ΡΕΠΟΡΤΑΖ 18.07.2018

POP: Η Πολύ Μεγάλη Ιστορία Ενός Τόσο Μικρού & Τόσο Σημαντικού Μπαρ της Αθήνας

Υπήρξε κάποτε στο κέντρο της πόλης ένα μπαρ που ήταν σαν σπίτι μακριά από το σπίτι για μία ολόκληρη «σκηνή», ένα οριακό indie στέκι που όμοιό του δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα. Ο ιδιοκτήτης, το προσωπικό και οι θαμώνες του μίλησαν στον Θεοδόση Μίχο.
Art Direction: Κατερίνα Καραλή

ΡΕΠΟΡΤΑΖPOP: Η Πολύ Μεγάλη Ιστορία Ενός Τόσο Μικρού & Τόσο Σημαντικού Μπαρ της Αθήνας

Κοιτάζοντας ξανά και ξανά και πάλι από την αρχή το φωτογραφικό υλικό από τις «ημέρες του οίνου και των ρόδων» στο POP, αυτό που μου κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση δεν είναι ούτε το πόσο καλά δείχνουν να περνάνε όλοι χορεύοντας, με τα μάτια τους να γυαλίζουν και τα σώματά τους να ιδρώνουν, ούτε -φυσικά- το πόσο κακοκαδραρισμένες, ανετάριστες και «παλιακιές» φαίνονται οι εικόνες σήμερα που όλοι χρησιμοποιούμε smartphones για να μπορούμε να τραβάμε αψεγάδιαστες εικόνες και να τις δημοσιοποιούμε στα social media αφού τις έχουμε φιλτράρει κατά βούληση ώστε να μοιάζουν κακοκαδραρισμένες, ανετάριστες και «παλιακιές».

Όντας κι εγώ ένας από όσους πέρασαν τα 20s τους στριμωγμένοι και σε μια κάποια παραζάλη στο 10Β της Κλειτίου, αυτό που μου κάνει εντύπωση, καθώς γίνομαι για λίγο τουρίστας στη νιότη μου, όπως περίπου λέει ο Ρέντον στο sequel του Trainspotting, είναι το πώς στο καλό τόσο πολύς, δηλαδή πάρα πολύς, δηλαδή πάρα μα πάρα πολύς κόσμος κατάφερνε να χωρέσει μέσα σε αυτό το λιλιπούτειο μπαρ των 30τμ. -ψέματα, αν υπολογίσεις και τη μεγάλη, μακρόστενη μπάρα, άντε να ήταν λίγο περισσότερα από τα μισά- που για 11 χρόνια αποτέλεσε το «κέντρο επιχειρήσεων» μιας ολόκληρης «σκηνής», που τότε την έλεγαν ακόμη indie.

Φυσικά έχουν υπάρξει στην Αθήνα κι άλλα μπαρ πριν από το POP, όπως και άλλα μπαρ μετά από το POP (όπως θα υπάρξουν και άλλα μπαρ μετά από αυτά που έχουν υπάρξει μετά από το POP) των οποίων η ένταση του ιστορικού αποτυπώματός τους στην πόλη κάθε άλλο παρά μειώνεται χρόνο με το χρόνο. Αυτή είναι η «κατάρα» των μπαρ που αναδεικνύονται από μία ικανή ποσότητα κόσμου σε σημεία αναφοράς: να λείπουν ακόμη και σε όσους δεν τα αντιλαμβάνονταν σαν «σπίτι μακριά από το σπίτι», ακόμη και σε όσους ούτε καν τα πρόλαβαν αλλά έχουν ακούσει γι’ αυτά του κόσμου τις ιστορίες.

Κι όσο κι αν ο καθένας μπορεί και -γιατί όχι;- πρέπει να έχει μία ως επί το πλείστον υποκειμενική θεώρηση για το τι τελικά σημαίνει «οριακό», στην περίπτωση ενός μπαρ, υπάρχει, νομίζω, τουλάχιστον ένα στοιχείο αδιαπραγμάτευτης αντικειμενικότητας: να μην μπορέσει κανείς να αντιγράψει τη συνταγή της επιτυχίας του, κάτι που στην περίπτωση του POP προσπάθησαν επανειλλημένα να κάνουν πολλοί, αλλά στο τέλος πάντα κάτι, ίσως και να μην ξέρει κανείς τί ακριβώς, έλειπε.

Ας μην μακρηγορούμε, όμως, μιας και σε αυτό το longread υπάρχουν ακόμη σχεδόν δέκα χιλιάδες λέξεις. Είναι όσες μοιράστηκαν με την Popaganda ο πάλαι ποτέ συνιδιοκτήτης του POP μαζί με τους DJs, τους μπάρμεν, τις σερβιτόρες και μερικούς θαμώνες.

Όταν ολοκληρώσετε, αν σας έχει ανοίξει η όρεξη για ένα παγωμένο Zombie, κανείς δεν θα σας παρεξηγήσει.

Σάββατο βράδυ στο κέντρο της πόλης

Κι όμως υπήρχε μία εποχή που δεν νυχτοπερπατούσε σχεδόν κανείς στο «ιστορικό κέντρο» της Αθήνας, γιατί πολύ απλά εντός των ορίων του δεν υπήρχε σχεδόν κανένα μπαρ. Ώσπου δυο φίλοι πήραν μία πολύ αυθόρμητη απόφαση…

Χριστόφορος Τυροπώλης: Τελείωσα Τουριστικών Επαγγελμάτων και ασχολήθηκα με την οργάνωση χώρων μαζικής εστίασης. Γρήγορα κατάλαβα ότι μου άρεσε πιο πολύ το μπαρ, για ευνόητους λόγους, και εξειδικεύτηκα. Δούλεψα σε ορισμένα στην Αθήνα, αλλά και σε μπαρ ξενοδοχείων στη Μύκονο. Μετά οργάνωσα κιόλας μερικά, όπως το Στυλ Καφέ στου Ψυρρή. Εκεί γνώρισα και τον μετέπειτα συνέταιρό μου στο POP, τον Νίκο Μανουσάκη.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Την Τρίτη 12 Νοεμβρίου 1997 σε μια εορταστική συναυλία για τα 10 χρόνια Ρόδον και τα 100 χρόνια EMI όπου έπαιζαν οι Strangelove, γνώρισα τον Νίκο μέσω μιας κοινής παρέας. Χαρισματικός άνθρωπος, σε κέρδιζε με το πνεύμα, το χιούμορ και την αφοσίωσή του στην μουσική. Τον συναντούσα μερικές φορές, πήγαινα σε κάτι βραδιές που έκανε με την «ντιτζεϊκή» ομάδα που είχε τότε, τους Lipgloss, αλλά κατά το 1998-1999 χαθήκαμε. Δεν υπήρχαν τότε social media και τέτοια. Αν χανόσουν με κάποιον, χανόσουν κανονικά. Ακόμη, πάντως, θυμάμαι μια βραδιά PULP που είχε κάνει στο Mad στην Συγγρού.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Κάποια στιγμή βαρέθηκα όλα αυτά που γίνονται από τους εργοδότες προς τους εργαζόμενους. Σε προσλαμβάνουν για να κάνεις κάτι, μετά νομίζουν ότι έχουν μάθει πως να το κάνουν μόνοι τους και αρχίζουν τις γκρίνιες, τις ανούσιες επικρίσεις και το στιλάκι «τα ξέρω όλα καλύτερα». Επίσης δεν υπήρχε κάτι που να μας άρεσε απόλυτα, του Νίκου και εμένα, για να βγαίνουμε. Τότε πηγαίναμε στο Mad, που είχε καλή μουσική αλλά δεν είχε καλά ποτά. Ε τι, να κρυβόμαστε τώρα; Ή κάπου αλλού είχε καλά ποτά αλλά δεν είχε καλή μουσική. Ή αλλού μπορεί να είχε καλά ποτά και καλή μουσική αλλά ήταν όλα μαύρα μέσα. Δηλαδή ένα «πακέτο» με διακόσμηση που ακόμη και αν δεν σε τρελαίνει, τουλάχιστον δεν σε ενοχλεί, με καλά ποτά και καλή μουσική, δεν υπήρχε. Πήραμε την απόφαση στα τέλη του 2000, ενώ δουλεύαμε ακόμη στο Στυλ Καφέ. Ο Νίκος έπαιζε μουσική, εγώ ήμουν bartender.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που φυλάνε σαν κόρη οφθαλμού τις μικρές, τετράγωνες κάρτες του POP, οι οποίες στην πίσω πλευρά είχαν το χάρτη της γειτονιάς.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Στις 3 Ιουλίου 2001 έπαιζε η PJ Harvey στο Rockwave. Ο Νίκος ήταν εκεί κρατώντας τις μικρές χαρακτηριστικές κάρτες του POP. Τον είχε ήδη συναντήσει ένας τότε φίλος. Ο Νίκος του μετέφερε τα νέα για το POP κι ότι έψαχνε DJs. Εκείνος του είπε ότι έπαιζα ως μέλος μιας ομάδας (Bananafishbones) στο Decadence. Ο Νίκος του ζήτησε να μου δώσει μια κάρτα και του είπε αν θέλω να πάω να τον βρω στο POP για να μιλήσουμε.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Η απόφαση ήταν πολύ αυθόρμητη. Δεν είχαμε κανένα έσοδο που θα μπορούσε να τη δικαιολογήσει. Το αποφασίσαμε Δεκέμβριο του 2000. Τον Φεβρουάριο νοικιάστηκε το μαγαζί εντελώς τυχαία. Ψάχναμε στο κέντρο, κάπου που να μην υπάρχει πιάτσα, να μην έχει τριγύρω άλλα μαγαζιά.

Γιάννης Μελιανός: Σχετικά με τη νυχτερινή ζωή στο ιστορικό κέντρο πριν από το POP, θυμάμαι ότι τα μέρη που θα μπορούσα να έχω ένα καλό dry-Martini Cocktail ήταν ελάχιστα!

Χριστόφορος Τυροπώλης: Τότε υπήρχε μόνο το Booze, το πάνω, που λειτουργούσε περιστασιακά, με sms. Έστελνε ο Λούβρος ότι έχει πάρτυ και όποιος το έπαιρνε, το έλεγε σε δυο-τρεις ακόμη κι έτσι μαζευόταν κόσμος. Ωραία φάση, αλλά δεν έπαιζε κάτι άλλο. Εκτός από το POP που υπήρχε μετά το 2000, θυμάμαι μόνο το Toy στην πλατεία Καρύτση. Φυσικά δε μιλάω για καφετέριες που υπήρχαν στην Ερμού.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Το πιο κοντινό μπαρ και γενικά χώρος εστίασης που υπήρχε πρέπει να ήταν το Toy στην Καρύτση ενώ το Booze στην Κολοκοτρώνη υπήρχε μόνο στον πάνω όροφο και άνοιγε σκόρπια για κάποιο event και μόνο.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Το έχουν γράψει πολλές φορές ότι ουσιαστικά το POP ίδρυσε την πιάτσα. Μπορεί, τι να πω.

Στη μέση του πουθενά, όχι αστεία.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Θυμάμαι τη μέρα που κατέβηκα την Καραγιώργη Σερβίας, που μετά γίνεται Περικλέους, και στην Ευαγγελιστρίας έστριψα δεξιά. Μιλάμε για πλήρως αχαρτογράφητα μέρη τότε από άποψη νυχτερινής ζωής. Φτάνοντας στην γωνία Ευαγγελιστρίας και Κλειτίου είδα το POP. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα είναι πως ο Νίκος και ο Χριστόφορος είναι τρελοί που άνοιξαν bar εκεί. Μιλάμε πραγματικά για την μέση του πουθενά εκείνη την εποχή.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Το εμπορικό τρίγωνο δεν υπήρχε ως νυχτερινός προορισμός. Ήταν κυριολεκτικά εμπορικό τρίγωνο. Υπήρχαν επαγγελματίες που εμπορεύονταν παπούτσια, κάλτσες, οτιδήποτε. Διασκέδαση δεν υπήρχε.


