ΚΙΟΥΡΕΪΤΟΡ

Πρέπει να Μιλήσουμε για τον Εντουάρ Λουί (Για τον Thom Yorke, άλλωστε, τι άλλο να πουμε;)

Κιουρέιτορ #4: Ο Παναγιώτης Μένεγος γράφει για το νέο «τρομερό παιδί» της γαλλικής λογοτεχνίας, ενώ αισθάνεται ότι δεν δώσαμε όση προσοχή έπρεπε στο ΑΝΙΜΑ (plus μια «απαραίτητη» disco συλλογή και το πραγματικά Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα).
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή

ΣΤΗΛΗ
ΚΙΟΥΡΕΪΤΟΡ
Ο Παναγιώτης Μένεγος ακούει, βλέπει, διαβάζει… και δεν μπορεί να τα κρατήσει μέσα του.

Πριν 2.5 χρόνια είχα την τύχη να βρεθώ στο Όστιν του Τέξας για το SXSW festival. Ανάμεσα σε πρεμιέρες με Ράιαν Γκόσλινγκ, επανεκτίμηση της Solange, πολύ BBQ brisket κι ανταλλαγές καρτών με startupers απ’ όλον τον κόσμο (για τα οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ), ξεχώρισα μια δημόσια συζήτηση. Στον απόηχο της εκλογής Τραμπ, ο executive director των NY Times, Ντιν Μπακέτ, μίλησε για τη δημοσιογραφία, τις εφημερίδες και την εναπροσδιορισμένη σχέση τους με το κοινό σε αυτούς τους περίεργους ή/και ενδιαφέροντες καιρούς. Είπε πολλά κι ενδιαφέροντα, αυτό που βασικά θυμάμαι είναι η εξής αυτοκριτική: «Έπρεπε να έχουμε καλύτερη εικόνα της χώρας. Η Νέα Υόρκη μπορεί να είναι παραπλανητική λόγω του κοσμικού της χαρακτήρα. Πρέπει να πάμε και σε απομακρυσμένα σημεία της χώρας και να μιλήσουμε στους αναγνώστες μας με μεγαλύτερο σεβασμό». Η συνηθισμένη κριτική, δηλαδή, για το πώς τα μίντια έχασαν σταδιακά το τρένο της αντιπροσώπευσης και της αξιοπιστίας, αδυνατώντας να συλλάβουν, πόσο μάλλον να εξηγήσουν, τον μαζικό παγκόσμιο θυμό που έφερε τον Τραμπ, το Brexit και την ακροδεξιά στο ευρωπαϊκό προσκήνιο.

Ο Εντουάρ Λουί γεννήθηκε την προτελευταία μέρα του Οκτωβρίου (άσχετο, αλλά έχει την ίδια μέρα γενέθλια με τον Μαραντόνα) του 1992 στην Αλενκούρ, μια μικρή κωμόπολη της βόρειας Γαλλίας. Ήταν μόλις 10 ετών, όταν η Γαλλία στοιχήθηκε πίσω από τον εκλιπόντα των ημερών, Ζακ Σιράκ, και του έδωσε (ακόμα και με συναισθήματα αναγούλας) 82% στο δεύτερο γύρο των εκλογών προκειμένου να φρενάρει το αποκρουστικό ενδεχόμενο προεδρίας του ακροδεξιού Ζαν Μαρί Λεπέν. Ήταν όμως αρκετά μεγάλος για να είναι εκεί που τον χρειαζόμασταν (ή ίσως ήταν εκεί ακριβώς γιατί τον χρειαζόμασταν) τη δεκαετία που διανύουμε. Για να καταλάβουμε γιατί η Μαρίν Λεπέν, κόρη του Ζαν Μαρί και διάδοχός του στην ηγεσία του Εθνικού Μετώπου, έφτασε ακόμα πιο κοντά από τον πατέρα της στο να γίνει Πρόεδρος της Γαλλιάς πριν 2 χρόνια.

