

Σε μια εποχή όπου η επιστημονική φαντασία σπάνια βρίσκει χώρο στην ελληνική κινηματογραφική παραγωγή, το «Τόμος 7» έρχεται να διεκδικήσει τη δική του ξεχωριστή θέση. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας των Πάνου Παππά και Δέσποινας Χαραλάμπους δεν είναι απλώς μια δυστοπική αφήγηση, αλλά μια φιλόδοξη κινηματογραφική πρόταση που συνομιλεί με τον χρόνο, τη μνήμη και την ανθρώπινη επιθυμία για απόδραση. Τοποθετημένο σε ένα μετα-αποκαλυπτικό σύμπαν, μέσα σε ένα απομονωμένο Κτίριο-Πόλη όπου η γνώση διατηρείται σχεδόν τελετουργικά και ο χρόνος μοιάζει να κινείται σε ατέρμονους κύκλους, το φιλμ ακολουθεί έναν άντρα που επιστρέφει ξανά και ξανά – πάντα νέος, πάντα παγιδευμένος. Δίπλα του, μια γυναίκα λειτουργεί ως καθρέφτης και μάρτυρας αυτής της επανάληψης, κρατώντας ζωντανή την πιθανότητα μιας αλλαγής, όσο εύθραυστη κι αν είναι.
Με περισσότερα από 600 πλάνα οπτικών εφέ, έντονη εικαστική ταυτότητα και τη συμβολή διεθνών και ελλήνων δημιουργών, το «Τόμος 7» ξεχωρίζει για τη φιλοδοξία και την τεχνική του αρτιότητα. Ταυτόχρονα, παραμένει έντονα υπαρξιακό: μια ελεγεία για τον έρωτα και την εξέγερση, αλλά και για τη διαρκή αποτυχία τους να ξεφύγουν από τον κύκλο της επανάληψης. Οι ίδιοι οι δημιουργοί περιγράφουν την ταινία ως μια ιστορία όπου ο χρόνος δεν είναι ευθεία αλλά ένας κλειστός κύκλος – μια συνθήκη που εγκλωβίζει τους ήρωες, όσο και τις ιδέες τους.

Με την ταινία ήδη στις αίθουσες και σε πορεία συνάντησης με το κοινό της, συνομιλήσαμε με τους δύο σκηνοθέτες για τη δημιουργία αυτού του κόσμου και τα ερωτήματα που θέτει.
Η επιστημονική φαντασία στην Ελλάδα είναι σχεδόν εξωτικό είδος. Είναι πράξη κινηματογραφικής τρέλας ή πολιτισμικής αντίστασης, τελικά, να κάνεις sci–fi εδώ; Είναι ουσιαστικά, μια αντισυμβατική, πολιτική πράξη. Οι εναλλακτικοί αυτού εδώ του κόσμου (που τον λογίζουμε ως “πραγματικό”), δεν είναι παρά σχόλια, τις περισσότερες φορές αιχμηρά, γι αυτά που συμβαίνουν γύρω μας ή που φοβόμαστε ότι θα συμβούν. Η επιστημονική φαντασία δεν είναι ρίσκο, για εμάς είναι μια πολύτιμη δυνατότητα έκφρασης.
Στην Ελλάδα της μικρής παραγωγής, πώς αποφασίζεις να κάνεις μια ταινία με εκατοντάδες ψηφιακά εφέ; Όποιο είδος σινεμά και αν αποφασίσεις να κάνεις στη Ελλάδα, είναι δύσκολο. Περισσότερος χρόνος, έρευνα και πειραματισμός αξίζουν τον κόπο αν θέλεις να εκπλήξεις το κοινό σου.
Πείτε μου μερικές ταινίες επιστημονικής φαντασίας που αγαπάτε. Είχατε κάποια στο μυαλό σας γυρίζοντας τη δική σας; Οι αναφορές μας έλκουν από την ευρωπαϊκή παράδοση της επιστημονικής φαντασίας και του κόμιξ. Το “Φαρενάϊτ 451”, το “Σολάρις”, το “La Jetée”, η βωβή “Μητρόπολις”, κυρίως “Η Δίκη” του Γουέλς, που δεν είναι “επιστημονικής” φαντασίας, αλλά φαντασίας εντελώς, και πολλά και πολλά… Τα κόμιξ των Moebius, Schuiten… Όμως, το ίδιο ισχυρή είναι και η σχέση μας με τη λογοτεχνία του Philip K. Dick ή του Isaac Asimov.