«Εδώ ή θα αγαπηθούμε ή θα σφαγούμε»

2 Ιουνίου 2001: η μέρα που η «indie Αθήνα» βρίσκει το νέο στέκι της και θα χωρέσει μέσα σε αυτό ο κόσμος να χαλάσει.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Εκεί που άνοιξε το POP υπήρχε ένα μικρό μαγαζί με εκλεπτυσμένα είδη δώρων, καμία σχέση με τα βρακιά που βγάζανε τότε στα πανέρια. Είπα στον ιδιοκτήτη ότι ψάχνω ένα μακρόστενο χώρο, για να το κάνω μπαρ. Κάποια στιγμή με πήρε τηλέφωνο γιατί δεν είχε δουλειά και μου είπε: «Μήπως θέλετε αυτό; Φεύγω». Για τη διακόσμηση ευθύνεται η τότε κοπέλα του Νίκου, η σκηνογράφος Αλεξία Θεοδωράκη. Οι ιδέες ήταν δικές της, η εκτέλεση δική μας. Λεφτά δεν υπήρχαν οπότε κάναμε πολλά πράγματα μόνοι μας. Δηλαδή εμείς σπάσαμε και βάλαμε τα πλακάκια στη μπάρα, γι’ αυτό ήταν ελαφρώς ανισόπεδη η επιφάνεια. Υπήρχαν αρκετές ψιλοκακοτεχνίες, αν και δεν φαίνονταν. Ήταν όμως ωραίο το αποτέλεσμα, είχε άποψη.

Ο ορισμός της do-it-yourself μπάρας, κυρία μου…

Βαγγέλης Κυριακάκης: Πέρα από το μουσικό κομμάτι, όπου ο Νίκος έθετε υψηλά αλλά παράλληλα ελεύθερα ως προς την έκφραση στάνταρ αισθητικής, πρέπει να μιλήσουμε και για τη διακόσμηση. Ξέρουμε πολύ καλά που σύχναζε μέχρι τότε αυτός ο κύκλος που τελικά αγκάλιασε το POP. Τέτοιο μέρος δεν υπήρχε. Το μαγαζί ήταν κουκλί. Ήταν όμως και πάρα πολύ μικρό για τα δεδομένα της εποχής. Το «σχέδιο» φαινόταν πολύ όμορφο αλλά συνάμα πολύ φιλόδοξο για να πετύχει. Που να ήξερα εκείνη την στιγμή πόσο μπροστά ήταν ο Νίκος και ο Χριστόφορος.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Η διακόσμηση από μόνη της υπονοούσε την προσοχή μας στη μουσική. Στο μπαρ από κάτω υπήρχαν βινύλια. Μπαίνοντας στο POP περίμενες να ακούσεις κάτι άλλο, κάτι πολύ διαφορετικό από ό,τι παιζόταν στα μαγαζιά που κυριαρχούσαν τότε.

Νίκος Τριανταφύλλου: Έμαθα για ένα καινούριο μαγαζί στο κέντρο κι ένα βράδυ πέρασα την ψηλή πόρτα που οδηγούσε σε ένα ψηλοτάβανο αλλά μικροσκοπικό χώρο με μια μπάρα που το γέμιζε σχεδόν ολόκληρο. Ο Νίκος και ο Χριστόφορος είχαν στήσει κάτι απλό αλλά σπάνιο. Ένα μέρος που θα γινόταν στέκι για όσους είχαν βαρεθεί τα ίδια και τα ίδια. Και πιο πολύ απ’ όλα, κάτι μακριά από τη μιζέρια που έδειχνε να πνίγει κάθε τι που πάει να αλλάξει στην Αθήνα.

Βλέπεις βινύλια, είναι καλό.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Είχαμε πει ότι θα το δουλέψουμε μόνοι μας γιατί δεν περιμέναμε ότι θα είχε σύντομα τόση επιτυχία, πιστεύαμε ότι θα τα βγάζαμε πέρα. Στην αρχή ήμουν εγώ bartender, ο Νίκος στη μουσική και η κοπέλα του βοήθησε λίγο μέχρι να βρούμε κανονική σερβιτόρα. Έγινε ένα μικρό σούσουρο ότι άνοιξε κάτι καινούριο τύπου Decadence, χωρίς να είναι Decadence. Και ήρθε η Λιλίκα…

Λιλίκα Δρακοπούλου: Το καλοκαίρι του 2001 βρισκόμουν στην Μήλο για σεζόν και έρχονταν διάφοροι φίλοι και γνωστοί. Αναφέρθηκε λοιπόν ότι άνοιξε ένα καινούριο bar στο κέντρο, στην περιοχή που μέχρι τότε υπήρχαν μόνο μαγαζιά με παπούτσια και ρούχα. Α, ναι, και το Booze… Κράτησα την πληροφορία και όταν γύρισα Αθήνα επισκέφτηκα την περιοχή της Ευαγγελιστρίας.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Στο μπαρ ήμασταν μόνοι μας εγώ και ο Νίκος. Η Λιλίκα ήρθε με ένα φίλο της, τελείως μεθυσμένη, και ζήτησε δουλειά. Έτσι όπως την είδα, της είπα «ευχαριστούμε αλλά είμαστε καλυμμένοι». Όμως επέμεινε, ήρθε την επόμενη και τη μεθεπόμενη και τελικά την πήραμε. Ευτυχώς!

Λιλίκα Δρακοπούλου: Την πρώτη φορά έψαχνα να το βρω ώσπου ξαφνικά άκουσα από κάπου να παίζει Belle & Sebastian και ακολούθησα τον ήχο. Έφτασα γύρω στις 2 το πρωί. Ήταν άδειο. Ρώτησα αν χρειάζονται άτομα για service και μετά από δύο βδομάδες περίπου άρχισα δουλειά. Αυτό έγινε τον Οκτώβρη του 2001. Ξεκίνησα σχεδόν αμέσως να δουλεύω πέντε βράδια την εβδομάδα και τις δύο που δεν δούλευα, πάλι εκεί ήμουν!

“You are my angel…come from way above…to bring me love”

Χριστόφορος Τυροπώλης: Φτιάχναμε το μαγαζί από το Φεβρουάριο του 2001 που το νοικιάσαμε μέχρι τέλη Μαϊου. Αποφασίσαμε να το ανοίξουμε 2 Ιουνίου. Το είπαμε σε 5 φίλους και μαζεύτηκαν 150 άτομα. Βέβαια από τις 7 το απόγευμα μέχρι τις 22.30 δεν είχε έρθει άνθρωπος. Από τις 22.30 μέχρι τις 23.00 ήρθαν όλοι. Λες και είχαν ραντεβού. Μάλλον είχαν δηλαδή, γιατί μια μεγάλη παρέα ήταν όλοι. Ουσιαστικά το μαγαζί άρχισε να τρέχει με τους ρυθμούς που το θυμούνται όλοι από τον Σεπτέμβριο. Τότε ακόμη ο κόσμος είχε λεφτά κι έφευγε τον Αύγουστο. Γύρω στις 10 Σεπτέμβρη ξεκίνησε ο χαμός.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Στην αρχή τα πράγματα ήταν χαλαρά. Αλλά με σταθερά βήματα όλο και περισσότερος κόσμος μάθαινε από στόμα σε στόμα την κατάσταση της Κλειτίου κι ερχόταν να δει τι συμβαίνει. Η περιοχή δεν ήταν νυχτερινό πέρασμα. Έπρεπε να πας επί τούτου, επειδή το ήξερες ότι βρίσκεται ένα μπαρ στην μέση του πουθενά, ή εντελώς από τύχη αν βρισκόσουν να περιφέρεσαι βράδυ σε εκείνα τα πεζοδρομημένα σοκάκια.

Μάκης Παπασημακόπουλος: Είχαν αρχίσει και πήγαιναν διάφορα άτομα που γνώριζα. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν η πλήρης άρνηση και στην συνέχεια με σύρανε με το ζόρι. Κάπου ανάμεσα στην άρνηση, στο «έλα μωρε τώρα ποιο POP, λύσσα» και στο «φτάσαμε», έκατσα και το συνήθισα.

Ράνια Αραβίδου: Πήγα πρώτη φορά με ένα φίλο μετά από μια μεθυσμένη βραδιά, όταν όλοι οι υπόλοιποι έκλειναν, αφού με βεβαίωσε ότι «το POP θα είναι ακόμη ανοιχτό». Μου έκανε εντύπωση ότι ήταν γεμάτο τόσο αργά βράδυ καθημερινής και ότι όλοι χόρευαν. Το μικρό μέγεθος του μαγαζιού καθιστούσε αδύνατο να μη νιώσεις άνετα και τα ποτά του ήταν ακαταμάχητα.

Νίκος Τριανταφύλλου: Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν τα τεράστια, γεμισμένα μέχρι πάνω, σφηνάκια και η οικειότητα που ένιωσα με τα παιδιά εκεί.

Χρήστος Κοντός: Το ερωτεύτηκα. Ένιωσα μια απέραντη οικειότητα που δεν σταμάτησα ποτέ να νιώθω μέχρι τη μέρα που έκλεισε. Φυσικά έγινε αμεσως έγινε στέκι μου.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Έπαιξε τεράστιο ρόλο το word of mouth από την πρώτη μέρα.

Ευριπίδης Σαμπάτης: Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Μου φάνηκε ένας μουσικός παράδεισος.

Δημήτρης Πολιτάκης: Δεν είμαι σίγουρος από ποιον έμαθα ότι ανοίγει το POP. Μαθαίνονταν αυτά γρήγορα πιο παλιά. Από την Βασιλική Παναγιώτου ίσως.

Βασιλική Παναγιώτου: Στο POP μας πήγε για πρώτη φορά ο φίλος Σεραφείμ Πετράκης (που δυστυχώς πέρασε σε άλλη διάσταση το 2005 και ετσι δεν μπορουμε να επιβεβαιώσουμε ημερομηνιες και λεπτομέρειες) αρχές Ιουνίου του 2001 νομίζω. Γνωρίζοντας τις συνήθειες του «Σερ» μάλλον ήταν το δεύτερο βραδυ -μετά τα εγκαίνια- που σημαίνει πως πήγε το πρώτο βράδυ, ενέκρινε και μετά μας τράβηξε όλους για να μας το δείξει. 

Δημήτρης Πολιτάκης: Μου έκανε εντύπωση το μέγεθος τσέπης. Εδώ ή θα αγαπηθούμε ή θα σφαγούμε, σκέφτηκα.

Quentin: Ατμόσφαιρα, τεράστια κοκτέιλς, καλά ποτά, χρώματα, μουσικές…

Μάκης Παπασημακόπουλος: Mε έπιανε ένας μικρός πανικός σχετικά με τον κόσμο που ήταν χυμένος σαν πεταμένος καφές απόξω, πάρα μα πάρα πολλοί κώλοι στο πεζοδρόμιο που μου έβγαλε εκ νέου μια άρνηση, αλλά μετά μπήκα μέσα και το έπιασα γενικώς. Αυτό μου έκανε και την μεγαλύτερη εντύπωση. Το μέσα. Δεν ήμουν ποτέ οπαδός του «έξω» του POP. Όλο αυτό το νησιώτικο πεζοδρομοστέκομαι που τόσο αγαπάει πολύς κόσμος στην Ελλάδα, εμένα δεν μου κάθεται καλά. Το μέσα του POP όμως ήταν συγκλονιστικό. Ήταν τόσο όσο σκοτεινό, τόσο όσο στενό (εντάξει όχι τόσο όσο, ΠΟΛΥ ΣΤΕΝΟ) και αυτό το μικρό «ξέβρασμα» μπροστά στο παράθυρο ήταν αρχικά η μεγάλη μου αδυναμία. Με τα χρόνια και πολύ περισσότερο με την συνειδητοποίηση πως δεν ήθελα να είμαι με κόσμο απαραίτητα, η αδυναμία μου ήταν τα τελευταία σκαμνιά προς τα πίσω, κοντά στην τουαλέτα.

