Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
ΤΑΞΙΔΙ

Οδοιπορικό στη Σαρία

Ο αρχιτέκτονας Τάσης Παπαϊωάννου ταξίδεψε σ' ένα έρημο νησί, εκατό μέτρα βορινά της Καρπάθου.
ΣΑΡΙΑ

Το νησί στο βορειότερο άκρο της Καρπάθου, ελάχιστα αποκομμένο από το υπόλοιπο σώμα της, έτσι καταμεσής στο πέλαγος, μοιάζει με την πλώρη ενός τεράστιου υπερφυσικού πλοίου που βρίσκεται αντιμέτωπο με τα μανιασμένα κύματα και τους αέρηδες που το σφυροκοπούν ανελέητα. Ένας μικρός πορθμός, ένα θαλάσσιο στενό πέρασμα, διαχωρίζει τα δύο τμήματα της γης και είναι φανερό πως μια υποχθόνια δύναμη της Φύσης αποφάσισε κάποτε στο μακρινό παρελθόν να τα διαμελίσει και να τα χωρίσει οριστικά το ένα από το άλλο. Σήμερα στέκει ακατοίκητο και έρημο από ανθρώπους: μόνο μερικά άγρια κατσίκια και σπάνια αρπακτικά πουλιά είναι οι μόνιμοι κάτοικοί του. Κι όμως στο πέρασμα του χρόνου πολλοί το κατοίκησαν σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους, αφήνοντας ευδιάκριτα τα σημάδια της δικής τους παρουσίας πάνω του.

Το προσεγγίζεις μόνο με καΐκι που μπορείς να το πάρεις από το Διαφάνι, τον παραλιακό οικισμό στο βόρειο τμήμα της Καρπάθου, επίνειο του παραδοσιακού οικισμού της Ολύμπου ή Ελύμπου, όπως τον λένε στο νησί. Για χρόνια Έλυμπος και Διαφάνι, μαζί με την Αυλώνα, έναν άλλο απομονωμένο αγροτικό οικισμό σε μία κοιλάδα περιτριγυρισμένη από όμορφες βουνοκορφές, όπου βρίσκονταν τα χωράφια και οι καλλιέργειες των χωρικών της Ολύμπου, ήταν αποκομμένα από το υπόλοιπο νησί. Προσέγγιζες μόνο με πλοίο, ενώ τα τελευταία χρόνια με την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου είναι εφικτή η σύνδεση από την ξηρά με τα υπόλοιπα χωριά της Καρπάθου. Αυτή η μακρόχρονη απομόνωση όμως ήταν και η αιτία που προστατεύτηκε η παραδοσιακή αρχιτεκτονική —και όχι μόνον— της Ολύμπου, μαζί με το φυσικό περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής από την ανεξέλεγκτη επέλαση του τουρισμού και τη σύγχρονη κακογουστιά.

Τόποι δύσκολοι, δύσβατοι, τραχείς, με απόκρημνες πλαγιές και γκρεμούς που σου μεταδίδουν αυθόρμητα ένα δέος γι’ αυτόν τον ανεμοδαρμένο τόπο. Αντίθετα, στην ανατολική και πιο απάνεμη ακτή, καταπράσινα πεύκα ξεφυτρώνουν μέσα σε χαράδρες, σε κατηφορικές πλαγιές, αλλά και σε απίθανα σημεία που σε ξαφνιάζουν και σε κάνουν να απορείς πώς τα δέντρα αυτά γαντζώνονται στην κυριολεξία πάνω στους κατακόρυφους βράχους. Αναρωτιέσαι πώς μπόρεσαν οι ρίζες τους να πιαστούν μέσα σ’ αυτές τις ελάχιστες ρωγμές της πέτρας και να κρατούν το δέντρο εκεί, σαν να ‘ναι καρφωμένο και όχι φυτρωμένο πάνω τους. Άλλοι κορμοί αναπτύσσονται κατακόρυφα και άλλοι γέρνουν λοξά σπρωγμένοι από τη δύναμη του αέρα, σαν μόνιμα να προσκυνούν την αδιαμφισβήτητη υπεροχή του. Πράσινες μαλακές κουκίδες πάνω στους αιχμηρούς πέτρινους όγκους που πιστοποιούν με τρόπο απόλυτο τη δύναμη, αλλά και το θαύμα, της Φύσης.