Το 2017, δηλαδή, που ο Λουί είχε ήδη εκδώσει τα δύο πρώτα μέρη της αυτοβιογραφικής τριλογίας του (αμφότερα έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αντίποδες, το τρίτο ετοιμάζεται). Εχοντας προκαλέσει στη Γαλλία τέτοιον λογοτεχνικό σεισμό που μόνο οι μισανθρωπικές προφητείες του Μισέλ Ουελμπέκ μπορούν. Σε μια Γαλλία που έβλεπε σαστισμένη τη Λεπέν να προπορεύεται στις δημοσκοπήσεις, την κρίση να αφήνει κι εκεί τα σημάδια της και την τραγωδία του Μπατακλάν να βυθίζει ολόκληρη τη χώρα σε παράκρουση συναγερμού. Αυτός λοιπόν ο πιτσιρίκος ήταν που έκανε το καλύτερο «ρεπορτάζ της καθημερινότητας» – ακριβέστερο από οποιονδήποτε δημοσιογράφο, διανοοούμενο, κάθε είδους βολεμένο.

Στο Να Τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ (αυτό είναι το πραγματικό του όνομα, μτφρ. Μιχάλης Αρβανίτης) περιγράφει με σκληρή αφτιασίδωτη γλώσσα πώς είναι να μεγαλώνεις ως γκέι σε μια γκρίζα, επαρχιακή πόλη που η αποβιομηχανοποίηση -βλέπε παρακμή του τοπικού εργοστασίου- μετατρέπει τους κατοίκους της στην κρίσιμη μάζα που θα αποτελέσει τον συμπαγή πυρήνα της καλπάζουσας ακροδεξιάς. Ο Εντύ είναι από μικρός διαφορετικός. Δεν του αρέσει το «κωλοποδόσφαιρο», η φωνή του είναι ένα (και δύο, και τρία) κλικ πιο ψιλή από των υπολοιπων αγοριών, και τα γούστα του κάπως διαφορετικά από το σύνηθες τρίπτυχο μπίρα-αμάξια-κορίτσια. Θα αντιμετωπίσει το μπούλινγκ στο σχολείο, θα κάνει τις υποχωρήσεις του προκειμένου να γίνει αποδεκτός από τη «συμμορία» με τους δικούς της όρους, αλλά δε θα πάψει ποτέ να ονειρεύεται την απόδραση. Από ένα σπίτι που ο ένας κοιμάται πάνω στον άλλον, η υγρασία μουχλιάζει τους τοίχους και το κρύο τους περονιάζει τον χειμώνα. Από έναν πατέρα που βουλιάζει στον πόνο και την παραίτηση και μια μάνα που παραλύει από την καθολική διάψευση οποιουδήποτε ονείρου – και οι δυο φυσικά ψηφίζουν Λεπέν. Ο Εντύ θέλει να ξεφύγει από ένα περιβάλλον που τροφοδοτεί (και τροφοδοτείται) από την πανταχού παρούσα βία: οι σχέσεις των ανθρώπων οριζονται από αυτή, το αλκοόλ την κατευνάζει μόνο αφού την έχει πυροδοτήσει, η τραγική επίδρασή της στις ζωές ενσαρκώνεται απόλυτα στο πρόσωπό του ξάδερφού του Συλβάν.

Το πρώτο μέρος της τριλογίας διαβάζεται απνευστί, μπορεί και σε ένα βράδυ. Είναι κυριολεκτικά καταιγιστικό, δικαιώνει κάθε κλισέ τύπου «γροθιά στο στομάχι» με την κοφτερή του ειλικρίνεια. Το δεύτερο μέρος έχει τίτλο Ιστορία της Βίας. Βρίσκει τον Εντύ να έχει πετύχει τον σκοπό του. Έχει φύγει από το χωριό. Έχει πάει στην πόλη να σπουδάσει κοινωνικές επιστήμες. Έχει συναντήσει τους ανθρώπους που πάντα ήθελε να συναντήσει: ανθρώπους καλλιεργημένους που ντύνονται καλύτερα και πίνουν καλύτερης ποιότητας κρασί από εκείνους στη γενέτειρά του. Ανθρώπους που διαβάζουν (ενώ στο πατρικό του «δεν υπήρχε ούτε ένα βιβλίο»), που σιχαίνονται τη Λεπέν, που φέρουν το σωστό -κατά τη Διάκριση του αγαπημένου του Πιερ Μπουρντιέ – «πολιτισμικό κεφάλαιο».