Βασιλική Παναγιώτου: Μου άρεσε η αίσθηση του κινδύνου που διέτρεχες κάθε φορά που έπρεπε να σκαρφαλώσεις τα σκαλιά της τουαλέτας, που στην αρχή ήταν κάπως υπερυψωμένη, και την πιθανότητα κουτρουβαλιάσματος στο κατέβασμα. Μετά έκαναν ανακαίνιση και την έφεραν στα ίσια της. 

Γιάννης Μελιανός: Έμαθα για το POP από τον Χριστόφορο, με τον οποίο είχαμε εργαστεί παλιότερα μαζί στο Αιολίς. Αν δεν τον είχα συναντήσει τότε, δεν ξέρω αν θα είχα την ίδια πορεία. Μετά από ένα χρόνο λειτουργίας του μαγαζιού με κάλεσε να αναλάβω τη θέση του στο μπαρ.

Ράνια Αραβίδου: Μόλις άκουσα ότι χρειάζονται κόσμο πήγα στον Χριστόφορο που, αφού μου έκανε το πιο ενδιαφέρον interview της ζωής μου, πείστηκε μόνο όταν άκουσε την ημερομηνία γεννήσεώς μου. Είναι η ίδια με τα γενέθλια του POP.

Γιώργος: Πρωτοπήγα το καλοκαίρι του 2002 και μου έκαναν εντύπωση ο κόσμος που ήταν (ξ)απλωμένος κάτω στον πεζόδρομο, η τεράστια κάβα, ο κουστουμαρισμένος Γιάννης Μελιανός, το ποτήρι-ποσότητα του Zombie και γενικά όλων των ποτών, η μουσική και η άνετη ατμόσφαιρα που επικρατούσε. Με τη Λιλίκα κολλήσαμε αμέσως και φυσικά έγινε στέκι. Αυτό που δεν το πολυσκέφτεσαι και απλά βρίσκεσαι εκεί κάθε βράδυ. Δουλειά ζήτησα από το Χριστόφορο το καλοκαίρι του 2006, όταν ξεμπέρδεψα με σπουδές και στρατό. Ενώ ήμουν άσχετος με το bartending μου φαινόταν καλή ιδέα να δουλεύεις στο bar που συχνάζεις. Δεν έπεσα έξω. Ποτέ δεν ένιωσα «υπάλληλος» εκεί μέσα.

Νίκος Τριανταφύλλου: Αυτό που σε τράβαγε σχεδόν κάθε μέρα για ένα ποτό ήταν ότι παρόλο που είχε γίνει στέκι για τους περισσότερους, συχνά αφετηρία της βραδιάς ή και κατάληξη, ποτέ δεν ήξερες πως θα εξελιχθεί η βόλτα σου από εκεί. Η κάθε του νύχτα ήταν διαφορετική επειδή ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τους ανθρώπους και τις επιθυμίες τους.


Όχι άλλα χιτάκια!

Πολύ πριν το εύκολο online digging, οι DJs του POP έπαιζαν την πιο εκλεκτική μουσική της Αθήνας, προκαλώντας τους θαμώνες να δώσουν σημασία σε αυτά που άκουγαν. Βλέπετε, το Shazam δεν είχε μπει ακόμη στη ζωή κανενός.

Τα θρυλικά Technics MK2 του POP.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Στη μουσική είχαμε κοινή αισθητική με τον Νίκο. Δεν έγινε μεγάλη συζήτηση γι’ αυτό το θέμα. Ξέραμε ότι θα παίζουμε το τότε alternative και indie. Μετά εξελίχθησε σε λίγο πιο ηλεκτρονική φάση, πάντα εκλεκτική.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Μιλώντας με τον Νίκο, κατάλαβα ότι ήθελε μουσική με βάση την εναλλακτική pop, και να ακούγονται πράγματα που πουθενά αλλού δεν μπορούσες να ακούσεις. Όχι άλλα «χιτάκια» όταν ακόμα και οι «εμπορικές» μπάντες είχαν τόσα κομμάτια. Μου πρότεινε να κάνω ένα «δοκιμαστικό» σετ. Ένα βράδυ του Ιουλίου (2001), πήγα με πολύ άγχος γιατί ήθελα να κλείσω το residency. Επέλεξα την μουσική μπροστά στον Νίκο αλλά όχι ανάμεσα σε πολύ κόσμο, αρχικά άλλωστε τις καθημερινές δεν χρειαζόταν καν σέρβις στο POP. Τελικά ο Νίκος μου πρότεινε να αναλάβω τις Τετάρτες και τις Πέμπτες. Την ίδια μέρα γνώρισα και τον Χριστόφορο. Αυτοί οι άνθρωποι θα έμπαιναν πολύ βαθιά στην καρδιά μου.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Κάθε μέρα είχε τον δικό της, συγκεκριμένο dj. Οπότε κάθε μέρα είχε το δικό της κοινό.

Νίκος Τριανταφύλλου: Τους πρότεινα να παίξω, έχοντας μπουχτίσει από τα μαγαζιά που έπαιζα τότε και ζητούσαν από τους djs όλο και πιο mainstream μουσικές. Επιτέλους είχα βρει ένα μέρος που μπορούσα να παίζω τη μουσική που ήθελα απέναντι σε ένα κόσμο που διψούσε για νέα ερεθίσματα.

Βασιλική Παναγιώτου: Ένα βράδυ έπινα στη μπάρα συζητώντας με το Νίκο και μου είπε ότι από την επόμενη βδομάδα, αντί του Χριστόφορου θα δούλευε εκείνος το μπαρ κάθε Δευτέρα -η βάρδια του νεκροταφείου των μπαρ αν και αργότερα στο POP εξελίχθηκε σε μικρό Σάββατο- και έψαχνε DJ. Πήρα τη δουλειά χωρίς δεύτερη σκέψη, πιθανότατα από κάποιον σαφώς ικανότερο από μένα. Ημουν και είμαι η χειρότερη DJ όλων των εποχών. Βάζω ό,τι μου κατέβει χωρίς κάνενα συνειρμό και αυτό ενοχλεί τις περισσότερες φορές. 

Δημήτρης Πολιτάκης: Όταν μου πρότειναν ο Νίκος κι ο Χριστόφορος να παίζω μια-δυο μέρες την εβδομάδα δέχτηκα με μεγάλη ευχαρίστηση. Έπαιζα Πέμπτες αργά μέχρι τέλους και Κυριακές τύπου μετά τις πέντε το απόγευμα ως τις εννιά. Οι Κυριακές ήταν σαφώς πιο ιδιαίτερες και σεντιμεντάλ. Κατά τις 8 είχαμε γίνει ήδη αλοιφή από τα Zombie.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Το POP ως «οργανισμός» και ο Νίκος με τον Χριστόφορο ως πρωτομάστορες έθεταν ως θέσφατο ότι θα κινείσαι με βήματα που θα ξέφευγαν από την πεπατημένη, αλλά διατηρώντας πάντα υψηλά στάνταρ αισθητικής ενώ άφηναν ανοιχτό και το πεδίο πειραματισμού.

Brian Sl.: Η «ισχυρή προσωπικότητα» του μαγαζιού του επέτρεπε να διατηρεί αναλλοίωτο το χαρακτήρα του ανεξαρτήτως μουσικών επιλογών ή «κόνσεπτ», εντός λογικών πλαισίων πάντα.

Δημήτρης Πολιτάκης: Έπαιζα ανάλογα τη διάθεση. Στο POP επιτρεπόταν (ενθαρρυνόταν) ακόμα και η «κλαψομουνιά», ειδικά τις Κυριακές.  

Αριστερά ο Mr.David που έπαιζε κάθε Τρίτη. Δεξιά ορισμένοι «σεσημασμένοι» scenesters.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Ο καθένας είχε μια λίγο πιο αγαπημένη μέρα, που έπαιζε ένας συγκεκριμένος DJ. Eίναι σημαντικό ότι τηρούσαμε τα slots. Αν δεν μπορούσε κάποιος να παίξει στη μέρα του, την έχανε. Το είχαμε ξεκαθαρίσει από την αρχή. Αν δεν μπορούσε πχ ο Δαβίδ να παίξει μια Τρίτη, δεν μπορούσε να κάνει αλλαγή με τον Νεκτάριο που έπαιζε την Πέμπτη ή με τον Χρήστο Κοντό που έπαιζε την Πέμπτη. Το έχανε και ξανάπαιζε την άλλη βδομάδα. Για να μη μπερδευτεί ο κόσμος.

Χρήστος Κοντός: Νομίζω ήταν 2006 όταν έδινα διάφορα cd στον Νίκο Μανουσάκη συζητώντας να παίξω καμιά φορά. Κάπως έτσι ξεκίνησε. Έπαιζα κάθε εβδομάδα μέχρι και το κλείσιμο του POP, το Σάββατo, την Κυριακή και νομίζω ότι είχα περάσει και από την Πέμπτη φευγαλέα. Θα έλεγα όμως ότι τα Σάββατα κατά τις 3-4 γινόταν κάτι μαγικό εκεί μέσα.

Νίκος Τριανταφύλλου: Ήταν η προ-shazam εποχή οπότε για κάθε κομμάτι που σου άρεσε και δεν ήξερες τι ήταν, έπρεπε να ρωτησεις τον dj. Και πιστέψτε με αυτό συνέβαινε συνέχεια.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Υπήρχε μια κάψα για μουσική που δύσκολα θα άκουγες αλλού. Είχα βαρεθεί στα μέρη που πήγαινα να ξέρω ποιο κομμάτι θα παίξει μετά από ποιο. Αν η «κασέτα» ήταν καλή δεν την άλλαζαν. Στο POP δεν υπήρχε αυτό, όλοι μας το βαριόμασταν. Υπήρχε η «ανάγκη» να ακούγονται τραγούδια που θα ξέφευγαν από το κλασικό, ιδίως όταν προέρχονταν από κλασικές indie μπάντες. Δηλαδή οι Smiths έχουν τόσους ύμνους αλλά παντού ακούγαμε μόνο το “Bigmouth Strikes Again”. Αν κάπου ακούγαμε το “This Charming Man” φτάναμε να λέμε ότι ο dj είναι «μερακλής». Στο POP όμως θα άκουγες, ας πούμε, το “Frankly Mr. Shanky” από το ίδιο album, κι αν σε κάποιους τώρα αυτό φαίνεται δεδομένο, το 2001 δεν ήταν καθόλου, ίσα ίσα, ήταν ένα κάποιο breatkthrough για ένα σημείο συνάντησης και διασκέδασης να ξεφεύγει από την λογική των singles.

Νίκος Τριανταφύλλου: Όλα τα παιδιά που έπαιξαν με τα πολύχρωμα mkII του POP ήταν σαν να ήθελαν να προκαλέσουν τον άλλο να δώσει σημασία στη μουσική.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Θυμάμαι σκηνικό μια Τετάρτη ή Πέμπτη, έρχονταν συχνά κάτι πολύ συμπαθητικά παιδιά που δούλευαν στο «ΣΙΝΕΜΑ». Κάποια στιγμή, αρκετά αργά, έφυγαν κι έτυχε ελάχιστα δευτερόλεπτα αφού έκλεισαν την πόρτα να βάλω το “I won’t share you”. Ένα παλικάρι της παρέας επέστρεψε μαινόμενος, στάθηκε στη μέση της «πίστας» και άρχισε βροντερά να τραγουδάει τους στίχους. Όταν τελείωσε, γύρισε κι έφυγε. Ήταν βροντόφωνος και σκέπαζε το κομμάτι αλλά ήταν η πιο ωραία φάλτσα εκτέλεση.

