ΘΕΑΤΡΟ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 14.12.2017

Ο Στάθης Σταμουλακάτος Εξηγεί πώς από Ηθοποιός Γίνεσαι Οδοστρωτήρας

Κλέβει την παράσταση για δεύτερη σεζόν στο «Στέλλα Κοιμήσου» του Γιαννη Οικονομίδη, χρωστάει πολλά σε όσα του έμαθε ο δρόμος, πιστεύει ότι η τέχνη τον βελτίωσε και ότι όλοι οι ρόλοι είναι πονηροί. Μίλησε στον Παναγιώτη Μένεγο.
Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος/ FOSPHOTOS
ΘΕΑΤΡΟ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΟ Στάθης Σταμουλακάτος Εξηγεί πώς από Ηθοποιός Γίνεσαι Οδοστρωτήρας

Δεν το διαβάζετε πρώτα εδώ. Είναι κοινό μυστικό, ή καλύτερα κοινή παραδοχή, ότι ο Στάθης Σταμουλακάτος για δεύτερη συνεχόμενη θεατρική σεζόν κλέβει την παράσταση στο έργο του Γιάννη Οικονομίδη, Στέλλα Κοιμήσου, που ανέβηκε τον Οκτώβριο του 2016 στο Εθνικό. Είναι κι αυτός ένας λόγος, από τους βασικότερους μάλιστα, που τα εισιτήρια για τα 125 καθίσματα της σκηνής «Νίκος Κουρκουλος» έγιναν «μαγικά χαρτάκια», οδηγώντας σε αλλεπάλληλα sold-out για να δανειστούμε τη γηπεδική αργκό (όχι άγνωστη στον Σταμουλακάτο που έχει κολλήσει τα ένσημά του στην εξέδρα του Παναθηναϊκού). 

Το Στελλα Κοιμήσου, είναι ένα έργο υψηλής -σε σημεία παραλυτικής- εντασης. Ο Οικονομίδης έχει ποτίσει με βαριά αναβολικά τον μυθο της Στέλλας Βιολάντη που συνέλαβε ο Γρηγόριος Ξενόπουλος στις αρχές του 20ου αιώνα. Η σύγκρουση της κόρης με τον πατέρα για χάρη του έρωτα τοποθετείται στη σύγχρονη Ελλάδα. Η Στέλλα, την οποία υποδύεται με εντυπωσιακές συναισθηματικές αυξομειώσεις ως ραχοκοκαλιά της παράστασης η Ιωάννα Κολλιοπούλου, δε θέλει να παντρευτεί τον γιο του πολιτικoύ που της προορίζει η διεφθαρμένη οικογένειά της. Παρότι έχει συμφωνήσει, για το καλό όλων, να το κάνει. Έχει ερωτευθεί έναν τηλεστάρ, τον οποίο βλέπει κρυφά, μέχρι που τους πιάνει ο φακός ενός κουτσομπολίστικου περιοδικού.

Και τότε το μαθαίνει ο Αντώνης Γερακάρης, ο αρχιμαφιόζος. Ο «γιος του βοσκού» που έχει βρει την χρυσή ευκαιρία να ξεπλύνει τις ταπεινες καταβολές και την παράνομη δραστηριότητά του. Έχει βρει τη γέφυρα για να περάσει κοινωνικά απέναντι και τίποτα δε θα του το χαλάσει. Επιστρέφει στο σαλόνι της βίλας του στην Πολιτεία που είναι μαζεμένη η οικογένειά του (μαζί με τον εισβολέα «αγαπητικό») και η λέξη «χείμαρρος» μοιάζει εξώφθαλμα ανεπαρκής για να περιγράψει το ξέσπασμά του. 