Κι εκεί, αυτός ο «νέος, γενναίος κόσμος» του Εντύ θρυμματίζεται όταν πέφτει θύμα βιασμού από έναν μετανάστη αλγερινής καταγωγής. Πέρα από τη βαναυσότητα της ίδιας της πραξης, την ταπείνωση και την αδυναμία που αποκαλύπτει το μετατραυματικό στρες, ο Εντύ καλείται να έρθει αντιμέτωπος με τον εαυτό που έψαχνε πάντα να βρει (ή απλά να απελευθερώσει). Αυτόν του προοδευτικού, ανεκτικού πολίτη που προσπαθεί να αποτινάξει από πάνω του την σκόνη των προακαταλήψεων με τις οποίες μεγάλωσε. Προσπαθεί να καταλάβει το κίνητρο του βιαστή του, παίζει διαρκώς σε επανάληψη τις σκηνές της μοιραίας βραδιάς, ανατριχιάζει όταν αναρωτιέται αν προσπαθεί να τον δικαιολογήσει. Πηγαίνει στην αστυνομία, μετά από επιμονή/παρότρυνση των προοδευτικών φίλων του, αλλά καταλαβαίνει ότι οι αρχές δεν ενδιαφέρονται γαι την ιστορία του. Θέλουν απλά κι άλλο νερό στο μύλο του συστημικού ρατσισμού και της ξενοφοβίας, άραγε αυτό κάνει ο Εντύ; Τους το προσφέρει απλόχερα; Αυτή η ιδιότυπη εκδοχή συνδρόμου της Στοκχόλμης, πάντως, ενισχύεται.

Η Ιστορία της Βίας είναι απαιτητικό ανάγνωσμα. Γιατί περιέχει άλλο ένα κόλπο. Τις λεπτομέρειες για το βίαιο περιστατικό τις μαθαίνουμε κρυφακούγοντας (με τα αυτιά του ίδιου του Εντύ) την αφήγηση των συμβάντων από την αδερφή του στον άντρα της. Υπάρχουν διαστήματα που είναι δύσκολο να καταλάβεις που τελειώνει η μια αφήγηση και που αρχίζει η άλλη, ποια είναι τα όρια εξιστόρησης κι ερμηνείας. Ακριβώς εκεί είναι που λειτουργεί η πολύ καλή μετάφραση της Στέλας Ζουμπουλάκη διατηρώντας τη θολούρα, όχι όμως σε βάρος της κατανόησης.

Ο Εντουάρ Λουί έχει ήδη μεταφραστεί σε περισσότερες από 20 γλώσσες κι έχει πουλήσει σχεδόν 500.000 αντίτυπα στη Γαλλία. Ξαναγυρνάμε στους New York Times: η εφημερίδα του ανέθεσε να γράψει άρθρο γνώμης στο πρωτοσελίδο της παραμονής των εκλογών του 2017 με τίτλο «Γιατί ο Πατέρας μου Ψηφίζει Λεπέν;» (εκείνος ανταποκρίθηκε υπερθεματίζοντας πάνω στις ευθύνες της γαλλικής Αριστεράς). Φυσικά όλο αυτό το expose, που λέει κι ο Sin Boy, έφτασε στο χωριό. Η μητέρα του σταμάτησε να του μιλάει, «δεν καταλαβαίνει γιατί ο γιος της αποκαλύπτει με κάθε λεπτομέρεια τη ζωή τους και τους κοροϊδεύει» – ο Λουί σχεδόν διαπληκτίστηκε μαζί της σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση. Το autofiction που είχε σκοπό, και τον πέτυχε, να ξεβολέψει την μπουρζουά διανόηση, γύρισε μπούμερανγκ. Βρέθηκε κι ο ίδιος εκτεθειμένος στα μίντια, από κριτής κρινόμενος. Δημοσιογράφοι ακολούθησαν τα ίχνη του στην Αλενκούρ, μιλώντας με τους κατοίκους προσπαθώντας να επιβεβαιώσουν αν όσα αποκάλυψε για τι ζωές τους ήταν αλήθεια. Το γαλλικό λογοτεχνικό κατεστημένο αμφισβήτησε τη «λογοτεχνικότητα» του κειμένου και στηλίτευσε την αντιδεοντολογική στάση να αποκαλύψει τα μυστικά ανθρώπων χωρίς την άδειά τους. Το Charlie Hebdo αστειεύθηκε ότι τα βιβλία του τα έχει γράψει παρέα με τον Μακρόν, όσο κραυγαλέο κι αν ακούγεται, υπήρξαν «ψεκασμένοι» που το πίστεψαν και το διακίνησαν στο διαδίκτυο. Ο ίδιος απάντησε σε όλα αυτά με δεκάδες συνεντεύξεις, και με πολύ συχνά ξεσπάσματα στα σόσιαλ μίντια. Σε ένα σχετικά πρόσφατο, με θέμα τα «κίτρινα γίλεκα», αρνήθηκε να καταδικάσει όσους τα φοράνε ακόμα κι αν βιαιοπραγούν αποκαλώντας τους «σώματα που υποφέρουν και δεν εμφανίζονται ποτέ στα ΜΜΕ».