Βασιλική Παναγιώτου: Τις Δευτέρες η συνηθισμένη πελατεία ήταν δέκα άτομα ακόμα μεθυσμένα από το Σαββατοκύριακο. Ένα βράδυ όμως εμφανίστηκε μια παρέα που τάραξε τα νερά. Από τα δυσοίωνα post-rock και τις τελειωμένες «πανκογκαραζιές» που έπαιζα, με μέθυσαν ανεπανόρθωτα και κατέληξα να βάζω Μαντόνες και κάτι “Cant’ Get You Out Of My Head” που βρήκα στο ραφάκι από πίσω. Άρχισαν να έρχονται κάθε Δευτέρα μέχρι που αποδείχτηκε πως ήταν φίλοι με την αφεντικίνα της πρωινής μου δουλειάς, σε μια δισκογραφική. Με κάρφωσαν εν αγνοία τους και τότε εκείνη κατάλαβε γιατί ήμουν ράκος κάθε Τρίτη πρωί στο meeting για τις νέες κυκλοφορίες – πήγαινα στο γραφειο με 4 ωρες ύπνο, σε άθλια κατάσταση. Με πήρε στο γραφείο της και μου είπε «ή εμείς ή αυτοί». Παραιτήθηκα με βαριά καρδιά από το POP. 

Βαγγέλης Κυριακάκης: Κανένας «δισκοθετικός αυτισμός». Οποιαδήποτε μέρα και να πήγαινες θα πέρναγες ωραία. Ανέβαιναν οι ρυθμοί και οι εντάσεις. Δεν υπήρχε η λογική ότι «είμαστε ένα ήρεμο, laid back bar». Ήταν μικρό αλλά με ένταση και θορυβώδες το POP. Ιδίως τα Σάββατα μιλάμε για πραγματικό party hard.


Zombie, indie pop κι ιδρώτας στον πεζόδρομο

Μέσα σε λίγους μήνες δεν ήταν απλά μέσα ασφυκτικά γεμάτο το POP, αλλά γινόταν το έλα να δεις και έξω, στον, θρυλικό πια, πεζόδρομο της Κλειτίου. Και κάθε βράδυ ήταν σαν Σάββατο βράδυ, Σάββατο βράδυ…

Βαγγέλης Κυριακάκης: Την άνοιξη του 2002, ένα βράδυ που έπαιζα, συνειδητοποίησα τι είχε πια συντελεστεί. Το POP ήταν γεμάτο και το παπουτσάδικο απέναντι δεν φαινόταν από τον κόσμο που είχε κατακλύσει τον πεζόδρομο. Μαγεία!

Πόσοι «εναλλακτικοί» μπορούν να χωρέσουν σε ένα μπαρ μια σταλιά;

Χριστόφορος Τυροπώλης: Από το 2002 και μετά δεν υπήρχε διαφορά στις μέρες. Κάθε μέρα ήταν σαν Σάββατο. Και η Δευτέρα ακόμη. Χωρίς να κάνουμε ποτέ διαφήμιση. Μόνο λίγες καταχωρήσεις σε κάτι φανζίν, περισσότερο για να βοηθήσουμε τα παιδιά που τα έβγαζαν. Για όλα ευθύνεται το word of mouth.

Μάκης Παπασημακόπουλος: Όπως όλα τα μπαρ εκείνης της περιόδου, έχω την αίσθηση πως το POP απλά μπήκε στην ζωή μας σε κάποια φάση. Έκανες μια έτσι, κοιτούσες γύρω σου, ήσουν στο POP, αισθανόσουν άνετα, ότι θα περάσεις άλλο ένα βράδυ εκεί και το αποδεχόσουν.

Γιάννης Μελιανός: Για κάποιους από εμάς, του πρώτου πυρήνα των εργαζόμενων, δεν ήταν απλά ένα στέκι. Οι δεσμοί που αναπτύξαμε τόσο μεταξύ μας όσο και με τον χώρο ήταν αλληλένδετοι. Αισθανόμασταν όλοι ανεξαιρέτως το POP σαν μέρος της ζωής μας.

Και πόσα κοκτέηλ μπορούν να καταναλώσουν;

Κυπριανός Σκαφίδας: Ένα θολό βράδυ έλεγα στον Χριστόφορο πόσο τέλειο μαγαζί έχει και πόσο θα ήθελα να είμαι εκεί κάθε μέρα. Αστειευόμενος του είπα πως θα πάω σε ένα bar για να μάθω τα βασικά και μετά θα έρθω να του ζητήσω δουλειά. Η απάντηση ήταν με χιουμοριστικό τουπέ: «Θέλω να εκπαιδεύω εγώ τον bartender μου». Μέσα σε μια εβδομάδα είχα παραιτηθεί από την άλλη μου δουλειά και άρχισε το ταξίδι. Εννοείται πως αυτό που μου είχε κάνει εξαρχής εντύπωση ήταν τα cocktails. Ήταν το πρώτο μπαρ που γνώρισα και νομίζω από τα πρώτα γενικά, που είχε πραγματικά καλά cocktails σε φυσιολογικές τιμές.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Έχουν αφήσει εποχή τα cocktails του POP. Ειδικά το Zombie έχει γραφτεί με χρυσά γράμματα…σαν παυσίπονο. Οποιουδήποτε πόνου.

Κυπριανός Σκαφίδας: Εκτός από το γιγάντιο, πεντανόστιμο Zombie λατρέψαμε την αυθεντικότητα του μαγαζιού. Τα παιδιά που δούλευαν εκεί δημιουργούσαν μια οικειότητα με τους θαμώνες. Ήταν μια μεγάλη παρέα. Ειδικά όταν ξεπερνούσες το «τείχος», γινόταν ένα bar παράδεισος. Η αγάπη όλων για την μουσική ήταν η πραγματική βάση για το τέλειο κλίμα.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Ο Νίκος ήταν ο πρωτομάστορας της μουσικής και ο Χριστόφορος της μπάρας. Πρώτη φορά έβλεπα στην ζωή μου τέτοια ποικιλία σε ετικέτες ποτών. Μέχρι τότε κλασικό ήταν να πηγαίνεις κάπου και να λές «ένα ουίσκι», ή «μια βότκα». Στο POP είχες την ετικέτα σου. Να βρούμε bar με τέτοια μουσική και αισθητική που να σερβίρει καλοφτιαγμένα και ευφάνταστα κοκτέηλ; Ούτε στα όνειρα μας. Για την τρελά μεγάλη μεζούρα ας μην μιλήσω καλύτερα – έπινες ένα ποτό κι ήταν σαν να είχες καταναλώσει δύο άλλων χώρων. Άσε που όταν είδα τον Χριστόφορο να βάζει τον πάγο με τσιμπίδα ή σέσουλα και τα lime, τα πορτοκάλια και τα λεμόνια επίσης με τσιμπίδα, έπαθα σοκ.

Νίκος Τριανταφύλλου: Σε μια περίοδο όπου η επιλογή ήταν μπόμπα ή μπίρα, εμφανίζονταν μπροστά σου cocktails σε ποτήρια που ήθελες να τα πάρεις σπίτι σου. Οι συζητήσεις με τα παιδιά που δούλευαν εκεί, για το «τι θέλω να πιώ σήμερα», σε έκαναν να θες να τα δοκιμάσεις όλα.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Είχαμε τεράστιες μερίδες σε σχέση με άλλα μαγαζιά της εποχής. Αν έπινες στο POP δύο τζιν τόνικ, ήταν σαν να είχες πιει τρία αλλού. Είχαμε αποφασίσει τα χρήματα που άλλοι πλήρωναν σε διαφήμιση, εμείς να τα ξοδέψουμε για ποτά. Αυτό λειτούργησε σαν διαφήμιση από μόνο του. Όμως εσύ που πιστεύεις ότι με τρία τζιν τόνικ είσαι οκ, αν πιεις τόσα στο POP, είναι σαν να έχεις πιει πέντε. Οπότε την άλλη μέρα μπορεί να έχεις hangover. Έλεγαν μερικοί ότι είχαμε μπόμπες. Δεν πειράζει. Το έλεγα συνέχεια: παιδιά προσέξτε, είναι λίγο πιο βαριά τα ποτά μας. Βαριά σε ποσότητα δηλαδή.

Κυπριανός Σκαφίδας: Ήταν ένα μέρος που μπορούσες να είσαι ο εαυτός σου, να είσαι άνετος, δεν το είδα ποτέ σαν δουλειά και δεν θυμάμαι στη ροή της βραδιάς ποτέ να με ζορίζει κάτι έντονα. Ο μόνος μας «φόβος» ήταν μη βάλουμε λιγότερο ποτό. Ήταν το μόνο για το οποίο μπορούσε πραγματικά να σε ξεφτιλίσει ο Χριστόφορος μπροστά σε όλους. Τον ενοχλούσε να βλέπει μη ξέχειλα ποτήρια.

Ράνια Αραβίδου: Ήταν ζόρικο να καταφέρεις να ελιχθείς ανάμεσα σε τόσο κόσμο με πέντε Zombie στο χέρι – κάτι που λύθηκε όταν όλοι συνήθισαν να τους κλωτσάμε ελαφρώς για να περάσουμε.

Μάκης Παπασημακόπουλος: Για μένα το peak ήταν το σημείο που η αλκοολική κατανάλωση έφτανε στο σημείο που δεν με ένοιαζε πόσο σπρώξιμο έτρωγα.

Ράνια Αραβίδου: Από τις 2 και μετά γινόταν χαμός. Έμεναν αυτοί που ήταν έτοιμοι να πιούνε και να χορέψουν μέχρι τελικής πτώσης.

Μάκης Παπασημακόπουλος: Πέρασα διάφορες φάσεις. Από το 3-4 φορές την εβδομάδα για 5 λεπτά ή 5 ώρες, στο 1-2 φορές την εβδομάδα, στο 1 μια φορά τον μήνα, στο πάλι 3-4 φορές την εβδομάδα. Ασφαλώς υπήρξαν και περίοδοι που πήγαινες, αλλά δεν το θυμόσουν ότι πήγαινες, οπότε στο μυαλό σου πήγαινες 1-2 φορές την εβδομάδα, ενώ στην πραγματικότητα ήσουν εκεί σχεδόν κάθε βράδυ.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Αν βάλουμε ως big bang την άνοιξη 2002 που το POP ήδη είχε ανθίσει, θα έλεγα ότι η φάση ήταν ένα διαρκές peak. Είχε τον κόσμο που ήταν από νωρίς μετά την δουλειά και κατά τα μεσάνυχτα αποχωρούσαν, τον κόσμο που έσκαγε εκείνη πια την ώρα (δυνατοί πότες που έμεναν μέχρι τέλους) ενώ υπήρχαν και θαμώνες που έκλειναν κανονικά «οχτάωρο» μέσα στο POP. Ο κόσμος τότε έβγαινε ανεξαρτήτου ημέρας, υπήρχαν θαμώνες που έμεναν μέχρι το κλείσιμο ακόμα και τις καθημερινές.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Στην αρχή κάναμε το λάθος και κλείναμε 6-7 το πρωί τις καθημερινές. Αυτό ακούστηκε και πήγε να καθιερωθεί ως άφτερ. Μας πήρε ένα χρόνο να το αλλάξουμε, να το πάμε 3. Γιατί κάποιοι που έφευγαν ξημερώματα, μπορεί και να τους έπαιρνε ο ύπνος στην είσοδο ενός μαγαζιού που άνοιγε μετά από μία ώρα. Δεν ήταν και πολύ ωραίο θέαμα…

Βασιλική Παναγιώτου: Η ατάκα «αν θυμάσαι τα 60s δεν ήσουν πραγματικά εκεί» μπορεί κάλλιστα να παραφραστεί για τις μέρες του POP. 