Μοιάζει έτσι γιατί τον υποδύεται ο Στάθης Σταμουλακάτος

Θα μπορούσα να κάνω τη συνέντευξη με μια μόνο ερώτηση: Πώς γίνεσαι από ηθοποιός, οδοστρωτήρας; Κάνω ένα απλό πράγμα. Τσατίζομαι υπερβολικά. Έχω, με τα χρόνια, αναπτύξει έναν μηχανισμό και φτιάχνομαι από πριν για να έρθω σε αυτό το σημείο. Φυσικά, έχω τον εσωτερικό μονόλογό μου (που στους ηθοποιούς είναι το άλφα και το ωμέγα) και σκέφτομαι ότι η κόρη μου έχει φέρει αυτόν τον τύπο εδώ για να μου καταστρέψει τα σχέδια κι, εν τέλει, τη ζωή. Αν ο Οικονομίδης μου έδινε περισσότερη ελευθερία, θα μπορούσα να την είχα σπάσει στο ξύλο. Και είναι βράδια που η κατάσταση έχει ξεφύγει, έχει φύγει η Ιωάννα με γρατζουνιές ή μώλωπες.

Μπαίνεις δηλαδή τσατισμένος ως Γερακάρης, όχι ως Σταμουλακάτος; Ναι. Στη ζωή μου είμαι μάλλον ήρεμος σαν μπέμπης. Έχω κι εγώ τις εκρήξεις μου, αλλά δε νομίζω να σου έλεγε κανείς ότι είναι αυτό που με χαρακτηρίζει.

Ποια ήταν η προετοιμασία σου για το συγκεκριμένο ρόλο; Έχουμε μιλήσει πάρα πολλές ώρες για το ποιος ήταν ο Γερακάρης, από που ήρθε, τι έκανε. Γίνεται τα τελευταία χρόνια στην υποκριτική πιο επιστημονική δουλειά, που για μένα είναι μακράν καλύτερη από παλιότερα που έπαιρναν ένα κείμενο, το μαθαίναν παπαγαλία κι έπαιζαν με ηχοχρώματα. Μας νοιάζει, δηλαδή, ποιος είναι αυτός ο τύπος, από που έχει έρθει;
Κάναμε ολόκληρο βιογραφικό του Γερακάρη. Βάλαμε ερωτήματα απίστευτα. Μέχρι και το τι κάνει όταν πάει στην τουαλέτα: Διαβάζει εφημερίδα; Βλέπει τσόντες στο κινητό του; Τι διάολο κάνει αυτός ο τύπος; Πως συμπεριφέρεται; Τι αυτοκίνητο οδηγεί; Οδηγεί αυτός; Πόσους μπράβους έχει;

Πώς είναι όμως δυνατόν να διατηρείστε στα ίδια επίπεδα έντασης κάθε βράδυ; Δίνεται η εντύπωση ότι η παράσταση δε βγαίνει αν δεν είστε στα κόκκινα… Υπάρχουν βραδιές  που ενεργειακά είμαστε πεσμένοι, που δεν είμαστε «στο διάολο». Κι άλλες που πετάμε, ίσως και πιο ψηλά απ’ όσο πρέπει. Ο στόχος είναι να είμαστε σε ένα μίνιμουμ επίπεδο. Είτε το πιστεύεις, είτε όχι για ένα μήνα αφ’ ότου είχαν ξεκινήσει οι πρόβες, εγώ μόνο έβλεπα. Δεν είχα πατήσει το πόδι μου στην σκηνή. Ρωτούσα «Γιάννη θα μπω;», μου ‘λεγε «ηρέμησε». Σκεφτόμουν, παρατηρώντας λοιπόν, πώς μπαίνει σε αυτό το σπίτι ο Γερακάρης, τι σκέφτεται, τι έκανε πριν. Γιατί, φυσικά, δε θέλει μόνο να επιβληθεί και να τους δείξει ποιος είναι ο αρχηγός εκεί μέσα (έτσι κι αλλιώς ευνουχισμένους τους έχει όλους), αλλά θέλει να κάνει και το σόου του. Να ξεφτιλίσει τον «αγαπητικό» στα μάτια της κόρης του. Μπαίνει μέσα και τους βάζει όλους στη θέση τους. Όχι μόνο την Στέλλα. 

