ΜΟΥΣΙΚΗ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ας μιλήσουμε για μινιμαλισμό με τον Βιμ Μέρτενς

Και για το πώς η Ελλάδα εξελίχθηκε σε έναν από τους τρεις-τέσσερις τόπους που έχουν παίξει μεγάλο ρόλο στην εξέλιξη του πολυσχιδούς έργου του. Μία συζήτηση του σπουδαίου Βέλγου συνθέτη με τον Θεοδόση Μίχο, με αφορμή τις επικείμενες εμφανίσεις του.

«Με τους όρους “Αμερικανική Μινιμαλιστική Μουσική” ή “Επαναληπτική Μουσική” συνήθως εννοούμε τη μουσική των συνθετών La Monte Young, Terry Riley, Steve Reich και Philip Glass. Αυτοί οι τέσσερις συνθέτες ήταν οι πρώτοι που εφάρμοσαν αξιόπιστα τις τεχνικές της επανάληψης και του μινιμαλισμού στα έργα τους. Η μουσική τους αναπτύχθηκε τη δεκαετία του ’60 στην Αμερική και κατά τη διάρκεια των 70s γνώρισε μεγάλη επιτυχία και στην Ευρώπη.»

Αυτές είναι οι δύο πρώτες προτάσεις του βιβλίου American Minimal Music που εκδόθηκε το 1980 και μέχρι σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά για όσους θέλουν να εντρυφήσουν, μέσω μιας όχι μόνο τεχνικής ανάλυσης αλλά κυρίως ιδεολογικής και φιλοσοφικής προσέγγισης, στα έργα και τις ημέρες των τεσσάρων αξεπέραστων «γιγάντων» ενός genre που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επηρέασε (και συνεχίζει να επηρεάζει) από την ορχηστρική μουσική μέχρι «το γερμανικό space-rock του Klaus Schulze ή των Kraftwerk, για παράδειγμα, ή το πειραματικό rock των (πρώιμων) XTC και των Public Image Limited», όπως σημείωνε τότε ο συγγραφέας.

Επρόκειτο τότε για έναν νεαρό και φέρελπι Βέλγο -κατά βάση μινιμαλιστή, αλλά όχι μόνο- συνθέτη ονόματι Wim Mertens, που το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80 θα κυκλοφορούσε τρεις δίσκους-ορόσημα (VergessenStruggle for Pleasure, Maximizing the Audience), κερδίζοντας επάξια μια θέση στο πάνθεον του είδους.

Αξιοζήλευτα παραγωγικός (η δισκογραφία του μετρά δεκάδες κυκλοφορίες, μεταξύ των οποίων και έργα για το θέατρο και τον κινηματογράφο, όπως για την παράσταση The Power of Theatrical Madness του Jan Fabre και το The Belly of an Architect του Peter Greenaway), αμετανόητα πολυσχιδής (κατά καιρούς έχει συνθέσει από μουσική δωματίου μέχρι συμφωνική και από ηλεκτρονική για…φλιπεράκια μέχρι σόλο πιάνο) και -σύμφωνα με τη φήμη που τον ακολουθεί και την οποία επιβεβαιώνει η Popaganda– ιδιαιτέρως εσωστρεφής και χαμηλών τόνων, ο Wim Mertens επιστρέφει (21/10 στη Θεσσαλονίκη, 22/10 στην Αθήνα), για να παρουσιάσει το τελευταίο του έργο That Which Is Not, στη χώρα για την οποία, όπως λέει, θα έχει για πάντα ένα soft spot.

«Η Ελλάδα είναι μία από τις τρεις-τέσσερις χώρες που έχουν παίξει πολύ μεγάλο ρόλο στο πώς έχω εξελιχθεί όχι απλά ως performer αλλά και ως συνθέτης. Από τις αρχές των 90s μου έχει δοθεί η ευκαιρία να παίξω σε πολλές διαφορετικές τοποθεσίες στη χώρα σας και νιώθω ευγνώμων γι’ αυτό.»

Πριν από λίγα χρόνια ζητήθηκε από τους αναγνώστες της εφημερίδας Guardian να διαλέξουν τους αγαπημένους τους μινιμαλιστές συνθέτες. Ένας εξ αυτών έγραψε: «Ο Wim Mertens είναι η βελγική, πολύ καθυστερημένη απάντηση στον Eric Satie. Απλά ένα πιάνο. Και μερικά έγχορδα. Ω ναι και μια μελωδία, κάτι που πάντα είναι σημαντικό όταν γράφεις ένα τραγούδι. Τίποτα άλλο δεν χρειάζεται». Πώς σας ακούγεται όλο αυτό;
Πρέπει να σας πω ότι στα πρώτα χρόνια της πορείας μου, πίσω στη δεκαετία του ’80, το στοιχείο της μελωδίας στη μουσική μου ήταν σε πρώτο πλάνο. Αυτό ίσως να οφείλεται στο ότι ήθελα ενστικτωδώς να ακολουθήσω την φωνητική παράδοση της τραγουδοποιίας. Προσπαθούσα να μεταφράσω το στοιχείο της φωνής μέσω μιας ορχηστρικής προσέγγισης. Υπήρχε δηλαδή εκείνη την εποχή μία πολύ στενή σχέση των φωνητικών στοιχείων και των οργάνων, προσπαθούσα να αποδώσω τα μεν μέσω των δε. Οπότε υποθέτω ότι αν όχι για όλες μου τις συνθέσεις, για ένα μεγάλο τους κομμάτι ισχύει αυτό που μόλις μου μεταφέρατε.