Λιλίκα Δρακοπούλου: Δεν θυμάμαι ακριβώς την ώρα αλλά για κάποιον λόγο έρχονταν όλοι μαζί, λες κι είχαν ραντεβού. Ξαφνικά έπρεπε να σερβίρω ταυτόχρονα 50 άτομα. Τα καλοκαίρια δε, η κατάσταση ήταν λίγο πιο βάρβαρη. Κάποιες νύχτες έπρεπε να εξυπηρέτησω 200 άτομα έξω στον πεζόδρομο της Κλειτίου. Αυτό ήταν το πιο ζόρικο κομμάτι της δουλειάς, όχι μόνο για μένα αλλά και για τα παίδια που δούλευαν μέσα στο μπαρ. Γιατί, κακά τα ψέματα, ήμασταν τρεις που έπρεπε να ανταπεξέλθουμε στις ανάγκες 200 πολύ «διψασμένων» ανθρώπων σε διάστημα μιας ώρας. Μόλις έφευγε το πρώτο «κύμα» άρχιζε το φαν κομμάτι…

Κυπριανός Σκαφίδας: Το last call -ναι ήταν από τα μαγαζιά που δε φοβόταν να προστατέψει τον εργαζόμενο και να κλείσει πριν αδειάσει- ήταν πάντα μια περιπέτεια.

Γιάννης Μελιανός: Φέρνω στο μυαλό κυρίως την ώρα που κλείναμε, στις δυόμιση, τις καθημερινές. Πολλές φορές είχαμε παράπονα και με δυσκολία κλείναμε αφού το POP ήταν ακόμη γεμάτο κι εμείς έπρεπε να κάνουμε το last call τη στιγμή που κανένας δεν ήθελε να φύγει.

Αν κάποιος ήταν αρκετά τυχερός και προλάβαινε σκαμπό στη μπάρα, δεν σηκωνόταν ούτε με σεισμό.

Βασίλης Ροϊδης: O κόσμος ήταν ταυτόχρονα το πιο δύσκολο και το πιο όμορφο κομμάτι της δουλειάς. Μπορούσε να σε εξαντλήσει κι άλλες φορές ήθελες να βγεις απ’ το μπαρ και να παρτάρεις μαζί τους σαν να είστε φίλοι από πάντα.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Το POP δεν ήταν στέκι γειτονιάς. Ήταν στέκι του κέντρου, δηλαδή πολύ μεγαλύτερης εμβέλειας, κάτι που δε γίνεται εύκολα, και τότε δε γινόταν σχεδόν ποτέ.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Kάποια στιγμή εκτός Αθήνας κατά το 2005, ανέφερα ότι βάζω μουσική στο POP και ήταν ένας τύπος που δεν με πίστευε. Δεν είχε πάει ποτέ, αλλά από αυτά που είχε ακούσει ήδη είχε λάβει μυθικές διαστάσεις στο μυαλό του. Εκείνη την εποχή όλο αυτό είχε μεγάλη σπουδαιότητα γιατί ταξίδευε κυρίως με αφηγήσεις ανθρώπων. Άλλωστε δεν υπήρχαν ακόμα τα social media που ήταν ικανά είτε να δημιουργήσουν μια όμορφη αλλά επίπλαστη εικόνα για κάτι, είτε να κανιβαλίσουν.


Η «σκηνή» του POP

Όπως κι αν την ορίσει κανείς, ήταν σίγουρα πολλοί αυτοί για τους οποίους ένα λιλιπούτειο μπαρ στο κέντρο της πόλης ήταν σαν «σπίτι μακριά απ’ το σπίτι». Όλοι ένιωθαν ότι βρίσκονταν στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή. Και αυτό είναι κάτι. Δεν είναι;

Ευριπίδης Σαμπάτης: Το POP υπήρξε μια σχεδία σωτηρίας μέσα σε έναν ωκεανό από αδιάφορα ως και απαράδεκτα μπαρ και κλαμπ τότε στις αρχές του 2000. Όλα τα indie kids που αρχίζαμε να μεγαλώνουμε, οι μεγαλύτεροι, τα νεότερα παιδιά που δεν πρόλαβαν τα indie clubs στις δόξες τους, μαζευτήκαμε στο μικροσκοπικό αυτό μπαρ.

Τι στοίχημα βάζετε ότι αυτή τη στιγμή ο DJ παίζει Magnetic Fields;

Χρήστος Κοντός: Αυτό που έγινε στο POP ήταν μοναδικό στα πρόσφατα χρόνια της αθηναϊκής νύχτας. Δεν ήταν απλά μια σκηνή. Όπως έλεγα χαρακτηριστικά τότε, το POP ήταν ένα καθαρτήριο.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Όλο αυτό δεν ήταν τυχαίο. Οφειλόταν στη στάση και το απαρέγκλιτο όραμα του Νίκου και του Χριστόφορου. Είχαν επιχειρήσει κάτι που ξέφευγε από την πεπατημένη από όλες τις απόψεις. Τις πρώτες μέρες μπορεί να έμπαιναν στο POP συνολικά οχτώ άτομα όλο το βράδυ. Αλλά ο Νίκος και ο Χριστόφορος δεν γκρίνιαζαν. Ήταν μονίμως χαμογελαστοί. Είχαν φτιάξει ακριβώς αυτό που ονειρεύονταν και είχαν την διάθεση να το υπηρετήσουν πιστά και να κάνουν υπομονή.

Ράνια Αραβίδου: Ένιωθα σαν να ήμουν στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή. Είναι ένα συναίσθημα που πολύ σπάνια νομίζω νιώθει κάποιος στη ζωή του, ότι είσαι στην αρχή κάτι μεγάλου, δημιουργικού και ζωντανού, ότι είσαι μέρος του και θέλεις να κρατήσει.

Χρήστος Κοντός: Για τους πιο πολλούς το POP ήταν ένα σπίτι, ένα μέρος που όταν ήταν σμπαράλια μπορούσαν να πάνε και να ξορκίσουν τους δαίμονές τους, να χαμουρευτούν ασύστολα, να σώσουν τον εαυτό τους από την τρέλα, να κλάψουν, να ερωτευτούν, να ξεγυμνωθούν χωρίς να νιώσουν άβολα, χωρίς τίποτα να μοιάζει παράταιρο.

Δημήτρης Πολιτάκης: Υπέροχο ήταν, αλλά τότε έμοιαζε φυσιολογική εξέλιξη η συνεύρεση ατόμων παρόμοιας ευαισθησίας (και όχι μόνο μουσικής) στο ίδιο «σπίτι μακριά απ’ το σπίτι».

Βασιλική Παναγιώτου: Ζούσαμε τη στιγμή χωρις καμία αίσθηση της πραγματικότητας (ἠ της σκηνής) και δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από αυτό. Όταν χάνεσαι στο τώρα είναι που είσαι πραγματικά ευτυχής. Πολύ θα ήθελα να έχω ακόμα αυτη την ικανότητα. 

Βαγγέλης Κυριακάκης: Ο Νίκος μου είχε πει ότι η επιλογή μουσικής είναι πολύ σημαντική δουλειά, θέτει τον τόνο στο βράδυ, κι ότι θα πρέπει πάντα να υπηρετώ με συνέπεια αυτό που κάνω. Με τον Χριστόφορο έβαζαν τον εαυτό τους στην θέση του θαμώνα. Με σταθερά βήματα όλο και περισσότερος κόσμος που είχε μάθει από στόμα σε στόμα την όλη κατάσταση της Κλειτίου ερχόταν να δει τι συμβαίνει εκεί. Στο POP ερχόταν κόσμος που αγαπούσε την μουσική, την ωραία αισθητική, το καλό ποτό. Εκεί μέσα φτιάχτηκε ένας κύκλος μουσικόφιλων, λειτούργησε ως σημείο συνάντησης και τριβής, τότε που το διαδικτυακό digging ήταν ανύπαρκτο. Έγινε σημείο συνάντησης των μουσικά «πειραγμένων». Δεν είναι τυχαίο ότι ο άνθρωπος πίσω από το θρυλικό fanzine της εποχής Overdub (ο Χρήστος Καρράς) ήταν θαμώνας του POP. Ούτε ότι ο Δαβίδ που έπαιζε τις Τρίτες είχε εκδώσει ένα άλλο εξαίσιο fanzine, το Carousel. Ούτε ότι οι άνθρωποι πίσω από το Velvet Magazine ήταν επίσης θαμώνες. Υπήρχαν και αρκετά μέλη συγκροτημάτων που έρχονταν συχνά. Όπως και ουσιαστική αλληλεπίδραση με το Vinyl Microstore που έγραψε δική του ιστορία.

Ίσως το καλύτερο από τα cd-compilations που ετοίμαζαν οι ιθύνοντες του POP και μοίραζαν στον κόσμο λίγο πριν το κλείσιμο της σεζόν.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Όταν γίνονταν συναυλίες κάποιων συγκεκριμένων καλλιτεχνών, κατά τη διάρκειά τους δεν υπήρχε άνθρωπος στο POP. Συναντιόντουσαν όλοι νωρίτερα, έπιναν ένα-δυο ποτά, έφευγαν για να πάνε στη συναυλία και άδειαζε το μαγαζί. Είχε πλάκα γιατί μετά τη συναυλία όλοι ξανάρχονταν.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Το ίδιο το POP, ο Νίκος και ο Χριστόφορος δηλαδή, συμμετείχε ενεργά στην διοργάνωση πολύ σημαντικών συναυλιακών γεγονότων, όπως των Broadcast και των Hidden Cameras.

Brian Sl.: Πριν δω τη γενιά να «μεγαλώνει» μέσα από τα decks, μεγάλωσα μαζί της έξω από αυτά. Ακόμα κι αν δεν είμαι φίλος με αυτά τα παιδιά, η αίσθηση ότι «ενηλικιώθηκα» κοινωνικά και μουσικά μαζί τους είναι έκδηλη και φέρει έναν αέρα νοσταλγίας. Παρεμπιπτόντως το γεγονός ότι κανένα σχεδόν μετέπειτα μαγαζί δεν κατάφερε να «συλλάβει» την ατμόσφαιρα του POP είναι χαρακτηριστικό της μοναδικότητάς του. Αυτός ο συνδυασμός προσωπικού-θαμώνων-μουσικής και τοποθεσίας ήταν που το έκανε να ξεχωρίζει αλλά και να μην αντιγράφεται επιτυχώς.

Νίκος Μανουσάκης, ένας από τους δύο δημιουργούς του POP. Ναι, αυτός με τη μπλούζα. Πίσω του ο Superman.