Αν ο Οικονομίδης μου έδινε περισσότερη ελευθερία, θα μπορούσα να την είχα σπάσει στο ξύλο την κόρη μου στο έργο. Και είναι βράδια που η κατάσταση έχει ξεφύγει, έχει φύγει η Ιωάννα με γρατζουνιές ή μώλωπες.

Έστω και λίγο, φευγαλέα, την καταλαβαίνει την Στέλλα; Όχι, είναι πολύ ξεκάθαρο αυτό που έχει μέσα στο μυαλό του. Η Στέλλα είναι το όχημα, και ταυτόχρονα το πλυντήριο. Το όχημα για να μπει στην πολιτική και το πλυντήριο του ονόματός του. Για να ξαναβαφτιστεί. Δε νομίζω ότι δίνει στην κόρη του ελαφρυντικό, εξάλλου τώρα τελευταία το έχω προσέξει, λέει «τι αγάπησες μωρή, πότε αγάπησες; εδώ έχουμε πόλεμο, τι αγάπησες εσύ; τι έκανες;». Της υπενθυμίζει τη συμφωνία τους «ε τι στο διάολο άλλαξε και αγάπησες και τα αρχίδια μου κουνιούνται τώρα;»

Υπάρχει κίνδυνος να πέσεις θύμα αυτού του οριακού ρεαλισμού; Να φτάσεις στα όρια της καρικατούρας ή να γίνει το έργο ντοκιμαντέρ; Αυτό που θέλει ο Οικονομίδης, αυτό που μας είπε στην αρχή κι εγω το ξέρω χρόνια από τη συνεργασία μας, είναι ότι θέλει να εμπλακούμε συναισθηματικά. Αν δεν συμβεί αυτό, δεν πάμε πουθενά. Θέλει να περάσει μέσα από σένα ο ρόλος για να βγει η αλήθεια. Την αλήθεια πάντα ψάχνει ο Οικονομίδης.

Κι όταν τελειωνει η παράσταση, τι παίρνεις σπίτι μαζί σου; Κάθε βράδυ, μετά την παράσταση, κλείνει η φωνή μου. Πάω σπίτι και κάθομαι μπροστά στην τηλεόραση σαν ζόμπι για 3-4 ώρες. Κενός. Μετά κοιμάμαι και ξυπνάω, κάνοντας αφωνία, για να είμαι έτοιμος το επόμενο βράδυ. 

Στιγμιότυπο από την παράσταση

Τι άλλαξε από πέρυσι στην παράσταση; Καταρχάς, ο «αγαπητικός». Ήρθε ο Γιάννης Μυλωνάς.

Ε ναι, δεν μπορείς να δέρνεις τον ίδιο κάθε χρόνο… Έχει πιο επιβλητικό παράστημα, είναι θηρίο κι αυτό έδωσε άλλη δυναμική. Αυτή την παράσταση θα ήταν καλό να την παρακολουθήσει κάποιος πολλές φορές για να βγάλει κάποια ασφαλή συμπεράσματα, κάποιος μελετητής ας πούμε. Λέμε συνεχώς άλλα πράγματα, βάζουμε καινούριες ατάκες. Όταν βγήκε η έκδοση, το βιβλίο που είχε απομαγνητοφωνήσει ο Αντώνης Ιορδάνου (σ.σ. εκδ. Αντίποδες) και το πήραμε στα χέρια μας, λίγα πράγματα αναγνωρίσαμε. Ακόμα κι απ’ το μονόλογό μου στο τέλος.

Ως Σταμουλακάτος έχεις πιάσει τον εαυτό σου να ζηλεύει καθόλου τη σαρωτική εξουσία του Γερακάρη; Ο Οικονομίδης μου έχει πει «μην πάρεις ποτέ εξουσία πάνω σου, σε φοβάμαι». Τη δύναμη αυτού του ανθρώπου μερικές φορές σκέφτομαι ότι θα ‘θελα να την είχα. Αλλά, συναντώντας στη ζωή μου πολλούς τέτοιους ανθρώπους, επέλεγα να βρεθώ πάντα απέναντί τους.