Δέσποινα Χαραλάμπους και Πάνος Παππάς © Άννα-Μαρία Χατζηστεφάνου
Υπάρχει κάτι βαθιά ελληνικό στον «Τόμο 7» ή θα μπορούσε να συμβαίνει οπουδήποτε στον κόσμο; Και τα δύο. Έχουμε διαμορφωθεί από τις εικόνες του περιβάλλοντός μας, τα ακούσματά μας, τα διαβάσματά μας, τις ταινίες, τις συγκρούσεις, την πολιτική, την Ιστορία. Της Ελλάδας, της Ευρώπης, του πλανήτη. Ναι, είναι μια ελληνική ταινία, και ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα θα μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε αλλού. Πιστεύουμε βαθιά ότι όσο πιο ελληνική είναι μια ταινία, τόσο πιο ουσιαστικά συνομιλεί με το διεθνές κοινό.
Αυτού του είδους οι ταινίες συχνά μιλούν για το μέλλον για να σχολιάσουν το παρόν. Τι ακριβώς σας τρόμαζε στο παρόν όταν γράφατε αυτή την ιστορία; Παραδόξως τρέφουμε μεγάλο σεβασμό για το παρόν, είμαστε μέρος του, δεν θα θέλαμε να ζούμε σε άλλη εποχή ή όντας άλλοι. Ίσα-ίσα, μάλλον είμαστε τυχεροί να ζούμε σε “ενδιαφέροντες καιρούς” που όλα αλλάζουν και η τεχνολογία προβοκάρει την ανθρώπινη φύση. Μπροστά σε αυτό το μεγαλειώδες θέαμα, είμαστε έτοιμοι να πληρώσουμε το τίμημα.
Πόσο προσωπική είναι αυτή η ιστορία τελικά; Είναι μια ταινία που έκαναν δύο άνθρωποι μαζί. Όπως ένα παιδί, δεν είναι κλώνος κανενός από τους δύο γονείς του, είναι αυτόνομο και εν τέλει μόνο του.

Ποια ήταν η στιγμή που σκεφτήκατε «αυτό δεν θα γίνει ποτέ ταινία» και παρ’ όλα αυτά συνεχίσατε; Ίσως τη στιγμή της πρώτης ιδέας. Μετά ήρθαν οι δεύτερες και το ξεχάσαμε.
Λέτε ότι η επανάσταση ίσως είναι αυταπάτη. Το πιστεύετε πραγματικά ή το λέτε για να μας προκαλέσετε; Δεν είναι αυταπάτη η επανάσταση. Είναι μια περιπέτεια που σε κρατά ζωντανό. Αλλά μη ζητάς εγγυήσεις!
Στο κέντρο της ιστορίας υπάρχει ένας έρωτας που επιμένει μέσα στους κύκλους του χρόνου. Είναι ο έρωτας η μόνη δύναμη που δεν κουράζεται να επαναλαμβάνεται; Όχι μόνον, αλλά και η επανάσταση, η προδοσία, η εξουσία, η ζωή, ο θάνατος, η φθορά, το μίσος… Αν και ο έρωτας τα περιλαμβάνει όλα αυτά.
Η αισθητική της ταινίας μοιάζει σχεδόν αρχιτεκτονική. Σκεφτήκατε πρώτα τον χώρο και μετά την ιστορία; Η Αρχιτεκτονική, σαν μια κατ’ εξοχήν κοινωνική παράμετρος, βρίσκεται μέσα στην ιστορία. Διόλου τυχαία, αρχιτέκτονες είναι και η σεναριογράφος και ο σχεδιαστής της οπτικής ταυτότητας και ο δημιουργός των τρισδιάστατων γραφικών. Ωστόσο, προηγείται του χώρου η κεντρική ιδέα της ταινίας, η υπαρξιακή ανάγκη της απόδρασης. Όπως οι ταξικές διαφορές προηγούνται των πόλεών μας.