Μάκης Παπασημακόπουλος: Όπως όλα τα καλά πράγματα, όσο ήσουν μέσα και το έβλεπες να συμβαίνει δεν το εκτιμούσες όσο έπρεπε. Το θεωρούσες μια φυσική εξέλιξη, κάτι δεδομένο. Με μια αρκετά μεγάλη απόσταση πλέον από όλη αυτή την ιστορία θα έλεγα πως τότε ένιωθες απλά ότι «φυσικά και γίνεται, αυτό έλειπε». Θέλω να πω, ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα περίοδος. Όχι απαραίτητα σε επίπεδο νέας μουσικής, αλλά σε επίπεδο δραστηριότητας, μουσικής αναζήτησης και εκφραστικής ανάγκης. Το POP αποτελούσε το μέρος που όλες αυτές οι ανησυχίες έβρισκαν έναν χώρο συλλογής και ανάμειξης και αυτό είναι όχι απλώς χρήσιμο αλλά καίριο και απαραίτητο για οποιαδήποτε σκηνή. Μπορεί κάποιος να επιχειρηματολογήσει πως δεν ήταν και καμιά σπουδαία σκηνή και υπό συνθήκες να μην διαφωνούσα, αλλά όπως και να το πεις και όπως και να το δεις, το POP αποτέλεσε το ορμητήριό της και αυτό σαν εμπειρία, σαν αίσθηση εκ των έσω, κουβαλούσε μια φοβερή ενέργεια.

Κυπριανός Σκαφίδας: Είναι τόσα τα πράγματα που πήρα σε προσωπικό επίπεδο, από συζητήσεις, σχέσεις, που δε μπορώ να το δω σαν «σκηνή». Υπήρχε μια συνεχόμενη ανταλλαγή ιδεών, ανοιχτά μυαλά, γνώμες να ξεκινάνε απόλυτες και να πλάθονται σε κάτι καινούριο. Λες και όλοι εκεί μέσα, ανεξάρτητα που βρίσκονταν στη ζωή τους, ήθελαν να πάνε λίγο παραπέρα. Νιώθω τυχερός που το έζησα.

Γιάννης Μελιανός: Ήταν το επίκεντρο στη ζωή μας. Ήταν μια μοναδική κατάσταση που δεν ξαναζήσαμε κάπου αλλού. Αργά ή γρήγορα κάθε πελάτης ενσωματωνόταν στην παρέα και το POP ήταν ένα σημείο αναφοράς για όλους μας.

Λικίκα Δρακοπούλου: Σκηνή, ε; Πραγματικά δεν έβλεπα κάτι τέτοιο. Αυτό που έζησα από μέσα ήταν το ότι δύο άνθρωποι πραγματοποίησαν το κοινό τους όνειρο.

Quentin: Το POP ήταν ένα. Υπήρχε ένας σεβασμός σε όλα του. Ήταν μικρό, ταπεινό και θαυμαστό.


Κλοέ Σεβινί, πώς κι από δω;

Μπουγέλα, σφηνάκια, καμμένα cd players, βρεγμένα πικάπ, μια βόλτα από το αστυνομικό τμήμα κι εκείνη η νύχτα σύγχυσης και γέλιου που η Κλειτίου μετατράπηκε σε αμμουδερή παραλία και οι «λουόμενοι» ήπιαν, μεταξύ άλλων, σαράντα λίτρα κοκτέιλ. Ναι, σαράντα.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Aπό τη δεύτερη χρονιά, το 2002, αποφασίσαμε με τον Νίκο να είμαστε έξω από το μπαρ, να μη δουλεύουμε σε πόστα, για να προσέχουμε τι γίνεται. Είχε ξεφύγει λίγο η κατάσταση. Έξω στον πεζόδρομο αλλά και μέσα στο μαγαζί είχαν γίνει μερικά πραγματάκια. Όχι πάντως σοβαροί τσακωμοί. Ήταν όμως μερικές κοπέλες και μερικά αγοράκια που είχαν θεματάκια ψυχαναλυτικής φύσεως και τα βγάζανε το βράδυ…

Ράνια Αραβίδου: Θυμάμαι τον Χριστόφορο να προσπαθεί να διώξει μία πελάτισσα που ήταν επιθετική πιάνοντας ένα μικρό τσουλούφι από τα μαλλιά της και γυρνώντας την γύρω-γύρω. Γελάω ακόμα.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Υπήρχαν Σάββατα που η κατάσταση ξέφευγε εντελώς, μιλάμε για ανελέητο partying. Έπεφταν μπουγέλα, τα σφηνάκια πήγαιναν σύννεφο, είχαμε κάψει πόσα CD players με όλα αυτά που έπεφταν πάνω τους. Ευτυχώς τα παιδιά είχαν καβάτζα στο πατάρι για να συνεχιστεί η βραδιά.

Βασίλης Ροϊδης: Ένα βράδυ κάποιος έβαλε το “Umbrella” της Rihanna. Μέσα σε λίγα λεπτά το POP έγινε σχεδόν σαν πισίνα αφού όλοι, πιστοί στη σκηνοθεσία του κλιπ, άρχισαν να πετάνε νερά. Ήταν η αρχή μιας περιόδου με πολλά μπουγέλα.

Ευριπίδης Σαμπάτης: Ο κολλητός μου μάνιασε, άρπαξε μια ομπρέλα από μια γωνία, σκαρφάλωσε στη μπάρα, άνοιξε την ομπρέλα και άρχισε να κάνει αισθησιακά χορευτικά με βαθιά καθίσματα, ρίχνοντας κάτω τα ποτά όλων και προκαλώντας ενα μαζικό χειροκρότημα.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Σε ένα πάρτυ για καλοκαιρινό κλείσιμο διακοπών το μπαρ είχε ξαφνικά γεμίσει με κόσμο που ήταν μόνο με τα μαγιό του, σκισμένα ρούχα από το ξεσάλωμα, απίστευτα σκηνικά.

Βασίλης Ροϊδης: Ήταν το “almost naked” party. Βραδιά κλεισίματος του μαγαζιού. Καταλήξαμε να τρώμε πρωινό στα Mac τυλιγμένοι με πετσέτες θαλάσσης, που ευτυχώς ήταν ξεχασμένες στο μαγαζί – γενέθλιο δώρο του POP στους πελάτες από προηγούμενη χρονιά.

Ένα τυχαίο βράδυ στην πλαζ της Κλειτίου.

Κυπριανός Σκαφίδας: Υπήρξε bartender που έλουσε πελάτισσα με το σφηνάκι που δεν ήθελε να πιει, κίνηση που αντί για παρεξήγηση, οδήγησε στο να παίξει μπουγέλο με κανάτες το μισό μαγαζί. Ένα άλλο βράδυ μια καθηγήτρια της ΑΣΚΤ προσπάθησε να πάρει την αστυνομία (που ήδη είχαμε καλέσει για να τη διώξει γιατί δεν έφευγε), νομίζοντας ότι την κλειδώσαμε μέσα, γιατί ήταν τόσο μεθυσμένη που δε μπορούσε να ανοίξει την πόρτα.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Μια φορά η όλη φάση κατέληξε κατά τις 7 το πρωί Κυριακής με τον μπάρμαν τον Βασίλη (Ροΐδη) με το χέρι σκισμένο να αιμορραγεί. Ξεκινήσαμε δυο μας για το νοσοκομείο, θαμώνες του POP μπήκαν στη μέση της Κολοκοτρώνη και σταμάτησαν ταξί, φτάσαμε τελικά στον Ευαγγελισμό, μπήκε ο Βασίλης για ράμματα και τελικά κατά τις 10:30 ξύπνησα στην καρέκλα της αναμονής και βρήκα 17 κλήσεις από τα παιδιά στο POP που μας περίμεναν να γυρίσουμε.

Νίκος Τριανταφύλλου: Ιστορίες που θα μπορούσες να γράψεις βιβλία ολόκληρα. Και αν δεν τις θυμόσουν εσύ, θα είχες κάποιον να σου τις θυμίσει τη επόμενη μέρα.

Δημήτρης Πολιτάκης: Να πω δύο που μου έρχονται χαρακτηριστικά. Η πρώτη ήταν Κυριακή, είχα φύγει απόγευμα εν μέσω σφοδρής καταιγίδας από το Synch στο Λαύριο για να πάω να παίξω στο POP, το αμάξι δεν τράβαγε και κουβάλησα καταβρεγμένος το σάκο με τους δίσκους που είχα στο πορτ-μπαγκάζ μέχρι τη στάση του λεωφορείου που ήταν τίγκα στον κόσμο. Όρθιος και με το μισό σάκο σφηνωμένο στην πόρτα του οδηγού, έφτασα κάποτε στο Σύνταγμα και μετά αγνώριστος από την κακουχία αλλά θριαμβευτής στο POP που ήταν ήδη γεμάτο. Η δεύτερη ήταν Σάββατο, είχα να πάω (και να παίξω) σε πάρτι πολύ φίλων, αλλά ο Χριστόφορος με έψησε λόγω εκτάκτου ανάγκης να πεταχτώ για ένα τρίωρο σετ τις κρίσιμες ώρες, μεσάνυχτα με τρεις το πρωί και μετά να γυρίσω πίσω. Έφυγα από το πάρτι «κουμπωμένος» μόλις και μου έσκασε στο POP. Ήταν το πιο αιθέριο τρίωρο που έχω βάλει ποτέ μουσική. Για το κοινό απ΄ έξω, δεν έχω ιδέα. Πότε πήγα, πότε γύρισα, ήταν σαν μακρινό ωραίο όνειρο.

Μάκης Παπασημακόπουλος: Από το POP ξεκίνησε η περίφημη βραδιά μου με τους Black Lips, η οποία βέβαια κατέληξε στο αστυνομικό τμήμα Εξαρχείων με εμένα να προσπαθώ να φανώ διπλωμάτης και να καταφέρνω μόνο ένα επαναλαμβανόμενο «τα παιρδιά είνραι από τρην Αμρερική γιρτί να δρώσουνε τραυτότητες δρηλαδρή δεν το καταλαβαίνω».

Γιάννης Μελιανός: Τώρα πια τα θυμάμαι όλα με νοσταλγία. Σίγουρα μετά από καιρό μπορεί να εξιδανικεύουμε τα πράγματα και η διάθεση εναπόλησης να περικλείει τα πάντα με ένα μυθικό πέπλο, μα πράγματι αυτό που ζήσαμε τότε στο POP ήταν πολύ όμορφο και αυθόρμητο και μένει ακόμα ζωντανό σε κάποιους από εμάς.

Γιώργος: Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις σούπες του Χριστόφορου ξημερώματα της πρωτοχρονιάς, τις ξέφρενες βραδιές που κατέληγαν σε μπουγέλα με prosecco μέσα κι έξω από το POP, τον τύπο που ένα βράδυ έγλειφε τον τοίχο απέναντί μου για αρκετή ώρα, τη Λιλίκα να περνάει με τέσσερα cocktail στο κάθε χέρι πάνω απ’ τα κεφάλια του κόσμου και να μην χύνεται σταγόνα, την Κλοέ Σεβινί που ήρθε φορώντας μόνο μία σαλοπέτα, ήπιε τρία ποτά σε μισή ώρα…

Χρήστος Κόντος: …και σχεδόν έπεσε κάτω μετά απά αρκετά σφηνάκια ενώ έπαιζα το “Sugar Kane”. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ την αντίδραση του κόσμου το βράδυ που έπαιξα πρώτη φορά το “The past is a grotesque animal”.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Ένα καλοκαίρι, νομίζω ένα χρόνο πριν το κλείσιμο, το 2011, μετατρέψαμε το στενό σε παραλία. Είχαμε βάλει άμμο, πισίνες, φοίνικες… Την άλλη μέρα μαζεύαμε τέσσερις ώρες την άμμο για να ανοίξει το μαγαζί. Νομίζω ότι ήταν Τετάρτη το event. Έτυχε να μην έχει τίποτα άλλο στην Αθήνα, ούτε συναυλία, ούτε πάρτι, και μαζεύτηκαν όλοι στο POP. Είχαμε φτιάξει κι ένα κοκτέηλ με το οποίο έγινε χαμός. Έφυγαν γύρω στα 40 λίτρα. Κάθε κοκτέηλ είναι περίπου 200ml. Κάνε τους υπολογισμούς λοιπόν πόσα κοκτέηλ μιλάμε. Χώρια τα άλλα ποτά…

Brian Sl.: Ήταν αυτό το ανάμικτο συναίσθημα «κεκαλυμμένης» ναρκισσιστικής περηφάνειας κι «ελεγχόμενης» ντροπής όταν έβλεπες το πρώτο φως της ημέρας να αντανακλάται στη βιτρίνα του μαγαζιού με τα παπούτσια απέναντι απ’ το νούμερο 10Β της οδού Κλειτίου. Παπούτσια δεν πουλούσε ή είχα πιει πολύ; 


«Το POP θα παραμείνει προσωρινά κλειστό λόγω τεχνικού προβλήματος»

Κι όμως, τον Ιούνιο του 2012 η πόρτα του POP έκλεισε οριστικά.