Πού τους έχεις συναντήσει; Παντού υπάρχουν αυτοί «οι μικροί Θεοί». Στον στρατό, ας πούμε. Άνθρωποι που εκεί έξω «δε θα τους κερνούσες ούτε σάμαλι», σε αναγκάζουν να στέκεσαι σούζα. Αλλά και στις δουλειές που κάνουμε δε βλέπεις αυτούς που ηδονίζονται με το να δίνουν διαταγές και να κακομεταχειρίζονται τους άλλους;

Δέκα μέρες μετά την πρεμιέρα του Μαχαιροβγάλτη, γύρισα στο αγαπημένο μου μηχανάκι. Δούλευα τότε στο Χαλάνδρι, είχαν μείνει μερικές αφίσες της ταινίας σε έναν στύλο της ΔΕΗ με μένα και την Καλλιμάνη. Άναψα ένα τσιγάρο, την κοίταξα καλά καλά και μου ρίξα μια μούτζα «να, μαλάκα διάσημε».

Ένας σκηνοθέτης σαν τον Οικονομίδη δεν είναι ένας μικρός δικτάτορας; Στην προσωπική του ζωή είναι έξω καρδιά, λες πόσο γαμάτος τύπος είναι για παρέα. Όταν πάμε στο σετ, γίνεται άλλος άνθρωπος. Όχι γιατί έχει μέσα του απωθημένα, αλλά γιατί θέλει να γίνει η δουλειά σωστά. Μου το ‘χε ξεκαθαρίσει απο την αρχή που συνεργαστήκαμε στον Μαχαιροβγάλτη, «αν φας μπινελίκι, θα υπάρχει λόγος».

Είναι και λίγο καθοδηγητής; Ένα είδος λαϊκού γκουρού; Τον καταλαβαίνεις καλύτερα εκεί που συναντιόμαστε σε ένα στέκι, σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο, ο μικρός πυρήνας της παρέας που συνεργαζόμαστε χρόνια μαζί και τρώμε.

Μιλάτε σιγά ή φωνάζετε κι εκεί; Κανονικά. Με τις πλάκες μας, με τις σοβαρές συζητήσεις μας. 

Φοβάσαι ότι τυποποιείσαι ως ηθοποιός Οικονομίδη; Δεν το έχω σκεφτεί καθόλου και δε με ενδιαφέρει. Με τον Γιάννη ξεκίνησα, έχουμε φτάσει εδώ που έχουμε φτάσει, είμαι ανοιχτός σε όλα. 


Τονίζεις συχνά «ήμουν λαϊκό παιδί μέχρι τα 25», τι εννοείς; Ένα κομμάτι του λαϊκού παιδιού υπάρχει (και πρέπει να υπάρχει, και πάντα θα υπάρχει) μέσα μου. Μεγάλωσα στα Ιλίσια, έχω κάνει όσα έκαναν τα παιδιά της γειτονιάς και της ηλικίας μου. Η τέχνη με άλλαξε, δεν είμαι το παιδί που ήμουν στα 18-19. Στην αισθητική, στις επιλογές μου. Από το πώς ντύνομαι και περπατάω στο πώς ερμηνεύω τους ανθρώπους κι από τα διαβάσματα στα ακούσματά μου, η τέχνη ήρθε να με βελτιώσει.

Δεν έχεις δηλαδή γνωρίσει ανθρώπους στο χώρο σου, στο σινεμά και στο θέατρο, που μπορεί να έχουν «επίπεδο», αλλά είναι κακόψυχοι; Μαλάκες; Σφάζονται για μια θέση στον ήλιο. Ίσως αυτός ο ανταγωνισμός, επειδή είναι και λίγα τα κουκιά, να κάνει ορισμένους να βγαίνουν έξω από τον εαυτό τους και να φέρονται άτσαλα. Μαλακισμένα δεν πιστεύω ότι υπάρχουν πολλά. 