Σε πολλά είδη μουσικής, από το rock ’n’ roll μέχρι τη χορευτική, η ανταπόκριση του κόσμου κατά τη διάρκεια μιας ζωντανής εμφάνισης μπορεί να επηρεάσει τους καλλιτέχνες, άρα και την εξέλιξη της συναυλίας. Εννοώ ότι αν είσαι πάνω στη σκηνή και δεις, για παράδειγμα, το κοινό να χορεύει, αντιλαμβάνεσαι ότι περνάει καλά παρακολουθώντας σε. Πώς λειτουργεί αυτή η διαδραστική διάσταση μιας εκ των πραγμάτων στατικής ζωντανής εμφάνισης, όπως στη δική σας περίπτωση; Πώς αντιλαμβάνεστε αν τα τραγούδια και οι συνθέσεις σας αγγίζουν όσους σας παρακολουθούν;
Αυτή είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Όμως λυπάμαι, δεν μπορώ να σας δώσω μία σαφή απάντηση. Ως συνθέτης και ως performer δεν μπορείς να τα ελέγξεις αυτά τα πράγματα. Μπορώ όμως να πω το εξής: Η μουσική, σε αντίθεση με τη ζωγραφική ή τη γραφή, πρέπει να παρουσιάζεται ζωντανά ξανά και ξανά, εκ του μηδενός. Σε αυτό το πλαίσιο οι θεατές παίζουν ένα πολύ σημαντικό ρόλο στη σπουδαία πράξη της ζωντανής εκτέλεσης μουσικής. Το κοινό ολοκληρώνει το καλλιτεχνικό έργο. Κι αφού κάθε κοινό είναι διαφορετικό, κάθε σύνθεση καταλήγει διαφορετικά από συναυλία σε συναυλία.

Όταν ξεκινήσατε να γράφετε μουσική, είχατε κατά νου κάποιους συνθέτες-πρότυπα;
Κοιτάξτε, όταν ξεκινούσα δεν μπορώ να πω ότι υπήρξε απόλυτη συνειδητότητα ως προς αυτό που ήθελα να κάνω. Συνέβη κάπως φυσικά. Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι μεγάλωσα σε μία οικογένεια που η μουσική ήταν συνέχεια παρούσα. Ο πατέρας μου ήταν μουσικός, έπαιζε διάφορα όργανα και τραγουδούσε. Ήταν αυτονόητο λοιπόν ότι θα πήγαινα σε ένα μουσικό σχολείο από μικρό παιδί. Ήμουν μόλις 8 όταν ξεκίνησα και συνέχισα μέχρι τα 18. Τότε, ίσως από αντίδραση, στα χρόνια του πανεπιστημίου σταμάτησα, αλλά μόλις τελείωσα τις σπουδές μου, στα 22, ένιωσα επιτακτική την ανάγκη να επιστρέψω στη μουσική. Ίσως γιατί είναι κάτι που πέρασε στο DNA μου από τους γονείς και τους παππούδες μου. Φανταστείτε ότι έγραψα την πρώτη μου σύνθεση σε ηλικία 12 ετών, χωρίς να έχω επίγνωση του τί ακριβώς έκανα. Μέχρι σήμερα προσπαθώ να διατηρώ αυτό το στοιχείο της άγνοιας και της έκπληξης.

«Οι θεατές παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη σπουδαία πράξη της ζωντανής εκτέλεσης μουσικής. Το κοινό ολοκληρώνει το καλλιτεχνικό έργο. Κι αφού κάθε κοινό είναι διαφορετικό, κάθε σύνθεση καταλήγει διαφορετικά από συναυλία σε συναυλία»