Εντουάρ Λουί

Γι΄αυτό το έργο του είναι σπουδαίο και πολύτιμο. Μαζί με ένα άλλο -επίσης αυτοβιογραφικό- βιβλίο που συζητήθηκε αρκετά, Το Τραγούδι του Χιλμπίλη (Τζ. Ντ. Βανς, εκδ. ΔΩΜΑ, μτφρ. Αριστείδης Μαλλιαρός), είναι απαραίτητα εφόδια για να καταλάβουμε τους «λευκούς θυμωμένους άνδρες και γυναίκες» που αναδύθηκαν παντού. Μπλέκονται με τα «κίτρινα γιλέκα», όπως μπλέχθηκαν με τους «αγανακτισμένους», ετοιμάζονται να ψηφίσουν ξανά Τραμπ, διαδήλωσαν για την «Μακεδονία μας που ξεπουλήθηκε». Σε αντίθεση όμως με τον Βανς που, παρότι περιγράφει χειρουργικά, σχεδόν κατηγορεί τη Μέση Αμερική στην οποία μεγάλωσε γιατί δεν αλλάζει το προδιαγεγραμμένο μέλλον της (πώς μπορείς αλήθια να επικρίνεις κάποιον επειδή γεννήθηκε φτωχός;), ο Λουί μπορεί να ξεμπροστιάζει αλλά κατανοεί τους συγχωριανούς του. Δεν τους επικρίνει. Ξέρει από πρώτο χέρι ότι οι επιλογές τους είναι προϊόν απομόνωσης, εγκατάλειψης, άνισων ευκαιριών. Στο χωριό του, αυτοί που παίρνουν φάρμακα είναι «φλούφληδες», αυτό δεν μπορεί να το αλλάξει. Απ’ αυτό μόνο μπορεί να δραπετεύσει. Μόνο που και στην πόλη δε θα αποκοπεί από το παρελθόν του. Εστω κι ανάποδα, σχεδόν ντετερμινιστικά, το παρελθόν του είναι που ορίζει την αντίδράση του στην οδυνηρή επίθεση.

Γιατί μπορείς να βγάλεις το παιδί από την εργατική τάξη, αλλά (μάλλον) όχι την εργατική τάξη από το παιδί. Το τρίτο μέρος της τριλογίας έχει τίτλο Ποιος Σκότωσε τον Πατέρα Μου

Τα βιβλία του Εντουάρ Λουί κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αντίποδες.

 

 

Κι αν ο Εντουάρ Λουί εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τη σημασία του καλού timing, νομίζω ότι το καινούριο σόλο άλμπουμ του Thom Yorke δε μας πέτυχε απόλυτα έτοιμους. Το ANIMA κυκλοφόρησε στα τέλη Ιουνίου, όχι ως torrent επί πληρωμή όπως το προηγούμενο του Tomorrow’s Modern Boxes προ πενταετίας, αλλά κανονικά και με το νόμο στην XL Recordings (που κυκλοφορούν τόσο οι Radiohead όσο και οι Atoms for Peace). Μάλιστα, συνοδεύτηκε κι από ένα 15λεπτο, χρηματοδοτημένο από τη Chanel, φιλμ που γύρισε ο Πολ Τόμας Άντερσον παρακαλώ, με εντυπωσιακά χορογραφημένα αποσπάσματα του δίσκου. Ήταν διαθέσιμο στην πλατφόρμα του Netflix, το είδαμε όλοι οι fans των συντελεστών από υποχρέωση σε εκείνους και στα €13.99 της συνδρομής, δηλώσαμε εντυπωσιασμένοι από την «άρτια καλλιτεχνική δουλειά», υποννοώντας «όχι ότι κατάλαβα και τίποτα» και περάσαμε γρήγορα στη φλέγουσα ερώτηση «αυτή που παίζει δεν είναι η Ιταλίδα, η καινούρια σύντροφός του;». Πήραμε επιβεβαίωση, το ακούσαμε μάλλον στα γρήγορα, αναγνωρίσαμε οικεία «ηχητικά μονοπάτια» που λένε και οι μουσικογραφιάδες-εξερευνητές και το κρατήσαμε στα «κατεβασμένα« του Spotify μπας και το «σπουδάσουμε» στις διακοπές.

