ΘΕΑΤΡΟΈνα Φιντανάκι του 1921 έρχεται το 2017 να μας μιλήσει για αιώνιες αλήθειες

Ένα Φιντανάκι του 1921 έρχεται το 2017 να μας μιλήσει για αιώνιες αλήθειες

Ο Γιώργος Βουδικλάρης εξυμνεί την ομάδα ηθοποιών της παράστασης του Εθνικού θεάτρου αλλά και τον σκηνοθέτη της και αναγνωρίζει την επικαιρότητα της δουλειάς τους.

Τι σημαίνει, αλήθεια, για την εξέλιξη της κοινωνίας μας το γεγονός πως ένα έργο που σύντομα θα γιορτάσει τα εκατοστά του γενέθλια, διατηρεί μια τόσο ανατριχιαστική επικαιρότητα; Πώς θα φαινόταν αυτό σε έναν άνθρωπο του 1921 που οραματιζόταν ή απλά έλπιζε πως η ζωή ενός συμπολίτη του στις αρχές του 21ου αιώνα δεν θα μαστίζεται από την ίδια ανέχεια, από τις ίδιες ανισότητες, από την ίδια απελπισία; Κι ανάποδα: πόσο υπερήφανοι μπορούμε να είμαστε σήμερα βλέποντας πως εξακολουθεί, όπως και πριν από εκατό χρόνια, να αποτελεί το χρήμα τη μοναδική κοινωνική αξία, να λοιδορείται ανηλεώς ο έντιμος ως αφελής ή ανόητος – για να μη χρησιμοποιήσω τη δημοφιλέστατη αυτή λέξη που μαθαίνουν πρώτη-πρώτη οι ξένοι πριν πατήσουν καν το πόδι τους στη χώρα όπου ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα; Γιατί δεν μας κάνει να χαμηλώνουμε από ντροπή το βλέμμα η εξευτελιστική πραγματικότητα πως ακόμα σήμερα ένα όμορφο νεαρό κορίτσι χωρίς οικονομικούς πόρους, αν δεν διαθέτει  βαθιά πίστη σε κάτι υψηλότερο ή αληθινή δύναμη χαρακτήρα, ενδέχεται  να εξωθηθεί σε  κάποιου είδους κοινωνικώς ανεκτή – ή και αποδεκτή – πορνεία;

Είναι αδύνατον να μην περάσουν από το μυαλό του θεατή αυτές οι μαύρες σκέψεις όταν βλέπει για πρώτη, ή και πολλοστή φορά, Το Φιντανάκι  του Παντελή Χορν. Από την άλλη, με αυτό τον τρόπο δικαιολογείται απολύτως κι η επιλογή του Ανέστη Αζά να ανεβάσει το συγκεκριμένο έργο στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Υπάρχει φυσικά κι ένας ακόμη λόγος: πως πρόκειται για εξαιρετικό κείμενο, μεγάλης ευαισθησίας και ακρίβειας, σπάνιας οικονομίας και τραγικότητας. Τραγικό πρόσωπο δεν είναι η Τούλα, το Φιντανάκι, που λυγίζει κι αποφεύγει να σπάσει, αλλά ο κυρ-Αντώνης, ο πατέρας, που συντρίβεται από τα απανωτά χτυπήματα.

Η παράσταση του Ανέστη Αζά ακολούθησε σκηνοθετικά την οδό μιας γνωστής πλέον παλαιότερης πρωτοπορίας γερμανικού τύπου – αυτή άλλωστε είναι και η παιδεία του δημιουργού της. Το χιούμορ που προέκυψε σε πολλές στιγμές ουδέποτε υπονόμευσε τη δραματικότητα των προσώπων ή των καταστάσεων, αντιθέτως την ανέδειξε επιτυχέστατα. Το κείμενο, είτε ευθέως είτε πλαγίως, έγινε απολύτως κατανοητό από την πλατεία, κι αυτό λογίζεται στα θετικότερα σημεία της βραδιάς. Σοφά πράττων, ο σκηνοθέτης πέταξε κάθε στοιχείο ηθογραφίας, την αυλή, τους χρονικούς προσδιορισμούς κλπ. Ο θρίαμβος όμως έγκειται στην επιλογή της ομάδας των ηθοποιών, που λειτούργησαν με άψογη ομαδικότητα, σημειώνοντας ταυτόχρονα ο καθένας ξεχωριστά μια σπουδαία επίδοση που δύσκολα θα ξεχαστεί.

