Papaioannou_STILL LIFE_2014_01_Photograph by Miltos Athanasiou

«Ο κύριος Παπαϊωάννου δεν δίνει συνεντεύξεις.» Αυτό επαναλαμβάνουν όλοι τις τελευταίες μέρες. Μπορεί και μήνες. Και ας μακραίνει η λίστα των δημοσιογράφων που θέλουν μια αποκλειστικότητα. Δέκα χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου πουλάει. Και πουλάει πολύ. Υπήρχε μια εποχή που το όνομά του ήταν mainstream. Ό,τι και αν ήταν το mainstream την δεκαετία του 2000. Στις παρέες όλοι υποστήριζαν ότι είχαν δει έργα του-και ας μην είχαν πατήσει ποτέ στο θέατρο-απλά και μόνο γιατί ήταν προαπαιτούμενο για να δείξεις ότι ανήκεις στο κλαμπ. Ο ίδιος ποτέ δεν το ήθελε. Και ας το αξιοποίησε. Όταν έχεις αναλάβει τις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών και περιμένουν να σε ρίξουν στα λιοντάρια είναι καλό να έχεις όσους περισσότερους μπορείς με το μέρος σου. Ακόμα και αυτούς που δεν θέλεις.

Φωτογραφία: Μίλτος Αθανασίου

Φωτογραφία: Μίλτος Αθανασίου

Ειδικά όταν, πριν μερικά χρόνια, οι μόνοι που ήξεραν το όνομά σου ήταν ο κλειστός κύκλος των ανθρώπων που ενδιαφέρονταν για τον σύγχρονο χορό. Σε μια εποχή όπου ο σύγχρονος χορός ήταν άγνωστος. Όταν ήρθε η ιδέα για μια ομάδα χορού-ακόμα δεν υπήρχε ούτε το όνομα-τον Αύγουστο του 1986 ήταν μόλις 22 χρόνων. Ήταν μαθητής στη Σχολή Καλών Τεχνών και είχε επιστρέψει από την Νέα Υόρκη όπου είχε παρακολουθήσει μαθήματα butoh. Είχε, όμως, μια ιδέα στο μυαλό του. Μια ιδέα φύση και θέση αδύνατη. «Είχα γυρίσει μόνο και μόνο για να μαζέψω τα πράγματά μου και να νοικιάσω ένα μικρό διαμέρισμα για αποθηκευτικό χώρο ώστε να μπορέσω να επιστρέψω στη Νέα Υόρκη και να συμμετάσχω σε μια παραγωγή του La MaMa E.T.C. ως ερμηνευτής και χορογράφος», γράφει στο site του.

Από την παράσταση Πουθενά το 2009.

Από την παράσταση Πουθενά το 2009.

«Την ίδια μέρα με επισκέφτηκε η Αγγελική Στελλάτου. Βγήκαμε στην ταράτσα και παίξαμε. Ήθελα πολύ να της δείξω όσα είχα μάθει στη Νέα Υόρκη. Αν και δεν το ξέραμε εκείνη την στιγμή, αυτή έμελλε να είναι η πρώτη πρόβα της Ομάδας Εδάφους». Το πρώτο έργο Το Βουνό ανεβαίνει το 1987. Ακολουθεί τον ίδιο χρόνο Το Αδιάβροχο για την εκπροσώπηση της Ελλάδας στη 2η Μπιενάλε Νέων Καλλιτεχνών της Ευρώπης και Μεσογείου στην Βαρκελώνη-εν τω μεταξύ είχε βρεθεί και το όνομα από τον Ζάφο Ξαγοράκη-και το 1988 το Δωμάτιο Ι με τον Σταύρο Ζαλμά που είχε προστεθεί όσο έλειπε η Αγγελική Στελλάτου στη Νέα Υόρκη. Όλα αυτά τα χρόνια η ομάδα διαλύθηκε, ξαναφτιάχτηκε, έφυγαν παλιοί, μπήκαν νέοι αλλά ο Παπαϊωάννου συνέχιζε. Μόνος του ορισμένες φορές, άλλοτε με ανθρώπους που τον πίστευαν και άλλοτε με όσους μπορούσαν να ακολουθήσουν στο τέλος της μέρας τις αντοχές του. Τις πρόβες, τις λεπτομέρειες, τις αλλαγές της τελευταία στιγμής.

Από την παράσταση Μέσα το 2011.

Από την παράσταση Μέσα το 2011.