Τι σου έμαθε ο δρόμος, μεταφορικά και κυριολεκτικά; Με βοήθησε πάρα πολύ. Έκανα 23-24 χρόνια τη δουλειά του κούριερ, συναναστράφηκα με πάρα πολύ κόσμο. Μου έμαθε ότι ζωή είναι τρομακτικά δύσκολη, αλλά δεν τα παρατάς. Δεν την άφησα ποτέ την πρωινή δουλειά, ακόμα και στα γυρίσματα του Μαχαιροβγάλτη με τεχνάσματα συμμετείχα. Δέκα μέρες μετά την πρεμιέρα, γύρισα στο αγαπημένο μου μηχανάκι. Δούλευα τότε στο Χαλάνδρι, είχαν μείνει μερικές αφίσες της ταινίας με μένα και την Καλλιμάνη σε έναν στύλο της ΔΕΗ. Άναψα ένα τσιγάρο, την κοίταξα καλά καλά και μου ρίξα μια μούτζα «να, μαλάκα διάσημε».

Ο πρωινός σου κύκλος με τον βραδινό συναντιούνται; Όχι, είναι άλλοι κόσμοι. Είναι λαϊκά παιδιά που ξέρουν ότι παίζω στο θέατρο, αλλά κυρίως καζούρα μου κάνουν. Μου λένε ατάκες «τι κάνετε εκεί, γουέστερν γυριζετε;». Τα καλλιτεχνικά δεν τους ενδιαφέρουν, δεν έχουν μάθει να τους ενδιαφέρουν. Όμως αυτό εμένα με γειώνει, το πρωί μπαίνω στον δικό τους κόσμο. Θα μιλήσω στη γλώσσα τους, θα παω με τα δικά τους νερά. Δεν μπορώ να παριστάνω τον διανοούμενο, θα με πάρουν με τις πέτρες. Κάποιοι έχουν έρθει σε παραστάσεις και, τελικά, παραδέχονται αυτό που κάνω. 

Νομίζω έχει πολύ ενδιαφέρον, ότι παρά τα όσα ξέρουμε  για το σύμπαν του Οικονομίδη και την σκληράδα της παράστασης, το πρώτο μισό της είναι τόσο αστείο. Η ειρωνεία της Τρίγγου στο ρόλο της άλλης κόρης, η φαρσική παρουσία του Νιάρρου ως γιου… Ο Οικονομίδης στην πραγματικότητα είναι σαν τον Τσέχοφ. Ο Τσέχοφ έλεγε ότι «εγώ γράφω κωμωδίες, εσείς γιατί το κάνετε δράμα;». Κωμωδίες κάνει κι ο Οικονομίδης. Απλά είναι τόσο μαύρες που ίσως δεν μπορεί ο μέσος άνθρωπος να πιάσει ένα τόσο ιδιαίτερο χιούμορ.

Έχουν υπάρξει αντιδράσεις από θεατές π.χ. για τη γλώσσα της παράστασης; Έρχονται κάποιοι άνθρωποι μεγάλης ηλικίας και λέμε «ωπ, τι θα γίνει τώρα». Δεν έχει βέβαια φύγει κανένας, με εξαίρεση μία-δύο κραυγαλέες περιπτώσεις. Κάποιοι μπορεί να έχουν διαφωνίες όμως δε σηκώνονται από την καρέκλα. Μας κάνει τρομερή εντύπωση βέβαια όταν κάποιοι ηλικιωμένοι το καταλαβαίνουν απόλυτα το έργο. Και τους αρέσει πάρα πολύ. Και είναι και τρομακτικό γιατί π.χ. ήρθε μια γυναίκα πάνω από 75 χρονών και μας είπε «είδα την οικογένειά μου όταν ήμουν μικρή». Ένας Γερακάρης ίσως υπάρχει σε όλες τις οικογένειες.