Ο Κώστας Κουτσολέλος δείχνει όλο και περισσότερο κάθε φορά που τον βλέπουμε πως διανύει μια σπουδαία περίοδο υποκριτικά. Έχοντας υπάρξει για πολύ καιρό ένας από τους αφανείς ήρωες του αθηναϊκού off-off Broadway, έχοντας δουλέψει σε υπόγεια και χώρους έξω από το χάρτη, κατέκτησε μια χρυσή ωριμότητα και μας τη χαρίζει γενναιόδωρα. Ατενίζει θαρραλέα το έρεβος μιας ματαιωμένης ύπαρξης και μας αναγκάζει να κοιτάξουμε κι εμείς τα βάθη της. Με ακρίβεια και χάρη ισορροπιστή, δημιουργεί τον πληρέστερο και σπαρακτικότερο χαρακτήρα ης βραδιάς αποφεύγοντας κάθε κοινοτοπία. Ανυπομονώ να τον ξαναδώ.

Η Ρόζα Προδρόμου έχει επίσης δουλέψει αθόρυβα και συστηματικά επί πολλά χρόνια, μακριά από τις σειρήνες όχι μόνο της τηλεόρασης και του εμπορικού θεάτρου, αλλά και των γνωστότερων θεατρικών ομάδων που θα μπορούσαν να της έχουν χαρίσει μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα. Τώρα δρέπει τους καρπούς που της αξίζουν δικαιωματικά. Η Εύα της τα έχει όλα – ίσως και περισσότερα από όσα θα μπορούσε κανείς να περιμένει από το συγκεκριμένο ρόλο.

Η Βάσω Καμαράτου έχει γίνει αναγνωρίσιμη στους περισσότερους από μας σε εμφανίσεις που περιείχαν πολλά από τον εαυτό της, κι ίσως είχαμε αναρωτηθεί πώς θα ήταν σε έναν «κανονικό» – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό το 2017 – ρόλο. Και είναι καθηλωτική. Η Φρόσω της έχει την αιχμηρή επιθετικότητα που μόνον άνθρωποι που έχουν ταπεινωθεί διαθέτουν, και τα χτυπήματά της είναι πάντα καίρια. Απλά σπουδαία.

Ο Θοδωρής Σκυφτούλης είναι ένα μια ακόμα περίπτωση ηθοποιού που αξίζει να παρακολουθεί συστηματικά κανείς. Ο Γιαβρούσης του είναι μια εύστοχη, ευφυής καρικατούρα του άξεστου, αμνησιακού νεόπλουτου που αγοράζει ψυχρά τα πάντα. Ο Σκυφτούλης – ατυχώς – είχε γύρω του πολύ υλικό για να αντλήσει, το συνδύασε σωστά και δημιούργησε άψογα το φαύλο προϊόν μιας βαθιάς γενικευμένης κρίσης.

Ο Γιάγκος του Μιχάλη Τιτόπουλου μετέφερε επιτυχώς στα καθ’ημάς τον Γιάγκο, το νεαρό αναρριχησία, το παράσιτο που θα κάνει ό,τι χρειαστεί για να επιβιώσει εις βάρος όλων. Κατά σύμπτωση και τότε, όπως και τώρα, οι κομματικές γνωριμίες των νέων του συγγενών θα τον σώσουν από τον αφανισμό που του αξίζει.