Πλησιάζοντας με το καΐκι τη Σαρία η παρουσία των βράχων είναι καταλυτική. Μεγαλόπρεποι, επιβλητικοί, με τεράστιο ύψος αγναντεύουν την απεραντοσύνη της θάλασσας, ενώ την ίδια στιγμή φαντάζουν πελώριοι κυματοθραύστες που εμποδίζουν σθεναρά την ορμή και τη δύναμή της όταν ξεσπά θυμωμένη πάνω τους. Άλλες φορές κρέμονται απειλητικοί πάνω από το κεφάλι σου, με μορφές αλλόκοτες, σαν τεράστια γλυπτά, αρχέγονα τοτέμ εξυμνώντας την παντοδυναμία της φύσης, υπενθυμίζοντας το πόσο μικρός, αδύναμος και θνητός είναι μπροστά της ο άνθρωπος.

Βράχοι στη θάλασσα.

Βράχοι στη θάλασσα.

Καθώς το καΐκι πλέει κοντά στην ακτογραμμή, διακρίνεις καθαρά τη σύσταση και το χρώμα των πετρωμάτων. Συμπαγείς ασβεστόλιθοι, μονοκόμματοι και στιβαροί, εναλλάσσονται με πανέμορφους σχιστολιθικούς σχηματισμούς και πολύχρωμες διαστρωματώσεις του εδάφους. Οι σχισμάδες και οι ραβδώσεις που διαχωρίζουν τους βράχους σε φέτες, άλλοτε οριζόντιες και άλλοτε λοξές, τέμνουν σε επάλληλες στρώσεις τις τεράστιες κρημνώδεις επιφάνειες. Σε ορισμένα σημεία η μορφή του πετρώματος μοιάζει με υπολείμματα αρχαίου μεγαλιθικού τείχους. Μέσα στην αντηλιά που εξαϋλώνει τις μορφές και τα χρώματα, έχεις την ψευδαίσθηση ότι αντικρίζεις τους δόμους κάποιου τεράστιου τοίχου και την τάξη των λειασμένων κατεργασμένων λίθων του νομίζοντας ότι αυτό που βλέπεις δεν μπορεί παρά να αποτελεί έργο των χεριών του ανθρώπου. Αλήθεια όμως, πόσες και πόσες φορές η φύση δεν ξεγελά ακόμη κι ένα εξασκημένο μάτι;

Το γκρι το συναντάς σε όλες τις αποχρώσεις, από το υπόλευκο σταχτί, μέχρι το σκούρο γκρι, και το μαύρο, κυρίως στη βάση τους, εκεί που συναντιούνται με το νερό της θάλασσας. Άλλες φορές κοκκινωπές περιοχές κάνουν τοπικά την εμφάνισή τους μέχρι να συναντήσεις ξανά την απόλυτη κυριαρχία του γκρίζου. Κι ανάμεσά τους πάμπολλες σπηλιές, σαν μαύρες τρύπες στο σύμπαν της γκρίζας επικράτειας, στέκουν άλλοτε ψηλά κι άλλοτε κάτω χαμηλά στη θάλασσα δημιουργώντας μυστηριώδεις κόγχες στο σώμα των βράχων. Κι όπως πέφτει το φως πάνω τους γεννά ένα πλήθος φωτοσκιάσεων, εναλλαγών και διακυμάνσεων που μαγνητίζουν το βλέμμα και σε ταξιδεύουν νοερά σε κόσμους μαγικούς, ονειρικούς, φανταστικούς. Ψηλά, εμφανίζονται κάθε τόσο μαυριδερά γεράκια να σκίζουν τον αέρα πραγματοποιώντας απίθανες εφορμήσεις κι άλλοτε αφήνονται να παρασυρθούν ελεύθερα απ’ τις ριπές του, σε πτήσεις ακανόνιστες, θαρρείς και χαίρονται την παντοδυναμία τους στους αιθέρες.

DSC03589

Το φαράγγι και οι σπηλιές.

Το φαράγγι και οι σπηλιές.