Νίκος Τριανταφύλλου: Το POP τελείωσε για μένα όταν «έφυγε» ο Νίκος. Το μεσημέρι μετά την κηδεία πήγαμε όλοι εκεί, παίξαμε, ήπιαμε, τραγουδήσαμε. Κατεβαίνοντας από τα decks εκείνο το βράδυ, σκύβοντας να μαζέψω τους δίσκους μου, έδωσα ένα φιλί στον μίκτη. Όχι για αντίο αλλά για υπόσχεση. Ότι θα είναι πάντα έτσι.

Πάλι το ξημερώσαμε…

Χριστόφορος Τυροπώλης: Το 2001, τόσο γρήγορα που δεν το πιστεύαμε, ξεπληρώσαμε τα προσωπικά δανεικά που είχαμε πάρει από φίλους για να το ανοίξουμε. Από τότε ζούσαμε αρκετά καλά, χωρίς υπερβολές βέβαια, και ο Νίκος και εγώ. Δεν χρωστούσαμε σε κανέναν, ούτε μέσα στο POP, σερβιτόρες, DJs κλπ, ούτε έξω, δηλαδή προμηθευτές, κάβες, ΙΚΑ. Μέχρι το 2008 υπήρχαν γύρω στις 100 χιλιάδες ευρώ στην τράπεζα. Αυτά για κάποιους είναι πολλά λεφτά, για κάποιους άλλους δεν είναι. Αν έχεις συνηθίσει στα 10 ευρώ, τα 100 χιλιάρικα είναι πάρα πολλά. Αν έχεις συνηθίσει στα 50 χιλιάρικα, τα 100 είναι απλά τα διπλά. Τα λεφτά φύγανε όλα για το θέμα υγείας του Νίκου -επεμβάσεις, ταξίδια στο εξωτερικό που έπρεπε να κάνει. Θα το ξανάκανα χωρίς δεύτερη σκέψη. Απλά αυτό συνέπεσε με την αρχή των μνημονίων, τότε που στο κέντρο γινόταν χαμός. Κάτω από τη Σταδίου δεν κυκλοφορούσε τίποτα, γιατί τα σπάγανε πάνω από τη Σταδίου – και καλά έκαναν. Όμως λιγόστεψε ο κόσμος. Δεν ήξερες όχι απλά αν μπορούσες να κατέβεις στο κέντρο με το αμάξι, αλλά ακόμη και να τα κατάφερνες, δεν ήξερες αν θα το έβρισκες άθικτο. Επίσης δυστυχώς δεν είχαμε καφέ από το πρωί, όπως τα άλλα μαγαζιά για να συντηρούνται. Φύγανε λοιπόν τα λεφτά της καβάτζας και δεν ξαναήρθαν ποτέ.

Χρήστος Κοντός: Πριν κλείσει το POP κάναμε μια κάπως περίεργη συνάντηση. Φάγαμε και ήπιαμε του σκασμού και συζητήσαμε με τον Χριστόφορο πώς να βοηθήσουμε το μαγαζί να ανακάμψει. Οι καιροί είχαν αλλάξει δραματικά το 2012. Με ανανεωμένο ηθικό περίμενα την επόμενη εβδομάδα για να παίξω. Τελικά δεν έπαιξα ποτέ ξανά. Έκλεισε μέσα στον Ιούλιο αν θυμάμαι καλά με ένα χαρτί στην πόρτα που ενημέρωνε σχετικά με κάποια τεχνικά προβλήματα.

Brian Sl.: Φήμες κυκλοφορούσαν και από πιο πριν, αλλά η επίσημη ανακοίνωση έγινε εν μέσω ενός αποπνικτικού καύσωνα το καλοκαίρι του 2012 στο σπίτι του Χριστόφορου στην Πλατεία Αμερικής. Όλο το έμψυχο δυναμικό μαζεμένο και το θέμα της συνάντησης ήταν μάλλον γνωστό σε όλους πριν καν αυτή αρχίσει. H θλίψη για μια εποχή που έμοιαζε να τελειώνει ήταν αναπάντεχη και σοκαριστική. Σε καμία περίπτωση δεν συνδεόταν με την επικείμενη «απόλυση». Το να παίζω μουσική στο POP δεν είχε ποτέ βιοποριστική «χροιά». Έμοιαζε με το συναίσθημα που έχεις όταν πακετάρεις τις τελευταίες κούτες αφήνοντας το σπίτι στο οποίο ενηλικιώθηκες.

Κυπριανός Σκαφίδας: Όλα τα μαγαζιά έχουν τα πάνω και τα κάτω τους. Αλλά όταν χτύπησε δυνατά η κρίση την Αθήνα, κυρίως σε «ψυχολογικό» επίπεδο (ήταν σα να έχει κατάθλιψη η πόλη η ίδια), το POP δεν μπόρεσε να αντέξει το βάρος. Ο κόσμος άλλαξε πολύ τον τρόπο που έβγαινε. Ένα μαγαζί παίρνει χρώμα και ζωή από τους θαμώνες του, αλλά δε ζει μόνο με αυτούς. Ήταν μια στιγμή που δε μπορούσαν να συντηρηθούν πολλά μαγαζιά. Έπρεπε να κρατήσεις την ανάσα σου και να προσπαθήσεις να βγεις από την άλλη ζωντανός. Σε εκείνη τη δύσκολη στιγμή δεν είχε πολύ δυνατά πνευμόνια το POP και κανείς δεν ήταν ευτυχώς διατεθειμένος να κάνει «εκπτώσεις» που ίσως βοηθούσαν, με κίνδυνο να αλλάξει το DNA του μαγαζιού. Για παράδειγμα δεν έπεσε το μεροκάματο ούτε 1 ευρώ. Υπήρχαν bartenders τότε στην ευρύτερη περιοχή που έπαιρναν σχεδόν τα μισά από εμάς, ακόμα και σε πιο mainstream μαγαζιά που πήγαιναν καλύτερα.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Υπήρχε και μια φυσιολογική φθορά του χρόνου. Όπως υπήρχε και μια φθορά λόγω της αρρώστιας του Νίκου. Πολύς κόσμος που τον ήξερε, δε μπορούσε πια να έρθει στο μαγαζί, δεν άντεχε να είναι εκεί και να σκέφτεται ότι ο Νίκος είναι άρρωστος. Από τη στιγμή που ο Νίκος πέθανε, το 2011, έτσι κι αλλιώς εγώ είχα αποφασίσει ότι θα έπρεπε να κλείσει το POP. Άρχισαν και κάποια οικονομικά προβλήματα μιας και είχαν εξαφανιστεί τα λεφτά που είχαμε στην άκρη. Φτάσαμε σε σημείο να χρωστάμε στη ΔΕΗ. Κάποια στιγμή μας είπαν ή δίνετε τα μισά τώρα και κάνουμε διακανονισμό για τα υπόλοιπα, ή θα σας το κλείσουμε. Τα μισά ήταν 4 χιλιάρικα. Θα μπορούσα να τα βρω. Αλλά δεν ήθελα, είχα βαρεθεί. Και μια μέρα απλά μας κλείσανε το ρεύμα.

Μάκης Παπασημακόπουλος: Θυμάμαι να μαθαίνω την είδηση και να μένω κάπως μουδιασμένος. Όπως μουδιάζεις με το κλείσιμο κάθε μεγάλου κεφαλαίου της κοινωνικής σου ζωής. Η πρώτη σκέψη που έκανα ήταν μια απορία σχετικά με το τι θα έκανε όλος αυτός ο κόσμος, πράγμα που αντιλαμβάνομαι ήταν τελείως ηλίθιο, αλλά αυτό σκέφτηκα αυθόρμητα. Όταν το χώνεψα κάπως μελαγχόλησα ασφαλώς, έστω και αν αναγνωρίζω ότι κάθε τέτοια ιστορία οφείλει να κλείνει με κάποιον τρόπο για να μην ξεχειλώσει.

Λιλίκα Δρακοπούλου: Έφυγα από το POP και από την Ελλάδα τον Φεβρουάριο του 2011. Τα νέα ότι έκλεισε με βρήκαν στο Όσλο. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν: καλύτερα τώρα, while it still shines!

Δημήτρης Πολιτάκης: Νομίζω ότι από τότε που χάσαμε το Νίκο, είχε αρχίσει να στερεύει η κλεψύδρα. Κρίμα, πολύ κρίμα, αλλά τίποτα δεν κρατάει για πάντα.

Χριστόφος Τυροπώλης και Νίκος Μανουσάκης στα ένατα γενέθλια του «παιδιού» τους.

Βασιλική Παναγιώτου: Είχα προ πολλού μετακομίσει εκτός Ελλάδας, όποτε το έμαθα κατόπιν εορτής. Αλλά είχα το “odd acid flashback’” και θυμήθηκα πως στο POP είχα κάποτε λυποθυμήσει, πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή μου, ενώ ο τότε φίλος μου έβγαζε φωτογραφίες και πιθανότατα απαθανάτισε την πτώση σε 35mm, οπότε η σκέψη ήταν «που να είναι τώρα άραγε αυτές οι φωτογραφίες». 

Βαγγέλης Κυριακάκης: Αρχές Ιουνίου του 2012 έμαθα ότι θα μείνει κλειστό προσωρινά για τεχνικούς λόγους. Ουδέν μονιμότερο του προσωρινού τελικά. Παρέμεινε κλειστό για πάντα. Δεν ξέρω αν θα βάσταγα μια βραδιά αποχαιρετισμού που θα ήξερα ότι μπαίνω εκεί για τελευταία φορά. Ήταν πιο ροκ το τελείωμα του, έτσι του ταίριαζε, χωρίς επικήδειους και αποχαιρετιστήριες εκδηλώσεις. Μπαμ κι έξω.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Δεν είχα βαρεθεί το POP. Είχα βαρεθεί το άγχος της επόμενης μέρας.

Ευριπίδης Σαμπάτης: Πιστεύω πως είχε κλείσει τον κύκλο του. Θα με στεναχωρούσε πολύ να εξελισσόταν σε μια σκιά αυτού που υπήρξε κάποτε.

Γιάννης Μελιανός: Ήταν μια δύσκολη στιγμή, μα δεν γινόταν αλλιώς. Είχε κάνει τον κύκλο του.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Όχι απλά είχε πια κάνει τον κύκλο του. Τρεις κύκλους είχε κάνει. Γιατί στη νύχτα ένας κύκλος είναι τρία χρόνια.

Ράνια Αραβίδου: Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι ήρθε το τέλος μιας εποχής. Ότι μεγαλώσαμε.  Ότι κάτι σπουδαίο έκανε τον κύκλο του.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Το τελευταίο βράδυ δεν έγινε κάτι φοβερό. Δεν πλάκωσε όλος ο κόσμος για να μας πει γεια, γιατί δεν ξέραμε κιόλας ότι θα ήταν το τελευταίο. Απλά έτυχε να μας κόψουν τότε το ρεύμα. Οπότε βάλαμε το κλειδί στην κλειδαριά και φύγαμε.