Το Κτίριο-Πόλη μοιάζει με έναν κλειστό κόσμο που συντηρεί την τάξη και τη μνήμη. Είναι ουτοπία, δυστοπία ή μήπως, απλώς, μια καλή περιγραφή κάθε οργανωμένης κοινωνίας; Το Κτίριο-Πόλη συντηρεί την τάξη μέσω της απομνημόνευσης. Μέσω της επίκλησης ενός ανώτερου σκοπού. Ίσως τελικά μέσω της αμνησίας.
Θυμίζει όμως και λίγο μοναστήρι, λίγο κράτος, λίγο αρχείο. Είναι ίσως περισσότερο μια αλληγορία της εξουσίας; Εντοπίσατε ένα πολύ διακριτικό σχόλιο της ταινίας! Το “μοναστήρι” – με τις δικές του τελετουργίες το καθένα – ως κρυσφύγετο απόκληρων, ή αντίθετα ως παλάτι προνομοιούχων, χαρακτηρίζει τις σύγχρονες πολεοδομικές πραγματικότητες.
Η ταινία μιλά μεταξύ άλλων και για τη μνήμη. Ζούμε σήμερα σε μια εποχή υπερμνήμης; Ή αμνησίας; Ζούμε στη εποχή των υπερβολικών πληροφοριών, που οι περισσότερες δεν μας χρειάζονται, άσε που δεν είναι και αληθινές. Η μνήμη, το πολύτιμο αυτό μηχάνημα μέσα μας, φορτώθηκε με μιαν ακόμη κοπιαστική εργασία, το φιλτράρισμα. Οι κοινωνίες που θα επιβιώσουν είναι εκείνες που θα μοιράσουν σωστά αυτό το βάρος.
Στην ταινία ο χρόνος είναι κύκλος και όχι γραμμή. Είναι μια μεταφορά για την ιστορία της Ελλάδας που επαναλαμβάνεται; Ο χρόνος είναι σπείρα, ένα ελατήριο που βιδώνεται στο σύμπαν. Τα πράγματα στη στροφή των γεγονότων, μοιάζουν να επαναλαμβάνονται. Δεν ισχύει όμως αυτό. Είναι όλα λίγο πιο μετατοπισμένα, λίγο πιο ασήμαντα ή λίγο πιο σημαντικά, ποτέ όμως ίδια. Σε αυτή τη μικρή διαφορά στριμώχνεται η συμβολή στην Ιστορία του κάθε ανθρώπου που γεννήθηκε.

Ο ήρωας επιστρέφει ξανά και ξανά νέος. Είναι προνόμιο να ξεκινάς συνεχώς από την αρχή; Κάθε ηλικία έχει το δικό της τίμημα. Η νεότητα, χωρίς την προσμονή των γηρατιών, είναι κατάρα. Τα γηρατειά, χωρίς τον απελπισμένο φθόνο της νεότητας, είναι προνόμιο. Ο ήρωας, για να ξανά-έρθει, πρέπει να πεθάνει. Μεταφορικά, κάθε ελπιδοφόρο ξεκίνημα προϋποθέτει ένα θάνατο, εν τέλει και το δικό μας.
Αν η ιστορία επαναλαμβάνεται, τότε τι νόημα έχει να προσπαθεί κανείς να τη αλλάξει; Δεν επαναλαμβάνεται η Ιστορία, ανακυκλώνεται, και αυτή η διαφορά είναι κρίσιμη. Με τα ίδια υλικά μπορεί να προκύψει κάτι εντελώς διαφορετικό.
Ο σχεδιασμός του κόσμου της επίσης είναι πολύ συγκεκριμένος. Πόσο δύσκολο είναι να φτιάχνεις έναν φανταστικό κόσμο χωρίς να μοιάζει με μίμηση άλλων; Η συγκεκριμένη υποκατηγορία επιστημονικής φαντασίας που ανήκει αυτή η ταινία λέγεται “κοσμοπλασία”. Αναζητούμε από την αρχή μιαν εικόνα που να εκφράζει τα σημαινόμενα. Στη προκειμένη περίπτωση τον “εγκλεισμό”, την αδυναμία απόδρασης. Η ιδέα του θόλου, που είναι ταυτόχρονα μήτρα αλλά και αξεπέραστο όριο, μυρμηγκοφωλιά και θερμοκήπιο, ανήκει στον σπουδαίο Βέλγο κομίστα François Schuiten, με τον οποίο συνεργαζόμαστε από το 2011, και την προηγούμενη ταινία μας “Memory Reloaded”.
Στην ταινία υπάρχει και χιούμορ μέσα στην καταστροφή. Είναι ο μόνος τρόπος για να αντέξει κανείς μια δυστοπία; Χιούμορ, και κυρίως αυτοσαρκασμός. Τίποτα δεν είναι πιο σοβαρό από τον ανθρώπινο πόνο. Το χιούμορ στη ζωή και στην Τέχνη είναι ο τρόπος να δείχνουμε τον σεβασμό μας.
Αν ένας θεατής βγει από την αίθουσα με μόνο μία σκέψη στο μυαλό, ποια θα θέλατε να είναι; “Ίσως να πρέπει να την ξαναδώ”…
Και κάτι για το τέλος, αν ο χρόνος όντως επαναλαμβάνεται, θα κάνατε ξανά αυτή την ταινία; Όχι την ίδια, μία που να της μοιάζει.