Εντάξει, δεν ισχυρίζομαι ότι έκανε όλη η υφήλιος το ίδιο, αλλά μπορώ σθεναρά να υποστηρίξω ότι, σε σκληροπυρηνικούς fans και μη, η άφιξη του καινούριου άλμπουμ δεν αντιμετωπίστηκε με τον ίδιο ενθουσιασμό, ξερωγώ, που έχουμε σε κάθε επανεμφάνιση των Radiohead. Γιατί τη συνόδευε η ερώτηση: «Χρειαζόμαστε ένα ακόμα σόλο άλμπουμ του Thom Yorke;». Η απάντηση είναι προφανής: «Χρειαζόμαστε καλή μουσική και δεν την καταδικάζουμε απ’ οπου κι αν προέρχεται». Κάτι που μας πάει στην επόμενη: «Ωραία και σε τι διαφέρει αυτό το άλμπουμ από τις δουλειές που κάνει με τους Radiohead ή, πολύ περισσότερο, με τους Atoms For Peace;». Έτσι κι αλλιώς πάντα με τον ίδιο παραγωγό δουλεύει, τον «6ο Radiohead» Nigel Godrich (ακόμα κι αν θα βάζαμε στοίχημα τα βλέφαρά του ότι κάπου κρύβεται ο Four Tet). Απάντηση εδώ δεν υπάρχει, Αλλά, στο τέλος της ημέρας, χρειάζεται να υπάρξει κιόλας;

Ειναι προφανές ότι ο Yorke που κλείνει τα 51 σε λίγες μέρες περνά την πιο παραγωγική (μην ξεχνάτε και το σάουντρακ του Suspiria πέρυσι) και την πιο εξωστρεφή (τσεκάρετε αυτό εδω το απόσπασμα από πρόσφατη συνέντευξη στο BBC 6) φάση της καριέρας του. Στους Radiohead, είναι η δεξιοτεχνία των υπόλοιπων και η μεγαλοφυία του Greenwood που κάνουν το μπουκέτο πιο πλήρες. Όμως κι εκεί χωρά η εμμονή του Yorke με τα post-dubstep electronics που σιγά σιγά παύει να είναι τέτοια και γίνεται ο δικός του χαρακτηριστικός ήχος. Και ο τύπος εδώ κι ένα τέταρτο του αιώνα, ας το αναγνωρίσουν και οι haters της Radiohead πανάκειας (έχω υπάρξει τέτοιος), δεν μπορεί να κάνει λάθος. (Για την ακρίβεια έχει κάνει μισό, το Tomorrow’s Modern Boxes ξεχάστηκε τόσο γρήγορα που δε θυμάστε έστω κι έναν τίτλο από το tracklist. Ούτε κι εγώ).

 

Το ANIMA ξεκινά με το “Traffic” – γνώριμες καταστάσεις, ο Thom νιαουρίζει λέξεις φαινομενικά ασύνδετες (κάπου γινεται λόγος για «σταγόνες φουά γκρα») κι από πίσω ένα ανατολίτικο 2-step θυμίζει κάπως τη φοβερή live εκτέλεση που κάνουν οι Radiohead στο “Lotus Flower”. Θα είναι από αυτά με τα οποία τρελαίνεται ο Yorke, χοροπηδώντας σαν κατσίκι στα σολο live του που, by thw way, δείχνει να διασκεδάζει πολύ περισσότερο απ’ ότι σε εκείνα του γκρουπ. Το σκηνικό δεν αλλάζει δραματικά στην πορεία. Ο Yorke εξακολουθεί να απαγγέλει, πότε με συνοχή (στο “Last I Heard (…He Was Circling the Drain” ή στο εντελώς Radiohead-ικό “Twist”) και πότε απαγγέλοντας ένα υποβλητικό mantra όπως στο ανατριχιαστικό, υπό τις σωστές συνθήκες, κι άριστα τιτλοφορημένο “Dawn Chorus”. 

To συναισθηματικό κέντρο βάρους όμως του δίσκου, η δύναμή πυρός του, το σημείο που ο Yorke χειραγωγεί απόλυτα τους-πρόθυμους-να-χειραγωγηθούν-πιστούς του είναι το δίδυμο “Not the News” και “The Axe”. Στο πρώτο έχουμε την πιο συγκλονιστική ερμηνεία του, στο δεύτερο την Στιγμή: εκεί που μονολογεί “Ι thought we have a deal”.