Το καΐκι κάποια στιγμή φτάνει στο στενό που χωρίζει την Κάρπαθο από τη Σαρία, ένα όμορφο και άγριο ταυτόχρονα φυσικό τοπίο. Εκεί, στην κοντινότερη απόσταση, το πολύ εκατό μέτρα, διακρίνεις τα δύο αντικριστά σημεία απ’ όπου παλιότερα οι κάτοικοι περνούσαν με κωπήλατες βάρκες από τη μία ακτή στην άλλη. Ήταν μια μαζική μετακίνηση όλων των οικογενειών, μαζί με τα ζώα τους, προκειμένου για το όργωμα ή το θερισμό στα χωράφια που καλλιεργούσαν απέναντι στη Σαρία. Από μια μικρή μισοερειπωμένη πέτρινη προβλήτα μπορείς και σήμερα να ακολουθήσεις το μονοπάτι που οδηγεί στο βορινό τμήμα του νησιού, φτάνοντας στα αγροτόσπιτα και στα χωράφια.

Από το φαράγγι γυρίζοντας το βλέμμα πίσω προς τη θάλασσα.

Από το φαράγγι γυρίζοντας το βλέμμα πίσω προς τη θάλασσα.

Καθώς το καΐκι πλησιάζει στο βορειοανατολικό τμήμα του νησιού, εκεί όπου βρίσκονται τα Παλάτια κι ο δεύτερος κολπίσκος, η Αλιμούντα, το τοπίο αλλάζει, χωρίς όμως διόλου να απαλύνεται ο κοφτερός του χαρακτήρας. Εδώ τεράστια κομμάτια βράχων έχουν αποκολληθεί από την ξηρά και στέκουν κατακόρυφα, ξεπροβάλλοντας μέσα από το νερό σαν μανιάτικοι πύργοι. Άλλοι ακόμη μεγαλύτεροι, δημιουργούν μια συστάδα μικρών νησιών που προστατεύουν τα μικρά φυσικά λιμανάκια από τα δυνατά μελτέμια.

Ο βράχος στα Παλάτια με το ξωκλήσι του Αγίου Ζαχαρία στην κορφή του.

Ο βράχος στα Παλάτια με το ξωκλήσι του Αγίου Ζαχαρία στην κορφή του.

Στα Παλάτια σε υποδέχεται ο μικρός όρμος με τα γαλαζοπράσινα κρυστάλλινα νερά, ενώ μια σειρά από αλμυρίκια στη βοτσαλωτή παραλία κάνουν πιο φιλικό και οικείο το τοπίο. Στο βάθος πρασινίζει όλος ο τόπος από σκίνα, φρύγανα κι άλλους υπέροχους θάμνους που μοσχοβολάνε κάτω από το φως του μεσημεριού. Απέναντι ακριβώς από τη θάλασσα το φόντο των πανύψηλων βράχων που κλείνουν το χώρο της ρεματιάς από τη δυτική πλευρά και ψηλά στην κορυφή, σαν άσπρο στίγμα το εκκλησάκι του Αγίου Ζαχαρία. Σ’ αυτή την περιοχή του νησιού πιθανολογείται ότι ήταν η θέση της τέταρτης αρχαίας πόλης της Καρπάθου, της Νισύρου, η οποία μαζί με την Βρυκούντα, την Αρκέσεια και την Κάρπαθο αποτελούσαν την «τετράπολιν» που περιγράφουν οι αρχαίοι ιστορικοί.

Η θέα από τον Άγιο Ζαχαρία.

Η θέα από τον Άγιο Ζαχαρία.

Αριστερά πάνω στη βραχώδη πλαγιά ερείπια κτισμάτων και τοίχων ξεπροβάλλουν ανάμεσα στους πυκνούς θάμνους, ενώ αν πας πιο κοντά και περπατήσεις ανάμεσά τους την προσοχή σου θα τραβήξουν δύο αρχαίοι τάφοι που βρίσκονται στην περιοχή. Απέναντι, στη δεξιά πλαγιά, διαγράφονται οι χαρακτηριστικοί θόλοι των κτισμάτων του παλιού οικισμού των Σαρακηνών πειρατών που κατοίκησαν στο νησί από τον 6ο έως και τον 9ο αιώνα, έχοντάς το ως ορμητήριο για τις επιδρομές τους στη Μεσόγειο. Είναι ο μοναδικός στο είδος του οικισμός που βρίσκεται στη χώρα μας και ο οποίος διατηρείται σε εντυπωσιακά καλή κατάσταση.

DSC03672
DSC03673

Ο οικισμός των Σαρακηνών πειρατών.

Ο οικισμός των Σαρακηνών πειρατών.