Δεν είναι υπερβολή αυτό; Εγώ δεν ξέρω τι γίνεται στο σπίτι σου, ούτε εσύ στο δικό μου. Δεν ξέρω ποιος ήταν ο πατέρας σου. Υπάρχουν στιγμές που εγώ ανατρέχω. Ο πατέρας μου έχει πεθάνει πολλά χρόνια, είχε κάτι ψήγματα του Γερακάρη όταν έπαιρνε ανάποδες που μπορούσε να διαλύσει το σπίτι. Ο Γιάννης (σ.σ. Οικονομίδης) το πάει ένα βήμα παραπάνω. Στην ελληνική οικογένεια, που όλοι φωνάζουν εναντίον όλων, δεν ακούν τι λένε, ο ένας τα ρίχνει στον άλλο. Μη μου πεις ότι αυτό δεν υπάρχει σχεδόν παντού; Από τις πιο πλούσιες μέχρι τις πιο φτωχές οικογένειες. 

Είναι θεμιτή ή ενοχλητική η αναγωγή μιας τέτοιας παράστασης στο κλίμα της εποχής που έχουμε χάσει εντελώς την ψυχραιμία μας; Είναι θεμιτή γιατί αυτήν την εποχή ζούμε τώρα. Στο δρόμο θα δεις πως πλακώνονται οι άνθρωποι για το τίποτα, με το παραμικρό ανάβουν. Αλλά πιο πολύ στην τηλεόραση. Στα πολιτικά talk shows, μετά τις 12, γίνεται της πουτάνας, δηλαδή δε διαφέρει και πολύ η ατμόσφαιρα από το σαλόνι του Γερακάρη. Γύρω μας, είναι όλοι στα κάγκελα. Προσπαθούν να βρουν τον εχθρό, ποιος φταίει και γιατί φταίει.

Πριν από 15 χρόνια ήμασταν λιγότερο στα κάγκελα; Ναι, γιατί υπήρχε μια ευμάρεια έστω πλασματική. Τώρα όλα χάθηκαν. Οπότε κάποιος πρέπει να φταίει.

Εμείς; Ναι, απλά δεν το παραδεχόμαστε. Όμως, για το «μαζί τα φάγαμε» του Πάγκαλου, λυπάμαι αλλά εγώ δεν έφαγα τίποτα. Σήμερα, έχω ένα παλιό αυτοκίνητο της μάνας μου μοντέλο του 1994, δεν αξιώθηκα ποτέ να πάρω καινούριο. Ούτε πήρα δικό μου σπίτι, όταν έβγαζα λίγα παραπάνω λεφτά. Είδα λίγο μπροστά τα πράγματα και σκέφτηκα ότι με 700 ευρώ τη δόση για το στεγαστικό, πώς θα ζήσω; Aν δανείστηκα κάποια λεφτά, ήταν για να τελειώσω τη σχολή μου. Αυτό σημαίνει ότι τα έχω φάει μαζί με όλους τους άλλους;

Κοίτα, δεν υπάρχουν αγαθοί ρόλοι. Είναι όλοι πονηροί. Έχω όντως παίξει μια γκάμα κακών ανθρώπων, αλλά δεν είναι όλοι ίδιοι. Το κακό έχει μια γοητεία μέσα του.