 

O Thom Yorke στο βίντεο του ANIMA

 

Φυσικά, ο Yorke είναι απαισιόδοξος. Είχε κανείς διαφορετικές προσδοκίες; «Τα θέματα του δίσκου; Μια αίσθηση αγχώδους διαταραχής… εκπεφρασμένης σε ένα δυστοπικό περιβάλλον», δήλωσε πρόσφατα. Και τον γλέντησε ο Alexis Petridis στον Guardian «…μας ξεγέλασε, λες και περιμέναμε μια σειρά από party anthems»Το ANIMA είναι όντως αγχωμένο, νευρωτικό, υπερκινητικό, δε θα μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό έχοντας ως βάση αυτά τα percussions που διατρέχουν όλο το άλμπουμ. Ακόμα κι εκεί που πάει να καλμάρει, ο Yorke επιστρατεύει κάτι σαν “cod garage” με κομμάτια σαν το “I am a very rude person” και μας κλείνει και λίγο το μάτι.

Στο βιογραφικό του Yorke το ANIMA στέκεται κάτι παραπάνω από ικανοποιητικά στην κατηγορία «χόμπι», αν υποθέσουμε ότι η δουλειά γραφείοy είναι οι Radiohead. Έρχεται να συμπληρώσει ένα σώμα σόλο καριέρας που πια δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο, όχι ως ανάλογο του μοναδικού Eraser αλλά μάλλον ως πιο συμπαγές από το AMOK των Atoms for Peace. Και, ναι, όσο κι αν ξεπέφτουμε σε τεμπέλικους μουσικογραφικούς ευφημισμούς, «σε κάθε ακρόαση γίνεται και καλύτερο». Στην επόμενη δοκιμάστε να ξεκινήσετε από τα δύο τελευταία “Impossible Knots” και “Runwayaway”.

Το ANIMA του Thom Yorke κυκλοφορεί από την XL Recordings
 

 
 
 
 

Ξέρω, από τους τελευταίους στο πάρτυ, αλλά πραγματικά πόσο εκπληρώνει το κλισέ Το Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα Το Νιξ του Νέιθαν Χιλ (εκδόσεις Αλεξάνδρεια, μτφρ. Γιάννης Βογιατζής); Πώς είναι δυνατόν, ακόμα κι αν το έγραφε μια δεκαετία, να παραδίδει ένας τύπος ένα τόσο πλήρες ντεμπούτο στα 34 του; Διατρέχοντας τα μεγάλα αμερικάνικα κινήματα από το Σικάγο του 1968 στο Occupy Wall Street του 2011, διατηρώντας τη σατιρική του διάθεση ακόμα κι όταν μιλάει για προσωπικές και συλλογικές διαψεύσεις, πλέκοντας ένα αριστοτεχνικό σασπένς που από ένα σημείο και μετά γυρνάει μόνο του τις σελίδες.

** 

Αν έχετε ταξιδέψει με το νου σας (και με βιβλία, δίσκους, ντοκιμαντέρ) πολλές φορές πίσω στον χωροχρόνο κι έχετε βρεθεί στη Νέα Υόρκη των early 80s να συχνάζετε στο Mudd Club και το Paradise Garage, να βολτάρετε στο κακόφημο Lower East Side προσπαθώντας να αποφασίσετε αν ανήκετε περισσότερο στην σκηνή του punk ή της disco (ενώ αφικνείται το hip hop) το πρώτο μέρος των συλλογών Disco Not Disco δεν μπορεί να λείπει από την δισκοθήκη σας. Κυκλοφόρησε το 2000, σε επιμέλεια Joey Negro και Sean P, προανήγγειλε την DFA και το disco-punk των 00s, πουλήθηκε για πάνω από 100 δολάρια στο Discogs μέχρι η Strut να αποφάσισει να το ξανατυπώσει έστω και σε λίγο τσιγγούνικη έκδοση. Περιέχει πολύ Arthur Russell (ως Loose Joints/Dinosaur L/Indian Ocean), Material, το θρυλικό edit στο “Walking on Thin Ice” της Yoko Ono και φυσικά Liquid Liquid. Ο ορισμός της «απαραίτητης» συλλογής, άντε να ξαναβγεί και το ακόμα καλύτερο vol. 2…

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.