Μικρά πέτρινα μονόχωρα κτίσματα που σε ξαφνιάζουν με τους θόλους που τα στεγάζουν, αφού παραπέμπουν σε μορφές ιδιαίτερες και ξένες προς τα παραδοσιακά πρότυπα των κατοικιών που συναντάμε στα υπόλοιπα νησιά μας. Τα περισσότερα έχουν ορθογωνική κάτοψη, με μοναδικά ανοίγματα κατά τον διαμήκη άξονα, μία πόρτα στο κέντρο της στενής πλευράς και ένα μικρό παραθυράκι στην αντικριστή ακριβώς πλευρά. Μπροστά από την είσοδο διαμορφώνεται ως προεξοχή ένας μεταβατικός χώρος που λειτουργεί σαν μικρή πύλη, στεγασμένος κι αυτός με θολωτή κατασκευή. Υπάρχουν και ορισμένες κατοικίες με τετραγωνική κάτοψη, ένας πέτρινος κύβος που καλύπτεται με οξυκόρυφο σφαιρικό θόλο, χαρακτηριστικό στοιχείο της αραβικής αρχιτεκτονικής, ενώ σε κεντρική θέση του οικισμού συναντάς ένα κυλινδρικό κτίσμα, μεγαλύτερο από τα υπόλοιπα που καλύπτεται και αυτό εσωτερικά με σφαιρικό οξυκόρυφο θόλο.

Βρίσκεσαι ανάμεσα σε ερείπια μιας άλλης αρχιτεκτονικής, φερμένης από άλλους τόπους, μακρινούς, χτισμένη όμως στο δικό μας τοπίο και φτιαγμένη με τα υλικά παλιότερων κτισμάτων που υπήρχαν τριγύρω. Αυτό δεν μαρτυρά άραγε το σπασμένο κιονόκρανο που βρίσκεται θαμμένο στο κατώφλι εκείνης της πόρτας ή τα διάσπαρτα ίχνη που βρίσκονται ολόγυρα απ’ τις γενιές που έζησαν και πέθαναν στην ίδια τούτη πλαγιά στο ακόμη μακρινότερο παρελθόν;

Κάτω χαμηλά, λίγο πιο μέσα από την ακτή, βρίσκονται τα ερείπια μιας μεγάλης παλαιοχριστιανικής βασιλικής, με πεσμένες κολόνες και κιονόκρανα και ίχνη από το ψηφιδωτό της δάπεδο. Στη θέση του ιερού και ακριβώς πάνω στα ερείπιά της σήμερα βρίσκεται η μικρή εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Είναι εντυπωσιακή η εγκατάλειψη όλης της περιοχής παρόλο που αποτελεί αναμφίβολα ένα πολύ σημαντικό αρχαιολογικό χώρο με ερείπια πολλών ιστορικών περιόδων. Ωστόσο στέκει εδώ και χρόνια απροστάτευτη στη μοίρα της.

Αριστερά, καθώς ακολουθείς το μονοπάτι, τα θεόρατα βράχια που φράζουν σε εκείνο το σημείο τη χαράδρα σκίζονται στα δύο, δημιουργώντας μια φυσική είσοδο-πύλη σ’ ένα βαθύ φαράγγι και τον ξεροπόταμο που υπάρχει στον πυθμένα του. Μεγάλες σπηλιές σκάβουν τα τοιχώματα των αντικριστών πλευρών του, απομεινάρια ποιος ξέρει ποιου μεγάλου σεισμού, ποιων φοβερών κατολισθήσεων ή ποιων συγκλονιστικών διαβρώσεων από τους στροβιλισμούς του ανέμου που περνάει με ταχύτητα ανάμεσά του!

DSC03563

Το φαράγγι και οι σπηλιές.

Το φαράγγι και οι σπηλιές.

Ένα μακρύ μονοπάτι ξεκινά και ανηφορίζει από εκεί, περνώντας μέσα από το φαράγγι που οι ντόπιοι αποκαλούν «ο ποταμός του Έντι». Περπατάς ανάμεσα στα βράχια που υψώνονται κατακόρυφα σε μεγάλο ύψος και κρέμονται στην κυριολεξία πάνω από το κεφάλι σου, ενώ δεξιά και αριστερά χάσκουν οι τεράστιες σπηλιές, σαν πελώρια ανοικτά στόματα και εσύ, ένα τίποτα, να προσπαθείς να διαβείς ανάμεσά τους. Θαρρείς και περνάς τις Συμπληγάδες. Συνεχίζεις βαδίζοντας πολλές φορές στο πλάι ή και πάνω στην κοίτη του χειμάρρου, άλλες πάλι περνώντας ξυστά δίπλα από μεγάλους βράχους που στέκουν καταμεσής και κλείνουν το πέρασμα, αποκολλημένοι και κατακρημνισμένοι από ψηλά ποιος ξέρει πότε.