Ο Παπαϊωάννου δεν ήταν ποτέ εύκολος άνθρωπος. Ούτε και ο ίδιος το ισχυρίστηκε. Αυτό, όμως, δεν του κόστισε όσο περίμενε. Και το γεγονός ότι είχε αυτή την ιδέα στο μυαλό του που υπηρετούσε πιστά χωρίς να ξεφεύγει εκατοστό τον έφερε κάποια στιγμή κοντά σε αυτό που πίστευε. «Λίγο αργότερα», συνεχίζει, «με πλησίασε ο Νίκος Αλεξίου και μου πρότεινε να συνθέσω ένα έργο για μια εγκατάστασή του με επτά γούρνες γεμάτες νερό. Βρήκα την πρόταση ενδιαφέρουσα αλλά είχα ήδη πάρει την απόφαση να φύγω από την Ελλάδα. Είχα ζητήσει από τον Robert Wilson να παρακολουθήσω τις πρόβες του ως άμισθος ασκούμενος βοηθός και μου είχε απαντήσει με μια πρόσκληση να πάω στο Αμβούργο για την προετοιμασία του έργου The Black Rider: The Casting of the Magic Bullets (1990). Βρέθηκα, λοιπόν, να παρακολουθώ τον Robert Wilson, τον Tom Waits και τον William S. Burroughs στη δημιουργία αυτού του έργου.  Έζησα από κοντά την συνεργασία και είδα τον τρόπο που οργανώνεται και εκτελείται μια τεράστια παραγωγή. Και όλα αυτά στην Γερμανία. Ο Wilson με προσκάλεσε ως stand-in για τα φώτα στην παραγωγή του Οrlando (1989) στο Βερολίνο. Όσο ήμουν εκεί έπεσε το Τείχος και εγώ ερωτεύτηκα τρίτη φορά στη ζωή μου. O έρωτάς μου ήταν αυτός που με έφερε πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του Richard Strauss τα Τέσσερα Τελευταία Τραγούδια. Όλα αυτά σε ένα διάστημα δύο μηνών».

Από την παράσταση 2 τό 2006.

Από την παράσταση 2 τό 2006.

«Όταν επέστρεψα στην Αθήνα, για να ανεβάσω το Τελευταίο Τραγούδι (1990) ήμουν σε κατάσταση σοκ. Ενας διαφορετικός άνθρωπος. Το σύμπαν του Robert Wilson είχε πυροδοτήσει μια έκρηξη μέσα μου–ήταν μια αποκάλυψη. Η σύνθεση του δεν πήρε πάνω από δύο βδομάδες και αποδείχτηκε η πρώτη μεγάλη μας επιτυχία». Οσο προχωρούσαν οι παραστάσεις η προσέλευση του κοινού ήταν και για τον ίδιο τεράστια έκπληξη. «Είχα βρει το έδαφός μου. Αυτό ήταν το κατάλληλο για να ζωγραφίσω ως ζωγράφος. Το κατάλληλο για να πω τις ιστορίες. Δεν έχει σημασία που η ομάδα διαλύθηκε επίσημα πριν από το 2004. Υπήρξε μπόλικο δράμα, παρεξηγήσεις και ζευγαρώματα. Οι παραγγελίες που άρχισαν να έρχονται όξυναν τις ικανότητες της ομάδας μετατρέποντάς μας κατά κάποιο τρόπο σε κομάντο καλλιτεχνικής παραγωγής. Εγώ σταδιακά παγιδεύτηκα καλλιτεχνικά και συναισθηματικά σε αυτό που είχα δημιουργήσει. Το 2000 η κρίση οδήγησε σε μια ανεπανόρθωτη ρωγμή στη σχέση μου με την Αγγελική. Συνέθεσα το Για Πάντα (2001) και η Αγγελική έφυγε από την ομάδα. Ήταν η ώρα της αλλαγής και έπειτα από 17 χρόνια, η ώρα του τέλους της Ομάδας Εδάφους».

Η επιτυχία του, όμως, δεν ήταν αρκετή για να αποδεχτούν την υποψηφιότητα για την τελετή έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων με διθυράμβους. Πριν την παρουσίαση του project όλοι είχαν κάτι να πουν-όχι απαραίτητα καλό. Μετά όλοι ήθελαν να φωτογραφηθούν μαζί του. Ο Παπαϊωάννου είχε ονειρευτεί μια Ελλάδα που δεν υπήρχε πια και είχε την μοναδική ευκαιρία να την παρουσιάσει στην σκηνή αποδεικνύοντας σε όλους την άποψή του.Ένα χρόνο μετά ήρθε σχεδόν η σιωπή. Αν και οι προτάσεις έρρεαν αποφάσισε να παραμείνει σιωπηλός. Όχι ακίνητος. Μόνο σιωπηλός. Έφυγε έξω, ξαναήρθε, ανέβασε το Πριν(2005) και το BlackBox(2005) άρχιζε στο μυαλό του να ωριμάζει η ιδέα της παράστασης 2 και βρίσκει τον ιδανικό εκφραστή στον Αρη Σερβετάλη. Παραδόξως ένα μην χορευτή. Ίσως γιατί ο χορός του ήταν πλέον κάτι διαφορετικό.

Τελετή Έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004.

Τελετή Έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004.

Τελετή Έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004.

Τελετή Έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004.