Η κυρά-Κατίνα της Φωτεινής Παπαχριστοπούλου ήταν ακριβώς αυτό που έπρεπε: η μαστροπός που θα εκμαυλίσει και τους μεν και τους δε προς ίδιον όφελος. Πρόσωπο ιδιαιτέρως επίκαιρο κι επικίνδυνο, ένα δηλητηριώδες ερπετό πάντα έτοιμο να δαγκώσει. Και δαγκώνει τους πάντες.

Ο Νικόλας Χανακούλας εξελίσσεται επίσης σε ένα σταθερό πυλώνα όπου μπορεί να βασιστεί κάθε σκηνοθέτης, κάθε παράσταση. Ο έμπορος κάνει αυτό που ξέρει: εμπορεύεται τα πάντα. Αγοράζει και πουλά αυτούς που χρειάζεται, πάντα σε συμφέρουσα τιμή. Ο Χανακούλας τον παρουσιάζει απλά και ευθύβολα, χωρίς θετικό ή αρνητικό πρόσημο: είναι ο νόμος της αγοράς πάνω σε δύο πόδια

Σκοπίμως άφησα τελευταία την Ηρώ Μπέζου. Σε μια χώρα όπου τα παιδιά ακολουθούν το επάγγελμα του μπαμπά στους περισσότερους κλάδους, από την πολιτική μέχρι τις επιχειρήσεις, είναι επόμενο να αναπτύσσει κανείς μια αντανακλαστική δυσπιστία προς τους γόνους που διαπράττουν μια τέτοια επιλογή. Όμως πάνω στη σκηνή δεν έχει κανείς καμιά εξωτερική βοήθεια: απλώς δείχνει τι μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει. Κι η Ηρώ Μπέζου εντυπωσιάζει με την εργατικότητά της και την ποιότητα του αποτελέσματος – όχι για πρώτη, αλλά για πολλοστή φορά. Και δεδομένου του σκεπτικισμού που ενδεχομένως αντιμετωπίζει, τα συγχαρητήρια που αξίζει είναι διπλά.

Καταλήγοντας, Το Φιντανάκι της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου μπορεί να μην εκπληρώνει πλήρως το πρώτο μέρος του τίτλου του θεάτρου όπου παρουσιάζεται – καθώς οι δρόμοι που ακολουθεί παραμένουν απολύτως σύγχρονοι, αλλά δύσκολα πλέον θα χαρακτηρίζονταν πειραματικοί η πρωτοποριακοί, πράγμα που ισχύει για τις περισσότερες παραστάσεις του Υπογείου του Rex, με εξαίρεση Το Γελοίο Σκότος και το Πεδίο Βολής – Αγριόπαπιες – όμως τιμά απολύτως το δεύτερο μέρος: αυτό του Εθνικού Θεάτρου. Αυτή ακριβώς είναι η λειτουργία που καλείται να επιτελέσει η πρώτη σκηνή της χώρας: να φέρει σε επαφή το κοινό, κι ειδικά το νεώτερο, με σημαντικά κείμενα του δραματολογίου, αλλά και να το κάνει χρησιμοποιώντας επιφανείς ηθοποιούς της γενιάς τους, δημιουργώντας ομάδες που να μπορούν να εκτελέσουν παραστάσεις συνόλου – κι όλοι αυτοί οι ηθοποιοί έχουν σαφέστατα θέση στο Εθνικό Θέατρο. Τα εύσημα για όλα αυτά ανήκουν σαφέστατα στον Ανέστη Αζά  και τον Πρόδρομο Τσινικόρη – στον πρώτο, ως σκηνοθέτη της συγκεκριμένης παράστασης, δύο φορές.

Το Φιντανάκι του Παντελή Χορν, Σκηνοθεσία, Ανέστης Αζάς. Διανομή: Βάσω Καμαράτου,  Κώστας Κουτσολέλος, Ηρώ Μπέζου, Φωτεινή Παπαχριστοπούλου, Ρόζα Προδρόμου, Θοδωρής Σκυφτούλης, Μιχάλης Τιτόπουλος, Νικόλας Χανακούλας. ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ, ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ -1,Πανεπιστημίου 48 (Ρεξ)

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.