Ένα δροσερό αεράκι ανακουφίζει τον περιπατητή από τη ζέστη του αυγουστιάτικου μεσημεριού, ενώ ο χώρος είναι σκιερός, αφού οι ακτίνες του ήλιου σπάνια φτάνουν μέχρι κάτω, μέσα σ’ αυτό το στενό και βαθύ σκίσιμο της γης. Συνεχίζεις να ανεβαίνεις πατώντας πάνω σε βράχια, κροκάλες, κάθε λογής πέτρες, σε σημεία λαξευμένα υποτυπωδώς σε σκαλοπάτια πάνω στο βράχο. Κι όσο περπατάς τόσο έχεις την αίσθηση μιας πορείας από το σήμερα στο χτες, από το παρόν στο μακρινό αρχέγονο παρελθόν. Βήμα-βήμα νιώθεις να εισχωρείς σ’ έναν άλλο τόπο μέσα στον τόπο, σαν να περιμένεις να σου αποκαλυφθεί από στιγμή σε στιγμή το καλά κρυμμένο μυστικό του, λες και τούτη η αργή και κοπιώδης πορεία να ‘ναι ένα νοερό ταξίδι σ’ έναν πολιτισμό πρωτόγονο, σκληρό και αιχμηρό, χαμένο, ξεχασμένο, μακρινό.

Αφήνοντας πίσω σου το φαράγγι, το μονοπάτι σκαρφαλώνει σιγά-σιγά στην πίσω πλευρά όπου σου αποκαλύπτεται ένα οροπέδιο: εκεί απλώνεται ο πανέμορφος, (ακατοίκητος σήμερα) πετρόχτιστος οικισμός του Άργους. Ξερολιθιές ορίζουν απ’ άκρο σ’ άκρο τα εγκαταλειμμένα χωράφια, συνεχόμενες σκούρες γραμμές πάνω στις χρυσοκίτρινες πλαγιές, οι οποίες καταλήγουν πάνω στις μάντρες και στους τοίχους των σπιτιών του μικρού αγροτικού οικισμού. Οι όγκοι των πέτρινων κιβωτιόσχημων αγροικιών, έτσι όπως είναι διατεταγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο ακολουθώντας την κλίση της πλαγιάς, σχηματίζουν ένα όμορφο αδιατάρακτο σύνολο. Κάθε κατοικία αποτελείται από ένα κύριο κτίσμα που αποτελείται από δύο ενοποιημένους στενόμακρους υποχώρους, τον φούρνο, τη δεξαμενή συλλογής του βρόχινου νερού και πάντοτε ένα αλώνι. Αποτελούν, δηλαδή, ένα συνεκτικό κτιριακό σύνολο που εξυπηρετούσε τις ανάγκες της γεωργικής παραγωγής: τους χώρους διαμονής της οικογένειας, τις γεωργικές εργασίες μέχρι και τη στέγαση των ζώων. Έτσι συγκροτείται και διαπλέκεται ο σφικτός ιστός του χωριού, από την επανάληψη τέτοιων πανομοιότυπων σχηματισμών, οι οποίοι στην περιφέρεια σταδιακά αραιώνουν, ενώ λίγο μακρύτερα, ανάμεσα στα χωράφια, βρίσκονται πιο απομονωμένοι και διάσπαρτοι ακόμη τρεις-τέσσερις.

Ο οικισμός Άργος.

Ο οικισμός Άργος.