Οι δυο παραστάσεις που ακολούθησαν, 2 και Μήδεια(2), το 2006 και 2008 αντίστοιχα, ήταν soldout από την ανακοίνωση του προγράμματος. Οι κριτικοί επιδόθηκαν στην γνωστή αψιμαχία αλλά το αποτέλεσμα μετρούσε. Ο κόσμος ήταν δικός του. Με τον δικό του τρόπο. Χωρίς να είναι ο Παπαϊωάννου των Ολυμπιακών.Το 2009 επιστρέφει ξανά αναλαμβάνοντας την έκθεση HeavenLive στην 2η Μπιενάλε της Αθήνας ενώ εγκαινιάζει την ανακαινισμένη Κεντρική Σκηνή του Εθνικού με το Πουθενά (2009). Αν και η παράσταση ήταν πολυαναμενόμενη ήρθε η πρώτη ρωγμή. Φεύγει ξανά για Νέα Υόρκη με υποτροφία του Ιδρύματος Fulbright και όταν έρχεται στην Αθήνα καταπιάνεται το Κ.Κ. (2010) με δεκατρία ποιήματα του Καβάφη και μουσική Λένα Πλάτωνος, και το Μέσα (2011). Οπου για δεύτερη φορά το κοινό δεν ακολουθεί. Η εισπρακτική αποτυχία ήταν δυσκολοχώνευτη και σαφής όπως δήλωσε σε μια προηγούμενη συνέντευξή του στο Βήμα. «Με αυτό το έργο επιχείρησα να χρησιμοποιήσω τη μεγάλη πλατφόρμα που μου είχε δοθεί για να κάνω ένα τεράστιο πείραμα, καθαρά καλλιτεχνικής φύσεως. Θέλησα να εκμεταλλευτώ τη φόρα για κάτι ανατρεπτικό και ενεργοφόρο. Το αποτέλεσμα δεν επικοινώνησε στην κλίμακα που θα επέτρεπε στους παραγωγούς που με εμπιστεύθηκαν να το επιχειρήσουν ξανά. Με αυτή την έννοια, ναι, με πείραξε».

Πρώτη Ύλη

Πρώτη Ύλη

Πρώτη Ύλη

Πρώτη Ύλη

Πρώτη Ύλη

Πρώτη Ύλη

Η μεγάλη στροφή έρχεται με την Πρώτη Ύλη (2012) όπου για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια περνάει ξανά πάνω στην σκηνή. Στην Αθήνα ήταν πια η κρίση, είχε ξενοικιάσει το στούντιο του και βρει ένα ημιυπόγειο χώρο. «Θέλησα να καταλάβω», συνεχίζει στην ίδια συνέντευξη, «τι ακριβώς γίνεται τώρα: με ποιον τρόπο μπορεί να δημιουργήσει κανείς χωρίς κανένα μέσο. Σκέφτηκα ότι αν πράγματι κατάφερνα να φτιάξω κάτι ενδιαφέρον θα ήταν μια κίνηση που θα δήλωνε στο περιβάλλον κάτι θετικό: ότι τελικά δεν έχει τόση σημασία το να μη διαθέτεις μέσα. Στην περίπτωσή μου, μάλιστα, ακριβώς επειδή είχα την τύχη να μου προσφερθούν πολλά, θεώρησα ότι αυτό θα είχε ίσως μια επιπλέον σημασία». Η Πρώτη Υλη ήταν ακριβώς ο Παπαϊωάννου. Πιο ώριμος, πιο σοφός, απαλλαγμένος από τον ναρκισσισμό της επιτυχίας. Ο Παπαϊωάννου όπως θα ήθελε να είναι.

Papaioannou_STILL LIFE_2014_08_Photo by Miltos Athanasiou
Papaioannou_STILL LIFE_2014_07_Photo by Dimitris Theodoropoulos
Papaioannou_STILL LIFE_2014_09_Photo by Miltos Athanasiou

Και φέτος επανέρχεται πάλι με ένα διαφορετικό project για πρώτη φορά στην καριέρα του στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. StillLife από την όρο της νεκρής φύσης στην φωτογραφία, αντιμέτωπος μια ακόμα φορά με το αδύνατο. Με πρωταγωνιστή τον Αρη Σερβετάλη-εμβληματικό πια για τα έργα του-και μια ομάδα επτά ερμηνευτών συμπεριλαμβανομένου του εαυτού του. Οσοι αναρωτιούνται γιατί να πάει να δει κανείς τον Δημήτρη Παπαϊωάννου η απάντηση είναι μία. Ο Παπαϊωάννου είναι εμμονικός άνθρωπος. Και το πιο σημαντικό αγαπάει τις εμμονές του. Και αυτό είναι μεγάλο προσόν…

Λεπτομέρεια: στις 21 Ιουνίου γίνεται 50 χρόνων. «Η απώλεια της ρώμης φοβίζει», δήλωσε πρόσφατα στην Καθημερινή. «Αυτά τα δέκα χρόνια, όμως, προσπάθησα να ισορροπήσω πάνω στα σημαντικά. Εστίασα στο τι θέλω να γίνω μεγαλώνοντας, ποιος γέρος θα ήθελα να είμαι…»

StillLife, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Κεντρική Σκηνή, 23 Μαίου-8 Ιουνίου και παράταση 18-22 Ιουνίου, www.sgt.gr

Μιράντα Ιωάννου