα το πρώτο αλλά και αυτό το δεύτερο έργο σε συνεργασία με την ΑΙ δεν είχα ιδέα τι με περίμενε. Είχα ένα τεράστιο ενδιαφέρον και ίσως έναν μικρό ενθουσιασμό για το άγνωστο στο οποίο βάδιζα. Και στις δυο περιπτώσεις η πορεία της δημιουργίας αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολη απ’ όσο την φανταζόμουν. Και στις δυο περιπτώσεις έφτασα να αρχίσω να ανησυχώ ότι δεν θα ολοκληρωθεί τίποτα και ότι η ιδέα θα καταρρεύσει. Θα έλεγα ότι η ΑΙ είναι στην παρούσα φάση σαν ένα μικρό παιδί. Και έχει την αντίστοιχη ωριμότητα και ανωριμότητα. Έχει εξαιρετικά θετικά στοιχεία και πολλά αρνητικά. Σίγουρα δεν είναι πανάκεια ή η μαγική λύση για όλα.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση και η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισες στήνοντας το έργο στους δαιδαλώδεις υπόγειους χώρους του Μεγάρου;

Από πρακτικής απόψεως ήταν το γεγονός ότι έστηνα το έργο σε επτά διαφορετικούς χώρους του Μεγάρου, όχι απαραίτητα κοντά ο ένας με τον άλλο και με αρκετά δαιδαλώδεις συνδέσεις όπως λες, στις οποίες πολλές φορές, στην αρχή της παραγωγής, χανόμουν κι εγώ. Από αισθητικής απόψεως η πρόκληση ήταν να δημιουργήσω μια ενιαία ατμόσφαιρα και αφήγηση που να μην χάνεται καθώς το κοινό περπατά από τον ένα χώρο στον άλλο. Δεν πρόκειται για πολλά διαφορετικά έργα αλλά για ένα έργο μοιρασμένο σε πολλά μέρη.

©Μαρία Τούλτσα

©Μαρία Τούλτσα

Οι ερωτήσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης:

Με ποιον τρόπο το έργο σχολιάζει τη σχέση ανθρώπου και τεχνητής νοημοσύνης σήμερα;

Θα έλεγα ότι το έργο δεν σχολιάζει τη σχέση ανθρώπου και τεχνητής νοημοσύνης σήμερα, αλλά είναι η σχέση ανθρώπου και τεχνητής νοημοσύνης σήμερα. Αυτό θεματοποιείται και μέσα στο έργο, όπου μεταξύ άλλων ακούμε κομμάτια από τις συζητήσεις μου (chat) με τα  μοντέλα, σε απαγγελία από τον ηθοποιό Πάνη Καλοφωλιά. Το έργο παρουσιάζει την συνάντηση δυο οντοτήτων καθώς και το τελικό αποτέλεσμα αυτής της συνάντησης. Παρουσιάζει το σημείο που τα όρια μεταξύ μας καταρρέουν και δεν ξέρουμε πια ποιος επηρεάζει ποιον. Και για να χρησιμοποιήσω μια φράση του ΑΙ που ακούγεται και στη δράση:«Δεν βρήκαμε έναν κοινό κώδικα, γίναμε ένας κοινός κώδικας»

Το έργο εκφράζει περισσότερο ανησυχία, κριτική ή ουδετερότητα απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη;

Όλα μαζί. Δεν μπορούμε να βλέπουμε τα πράγματα με έναν τρόπο, ως μόνο καλά ή μόνο κακά. Το τι θα είναι η ΑΙ εξαρτάται από εμάς. Από τα όρια που θα βάλουμε (ή δεν θα βάλουμε), την νομοθεσία, την εισχώρηση που θα της επιτρέψουμε στην καθημερινότητα ή/και την κοινωνική μας οργάνωση, το βαθμό στον οποίο θα την εμπιστευτούμε κλπ. Κάτι που έτσι κι αλλιώς κάνουμε ή θα έπρεπε να κάνουμε για οτιδήποτε μας επηρεάζει ως ανθρώπους και κοινωνίες.

Ποιο ρόλο παίζει ο άνθρωπος μέσα σε ένα σύστημα που φαίνεται να αυτονομείται;

Αυτό είναι κάτι που με ανησυχεί και το είπα λίγο και προηγουμένως. Τι θα γίνει όταν η ΑΙ αυτονομηθεί? Και δεν εννοώ απαραίτητα διάφορα σκοτεινά σενάρια αυτονόμησης των ρομπότ που μας κυνηγούν, αλλά πολύ απλά τι θα γίνει αν ένα ΑΙ σύστημα που καλύπτει μια κοινωνική ή και προσωπική μας ανάγκη λειτουργεί σωστά αλλά με έναν τρόπο που ενδεχομένως να αδυνατούμε (πια) να κατανοήσουμε. Τι θα μπορούμε και τι θα οφείλουμε να κάνουμε τότε?

Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από την αίθουσα; Ένα ερώτημα, μια ανησυχία ή μια νέα οπτική;

Όλα θα έλεγα. Κυρίως να πάρει μαζί του σκέψεις. Και κρίνοντας από τις αντιδράσεις που εισπράττω, παίρνει σκέψεις μαζί με συναισθήματα. Μου είναι υπεραρκετό.

 

«Συμφωνία 37 – Το πορτρέτο ενός αλγόριθμου» (Symphony 37 – The Portrait of an Algorithm“) του Γιώργου Δρίβα
Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Διάρκεια: Κάθε Σάββατο έως τις 28 Φεβρουαρίου | ώρες 19.00 και 21.00

Συντελεστές

Σενάριο – σκηνοθεσία: Γιώργος Δρίβας | Επιμέλεια έκθεσης: Άννα Καφέτση | Δημιουργική ανάπτυξη ιδέας & μουσικής: Μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης | Μουσική σύνθεση – ενορχήστρωση: Μελίνα Παξινού | Σύμβουλος καλλιτεχνικής διεύθυνσης: Έφη Γούση | Βοηθός σκηνοθέτη – 3d animation: Νικόλας Κεραμεύς | Αφηγητής: Πάνης Καλοφωλιάς | Κοστούμια: Adonis.eu

Μουσικοί επί σκηνής: Δημήτρης Βερδίνογλου (πιάνο – synth), Τατιάνα Λύτρα (βιoλί), Θοδωρής Μουζακίτης (βιολί), Μελίνα Παξινού (σαξόφωνο), Μιχάλης Πορφύρης (βιολοντσέλο), Αλέξανδρος Τράμπας (κοντραμπάσο), Μιχάλης Τσιφτσής (κιθάρα), Eλένη Φουρλάνου (βιόλα)

Τεχνική υποστήριξη: Μάκης Φάρος, Αντώνης Γκατζουγιάννης

www.drivas.org

Διοργάνωση: Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

https://www.megaron.gr/event/annex-m-giorgos-drivas-symfonia37/

 

POP TODAY
popaganda
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2026 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.