Θα προτιμούσες η δουλειά του ηθοποιού να αποδίδει περισσότερο ώστε να βιοπορίζεσαι αποκλειστικά από κει ή να υπάρχει καλύτερη προοπτική; Να στο ξεκινήσω διαφορετικά, είμαι σχεδόν 15 χρόνια στο θέατρο. Στη φορολογική μου δήλωση δηλώνω ιδιωτικός υπάλληλος. Όλοι είναι ημιεπαγγελματίες απλά δε θέλουν να το παραδεχθούν. Από την στιγμή που δε σε τρέφει το επάγγελμα σου, δεν είσαι επαγγελματίας. Το έχω αποδεχθεί και θα πάω έτσι.
Kρατάω μικρό καλάθι, η χώρα είναι τόσο διαλυμένη που δεν υπάρχουν παραγωγές. Δηλαδή και ο Οικονομίδης που ετοιμάζει την επόμενη ταινία για το καλοκαίρι, αντιμετωπίζει πολλή δυσκολία. Έχει ψάξει λεφτά σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Ακόμα και ταινίες του εμπορικού κινηματογράφου, με τηλεοπτικούς όρους, γίνονται το πολύ τρεις-τέσσερις.

Κόντρα ρόλο θα ήθελες να παίξεις; Κάτι όχι τόσο μπρουτάλ, να είσαι πιο αγαθός… Κοίτα, δεν υπάρχουν αγαθοί ρόλοι. Είναι όλοι πονηροί. Έχω όντως παίξει μια γκάμα κακών ανθρώπων, αλλά δεν είναι όλοι ίδιοι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν εκείνος ο μπον βιβέρ που είχα παίξει πριν χρόνια στο Κίεβο, στο Επί Κολωνώ, που είχε και μια άλλη διάσταση επειδή ήταν γκέι. Θέλω να πω, ότι το να παίζεις τον «κακό», δε σημαίνει ότι κάνεις κάθε φορά τα ίδια. Μου αρέσουν όμως αυτοί οι ρόλοι. Αν ρωτήσεις στο Star Wars «ποιος σου αρέσει», οι περισσότεροι Darth Vader θα απαντήσουν. Το κακό έχει μια γοητεία μέσα του. Θα το προτιμούσα από το να παίξω τον Ιντιάνα Τζόοουνς.

Το παλιό ελληνικό σινεμά είχε κανέναν καλό «κακό»; Όχι, δεν είχε. Τους πιο πολλούς τους κάνανε βλάκες. Χαζά κακούς. Ήταν η εποχή έτσι, έγερνε πιο πολύ στα παλικάρια και τις νεράϊδες.

Που θα ήθελες να δεις τον εαυτό σου σε 10 χρόνια; Πως τον φαντάζεσαι; Δε φαντάζομαι τίποτα όσο και αν σου φαίνεται περίεργο γιατί μπορεί να βγω εδώ από κάτω και να με χτυπήσει αυτοκίνητο. Μπορεί και όχι. Eίμαι πολύ πραγματιστής και κάθε μέρα προσπαθώ να τη βιώνω ξεχωριστά.

Δε θα ήθελες να αφήσεις την πρωϊνή δουλειά; Τώρα κάνω καθαρά ταχυδρομική δουλειά. Έχω 2-3 δρομολόγια και μεταφέρω φακέλους, έχω φύγει από τη φάση του κούριερ εδώ και χρόνια. Αλλά, ναι, κάποια στιγμή θα ήθελα να απεξαρτηθώ, θα ήταν καλό. Γιατί, ξέρεις, άλλο να είσαι 19 χρονών κι άλλο 40φευγα. Θέλω το βράδυ στην σκηνή να με βρίσκει πιο ξεκούραστο. Για μένα καλός ηθοποιός είναι αυτός που παρατηρεί, αλλά κι αυτός που έχει καλές αναπνοές.

Στέλλα Κοιμήσου,του Γιάννη Οικονομίδη
Με τους: Αντώνη Ιορδάνου, Ιωάννα Κολλιοπούλου, Μάγια Κώνστα, Γιάννη Μυλωνά, Καλλιρρόη Μυριαγκού, Γιάννη Νιάρρο, Στάθη Σταμουλακάτο, Έλλη Τρίγγου
Μέχρι τις 21 Ιανουαρίου 2018 (Τετ.-Κυρ.), σκηνή Νίκος Κούρκουλος (Αγ. Κωνσταντίνου 22-24), εισιτήρια 10-17 €
ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.