Μικρό μπαρ, μεγάλη κληρονομιά

Η «εναλλακτική νυχτερινή ζωή» μετά το POP φυσικά συνεχίστηκε. Όμως μέχρι και σήμερα κανείς δεν έχει καταφέρει να επαναλάβει με τους ίδιους όρους τη συνταγή της επιτυχίας του. Δεν μπορεί παρά να λέει κάτι αυτό. Ίσως και κάτι διαφορετικό στον καθέναν απ’ όσους έζησαν εκεί πράγματα που ούτε όλα τα Zombie του κόσμου δεν θα ήταν αρκετά για να τα σβήσουν από τη μνήμη τους.

High times!

Βασίλης Ροϊδης: Το POP είχε παντρέψει τον επαγγελματισμό ενός εξειδικευμένου cocktail bar με το ανεπιτήδευτο κλίμα και την εναλλακτική μουσική.

Βαγγέλης Κυριακάκης: Κάθε τι που είναι πρωτοποριακό αφήνει μια κληρονομιά πίσω του. Όσοι ήμασταν και καλά “indie” δεν είχαμε ποτέ βρεθεί σε ένα ανάλογο μέρος με τέτοια μουσική τουλάχιστον. Όλα τα άλλα ακολούθησαν σε βάθος τριετίας και μετά. Το POP ήταν το πρώτο στα πάντα. Η εικόνα του «γκρεμισμένο» με έχει σημαδέψει. Κάθε φορά που περνάω από Κλειτίου νιώθω ένα σφίξιμο στο στομάχι. Μου λείπει πολύ ο Νίκος, πρώτα ως φίλος και άνθρωπος και μετά για όλα όσα πρέσβευε μουσικά. Όσον αφορά τον Χριστόφορο, περιμένω την στιγμή που θα επανέλθει με κάτι δικό του. Τον χρειάζεται η Αθήνα.

Χριστόφορος Τυροπώλης: Σκέψη να ξανανοίξει το POP δεν υπήρξε, γιατί το είχαμε ανοίξει με τον Νίκο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις μέρες που το φτιάχναμε. H μητέρα του και η δική μου μας έφερναν κατσαρόλες με φαγητό γιατί μέναμε σερί εκεί μέσα για 48ωρα. Φτιάχναμε και φτιάχναμε και φτιάχναμε, με μουσική υπόκρουση ένα τρανζιστοράκι. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει ο Νίκος, δεν υπάρχει λόγος ύπαρξης του POP για μένα. Ακόμη μου στέλνουν διάφοροι. Με τιμάει πολύ αυτό, γιατί σημαίνει ότι το POP έχει αφήσει εποχή για κάποιους ανθρώπους που περνούσαν καλά εκεί.

Χρήστος Κοντός: Η μαγιά που ένωσε τόσους ανθρώπους κάτω από μια σκεπή σε έναν εναγκαλισμό που κράτησε χρόνια, δεν υπάρχει πια. Αυτή η εποχή έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Αναρωτιέμαι αν οι άνθρωποι που περνάνε από αυτούς τους δρόμους μπορούν να δουν τα φαντάσματά μας να χορεύουν χωρίς αύριο. Θυμάμαι μερικές φορές να κοιτάω σαν χαζός το ιδρωμένο καζανάκι του POP και να σκέφτομαι πόσο υπέροχη είναι η ζωή αυτή τη στιγμή. Τώρα όλα είναι ανώδυνα, άχρωμα και άοσμα, σαν τα κοκτέηλ και τις πίτσες των «μπιστρό» του ιστορικού κέντρου.

Νίκος Τριανταφύλλου: Στους τέσσερις τοίχους του γεννήθηκαν ιδέες, ομάδες, φιλίες, έρωτες, μιας και το μέγεθος του σε έφερνε σε άμεση επαφή με τον δίπλα σου. Οπότε και το «θες να κάνουμε κάτι» υποθέτω είναι κάτι που πρέπει να έλεγε συχνά ο ένας στον άλλο.

Ευριπίδης Σαμπάτης: Έφερε κοντά πολλούς ανθρώπους και δημιούργησε παρέες που κάποιες κρατάνε γερά ακόμα. Μας χάρισε άπειρες ώρες βαθιά ποιοτικής και καθόλου τετριμμένης μουσικής και μια γωνίτσα που ήταν δική μας μέσα στον ωκεανό κακογουστιάς που ήταν η Αθήνα. Επίσης ήταν ενα μέρος πολυ φιλικό για τα lgbtq άτομα, πράγμα όχι συνηθισμένο τότε.

Γιώργος: Την τελευταία φορά που έπαιξε μουσική ο Μανουσάκης στο POP ήταν Δευτέρα, δεν είχε πολύ κόσμο και ο Νίκος είχε μια περίεργη διάθεση. Προς το τέλος της  βραδιάς μου ζήτησε να σβήσω τα φώτα για να ακούσουμε ολόκληρο το Popplagid των Sigur Ros στη διαπασών. Ένα ζευγάρι τρόμαξε κι έφυγε! Από τότε, όποτε ακούω αυτό το κομμάτι ανατριχιάζω. Ομάδα με τόσες προσωπικότητες δεν νομίζω πως θα υπάρξει ξανά. Τεράστιο respect σε Χριστόφορο, Νίκο, Λιλίκα καθώς και σε όλους όσους έπαιξαν μουσική στο POP.

Ράνια Αραβίδου: Ήταν ένα μέρος όπου μία μερίδα ανθρώπων, με κοινή αγάπη για τη μουσική, τα βινύλια, τον κινηματογράφο -και με τεράστια αντοχή στο αλκοόλ- γνωρίστηκε, ερωτεύτηκε, χόρεψε, έκλαψε, μέθυσε. Οι φιλίες που δημιουργήθηκαν εκεί μέσα, έγιναν σχέσεις ζωής, και οι αναμνήσεις των στιγμών μας θα μείνουν αξέχαστες σε όλους μας.

Νίκος Τριανταφύλλου: Aυτή είναι η αίσθηση που άφησε το POP στους ανθρώπους του. Ότι ακόμα και αν δεν βλέπονται κάθε βράδυ πια, η ανάμνηση του μας βάζει όλους μαζί εκεί, επειδή βρεθήκαμε πολύ κοντά ο ένας στον άλλο.

Δώσ’μου το παυσίπονό μου τώρα…

Χριστόφορος Τυροπώλης: Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που συγκρίνουν μαγαζιά που ανοίγουν σήμερα με το POP. Το θεωρώ λάθος. Είναι άλλη η εποχή. Έχουν περάσει 17 χρόνια από τότε που άνοιξε το POP. Ήμουν 34. Τώρα είμαι 51! Μέχρι σήμερα δεν μου έχουν περάσει άλλες βρώμικες σκέψεις από το μυαλό να ξανανοίξω μαγαζί. Ελπίζω να μην ακουστεί περίεργο, αλλά έχοντας κάνει με τον Νίκο κάτι που άφησε εποχή, νομίζω ότι θα δυσκολευόμουν πάρα πολύ για να κάνω κάτι καλύτερο.

Μάκης Παπασημακόπουλος: Θα ήθελα να πω κάτι μεγάλο και επικό, αλλά όσο μεγαλώνω θεωρώ πως αυτά δεν έχουν και τόσο σημασία. Οι παρακαταθήκες εννοώ. Το POP ήταν ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο της εποχής του και έδωσε σε πολύ κόσμο έναν μπούσουλα για το πως θέλει ή πως ήθελε να διασκεδάζει και να εμπνέεται. Είναι ένα μοντέλο και ένα κεφάλαιο το οποίο πλέον δεν έχει κάποια ιδιαίτερη θέση στον σύγχρονο χάρτη των αθηναϊκών μπαρ και το λέω αυτό με μια κάποια στενοχώρια. Από την άλλη ίσως είναι και καλύτερα έτσι. Κάθε εποχή και κάθε σκηνή (ό,τι στο διάολο και αν σημαίνει αυτό) έχει κάποια σημεία συγκέντρωσης, κάποια μέρη που πρέπει να είσαι, που πρέπει να βρίσκεσαι. Θεωρώ πως το POP δεν ήταν φτιαγμένο για να μετατραπεί σε ένα μπαρ που απλά θα μεγάλωνε και θα ηρεμούσε. All good things should end. It’s what makes them and keeps them good.

Δημήτρης Πολιτάκης: “Everything dies baby, that’s a fact, but maybe everything that dies, someday comes back” (Springsteen, Atlantic City – δεν ήταν ο Αφεντικός κλασικό άκουσμα του μαγαζιού, εγώ πάντως έριχνα κανένα κομμάτι πού και πού)

Χριστόφορος Τυροπώλης: Από τη στιγμή που ο σκοπός ενός μαγαζιού είναι η διασκέδαση, τότε θεωρώ ότι το POP πέτυχε.

Brian Sl.: Eίναι αναπόφευκτη η νοσταλγία όταν για ακόμα ένα βράδυ δηλώνεις απογοητευμένος από την ποιότητα της νυχτερινής διασκέδασης και αναρωτιέσαι «γιατί να έχει κλείσει το Ποπ;»

Quentin: Ω γλυκιά ανάμνηση!


Η Popaganda ευχαριστεί όσους συμμετείχαν σε αυτό το μεγάλο ρεπορτάζ.
Με αλφαβητική σειρά:
Η Ράνια Αραβίδου κάποτε ήταν σερβιτόρα στο POP. Σήμερα είναι interior designer.
Η Λιλίκα Δρακοπούλου κάποτε ήταν σερβιτόρα στο POP. Σήμερα ζει στο Όσλο.
Ο Γιώργος κάποτε ήταν bartender στο POP. Σήμερα συνεχίζει να εργάζεται ως bartender.
O Χρήστος Κοντός κάποτε ήταν DJ στο POP. Σήμερα είναι φωτογράφος και εκδότης του περιοδικού Kennedy.
Ο Βαγγέλης Κυριακάκης κάποτε ήταν DJ στο POP. Σήμερα τον ακούτε στο Avopolis Radio.
Ο Γιάννης Μελιανός κάποτε ήταν bartender στο POP. Σήμερα συνεχίζει να εργάζεται ως bartender.
Η Βασιλική Παναγιώτου κάποτε ήταν DJ στο POP. Σήμερα, μεταξύ άλλων, συνεργάζεται και με την Popaganda.
O Μάκης Παπασημακόπουλος κάποτε ξενυχτούσε στο POP. Σήμερα είναι ραδιοφωνικός παραγωγός.
O Δημήτρης Πολιτάκης κάποτε ήταν DJ στο POP. Σήμερα είναι δημοσιογράφος.
Ο Βασίλης Ροΐδης κάποτε ήταν bartender στο POP. Σήμερα συνεχίζει να εργάζεται ως bartender.
Ο Ευριπίδης Σαμπάτης κάποτε ήταν DJ στο POP. Σήμερα ζει στη Βαρκελώνη και γράφει τραγούδια ως Evripidis and his Tragedies.
Ο Κυπριανός Σκαφίδας κάποτε ήταν bartender στο POP. Σήμερα είναι ιδιωτικός υπάλληλος.
O Νίκος Τριανταφύλλου κάποτε ήταν DJ στο POP. Σήμερα είναι ηχολήπτης.
Ο Χριστόφορος Τυροπώλης κάποτε ήταν συνιδιοκτήτης του POP. Σήμερα εργάζεται ως bartender.
Ο Quentin κάποτε έπινε και χόρευε στο POP. Σήμερα είναι DJ και γραφίστας.
O Brian Sl. κάποτε ήταν DJ στο POP. Σήμερα είναι ιδιωτικός υπάλληλος.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.