Όπου και να στρέψεις το βλέμμα σου αντικρίζεις το ίδιο χρώμα, το ίδιο υλικό, την ίδια γκρίζα πέτρα. Όλα καμωμένα απ’ αυτήν! Σπίτια, μάντρες, αλώνια, καλντερίμια, φούρνοι, καμινάδες. Σε πολλά σημεία των καλοχτισμένων τοίχων συναντάς κυρίως στη βάση τους, μεγαλύτερες πέτρες, οι οποίες φαίνονται πως έχουν επαναχρησιμοποιηθεί από παλιότερες λιθόκτιστες κατασκευές. Κάτι που συνήθιζαν να κάνουν οι παλιότεροι όταν είχαν δίπλα τους αρχαία ερείπια και που το συναντάμε συχνά στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική του τόπου μας. Ο αρχικός μόχθος της κατεργασίας της σκληρής πέτρας αποτελεί ένα είδος εξοικονόμησης ενέργειας που βοηθά τη βαριά εργασία, ξεκουράζοντας τον χειρώνακτα κτίστη. Την βρίσκει έτοιμη δίπλα του και δεν χρειάζεται να παλέψει και να κοπιάσει ξανά με το πελέκημα των άμορφων βράχων. Καθώς παρατηρείς αυτές τις αρχαίες πέτρες δίπλα στις άλλες, τις νεότερες, ως ίχνη μιας ακόμη παλιότερης εποχής, συνειδητοποιείς ότι αυτή η «συνύπαρξη» σηματοδοτεί κατά κάποιο τρόπο την αλληλουχία της ανθρώπινης κατοίκησης μέσα στο πέρασμα του χρόνου.

Διασχίζοντας το χωριό ξαναβρίσκεις το μονοπάτι να συνεχίζει μέσα στα χωράφια περνώντας πλάι από μία στριφογυριστή φίδα, ένα αιωνόβιο δένδρο που στέκει σαν μνημείο της φύσης στο ξερό τοπίο, μια σκουροπράσινη αντίστιξη ανάμεσα στις γκρίζες πέτρες. Αφού ακολουθήσεις μια ανηφορική ελικωτή διαδρομή φτάνεις στην κορυφή των βράχων όπου συναντάς το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Ζαχαρία να στέκει μόνο του στο φρύδι και να αγναντεύει όλη την ανατολική πλευρά του νησιού. Από εκεί ψηλά, ίσια μπροστά η καταγάλανη θάλασσα που ασημίζει στο βάθος και ταυτίζεται με τον ουρανό εξαφανίζοντας τη γραμμή του ορίζοντα.

Η αιωνόβια μοναχική φίδα.

Η αιωνόβια μοναχική φίδα.

Στο γυρισμό ένα πλήθος σκέψεων, εικόνων, μοναδικών παραστάσεων και αισθήσεων στριφογυρνάνε στο μυαλό σου. Ο βραχώδης τόπος, άγονος, κοφτερός, άνυδρος, εγκαταλειμμένος, παραμένει έστω και ακατοίκητος (ή ακριβώς γι’ αυτό;), αγέρωχος και μοναχικός μέσα στην άγρια ομορφιά του. Ένας τόπος όπου το ρολόι του χρόνου μοιάζει να σταμάτησε εδώ και δεκαετίες. Παρατημένος στα στοιχεία της φύσης, την ίδια στιγμή παραμένει αμόλυντος και προστατευμένος από τη σύγχρονη ευτέλεια. Αυτά τα ίχνη, απομεινάρια από διάσπαρτα θραύσματα μιας άλλης κατοίκησης, αλλοτινών καιρών, θα μένουν εκεί, σταθερά τεκμήρια της ιστορίας του. Το θαλασσοδαρμένο νησί πάνω στο σταυροδρόμι ανατολής και δύσης αυτό δεν μαρτυρά; Αυτές τις ιστορίες δεν αφηγείται;

Πόσοι και πόσοι άνθρωποι, σε περασμένες εποχές δεν αγνάντευαν αυτό το ίδιο τοπίο; Πόσοι περπάτησαν βήμα-βήμα τα ίδια βράχια, κάνοντας ίσως τις ίδιες τούτες σκέψεις; Στη Σαρία συνειδητοποιείς την ελάχιστη στιγμή της ανθρώπινης ύπαρξης απέναντι στην αιωνιότητα των βράχων. «Την εφήμερη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου — της πεταμένης στην απεραντοσύνη του χρόνου», όπως λέει κάπου ο Σοπενάουερ.

Η έκθεση ζωγραφικής του Τάση Παπαϊωάννου με τίτλο “Αρχιτεκτονημένα τοπία” συνεχίζεται στην αίθουσα τέχνης του βιβλιοπωλείου Φωταγωγός μέχρι το Σάββατο 17 Οκτωβρίου.

Το βιβλίο του Σκέψεις για την αρχιτεκτονική σύνθεση κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ίνδικτος.

 

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2021 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.