Πόσο εύκολο είναι όμως να εκπλήσσετε τον εαυτό σας με μία νέα ιδέα όταν υπάρχει μέσα σας τόση συσσωρευμένη εμπειρία και γνώση;
Νομίζω ότι η έννοια της αβίαστης ιδέας είναι τρόπον τινά μία αντίδραση σε μία καθαρά εκλογικευμένη προσέγγιση, η οποία κυριαρχούσε στα 50s και τα 60s, γενικά στην κεντρική Ευρώπη και ειδικά στις Βρυξέλλες. Κατά κανόνα προσέγγιζαν τη μουσική από μία σκοπιά απόλυτης λογικής. Εξαρχής ήθελα να καταστήσω σαφές ότι επρόκειτο να διαφοροποιηθώ, ότι η λογική δεν θα ήταν κατ’ ανάγκη η δική μου αφετηρία, ήθελα να ξεφύγω από τα «πρέπει» που ένιωθα ότι μου επιβάλλονται, να έχω μεγαλύτερη άνεση κινήσεων. Αυτό φάνηκε πολύ γρήγορα όχι απλά στις συνθέσεις μου αλλά και στον τρόπο που συνεργαζόμουν με μουσικούς, στα ανσάμπλ που δημιουργούσα. Μπορεί να ακουστεί περίεργο αλλά νομίζω ότι σε όλο αυτό έχει παίξει ρόλο το ότι στα 8 μου το πρώτο όργανο που έπιασα στα χέρια μου ήταν η κιθάρα. Μέχρι τα 18 η κιθάρα ήταν το βασικό μου όργανο, το πιάνο ερχόταν δεύτερο. Αυτό άλλαξε βέβαια μετά. Στην κιθάρα όμως έχεις ένα σύνολο αρμονίας και ρυθμού που δεν σου το προσφέρει κανένα άλλο όργανο, και μάλιστα το έχεις αυτοστιγμεί. Ίσως αυτή την αίσθηση να προσπαθώ ακόμη να αναπαραστήσω.

https://www.youtube.com/watch?v=pybqjwf8w8s

Κατά κανόνα προτιμάτε να συνεργάζεστε με νέους, ταλαντούχους μεν άπειρους δε, μουσικούς ή με μεγαλύτερης ηλικίας;
Αυτή τη στιγμή δουλεύω με μερικούς μουσικούς που δεν είναι πάνω από 25 ετών, ταυτόχρονα όμως παίζει μαζί μου βιολί ένας σπουδαίος μουσικός που είναι στο πλάι μου τρεις δεκαετίες. Προσπαθώ να διατηρώ μία ισορροπία. Φυσικά όμως είναι πολύ σημαντική η φρεσκάδα με την οποία προσεγγίζουν τη μουσική οι νέοι τις συνθέσεις μου.

Επιτρέπετε στους μουσικούς σας να επεμβαίνουν στις συνθέσεις σας, να καταθέτουν τις ιδέες τους ή πρέπει να ακολουθήσουν κατά γράμμα ό,τι τους πείτε;
Επιτρέπω το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού -μάλιστα το θεωρώ πολύ σημαντικό- μόνο στο κομμάτι του πιάνου και της φωνής, σε αυτά που κάνω εγώ δηλαδή. Κατά τα άλλα, οι υπόλοιποι μουσικοί έχουν μπροστά τους τις παρτιτούρες που πρέπει να σεβαστούν μέχρι κεραίας. Έτσι δημιουργείται μία ενδιαφέρουσα ισορροπία ανάμεσα στα δικά τους όργανα και το πιάνο που παίζω με έναν τρόπο που επηρεάζεται πολύ από το στοιχείο της φωνής, άρα υπάρχει ένας αυθορμητισμός που πάει κόντρα στην καθώς πρέπει λογική ότι η δυτική, ας την πούμε κλασική, μουσική ζει μόνο όπως υπαγορεύουν τα χαρτιά που έχεις μπροστά σου.

https://www.youtube.com/watch?v=RImg8OTh6dM

Μετά από τόσα χρόνια καριέρας, σας περνάει ποτέ από το μυαλό πώς θα ήταν η ζωή σας αν δεν είχατε επιστρέψει στη μουσική μετά από τις σπουδές στις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες;
Είναι δύσκολο να το φανταστώ. Η μουσική μού επιβλήθηκε, δεν ήταν κάτι με το οποίο είχα αποφασίσει 100% ότι θα ήθελα να ασχοληθώ. Αφέθηκα όμως και τελικά η μουσική κατέκλυσε τη ζωή μου.

Συμπληρώνονται 40 χρόνια από τότε που γράψατε το εμβληματικό βιβλίο American Minimal Music. Διορθώστε με αν κάνω λάθος, αλλά εκείνη την εποχή, το να είναι κανείς μινιμαλιστής σήμαινε κατά κάποιο τρόπο ότι πήγαινε κόντρα στο mainstream και αυτό λειτουργούσε απελευθερωτικά για έναν συνθέτη. Πώς θα ορίζατε σήμερα τον μινιμαλισμό ως genre, αν υφίσταται ακόμη;
Νομίζω ότι το 1980 ήταν σημαντικό όχι απλά να περιγράψω στο βιβλίο μου τη μουσική των Αμερικανών συνθετών, αλλά να αποδώσω και μία ιδεολογική προσέγγιση του θέματος, που μέχρι τότε δεν υπήρχε. Φυσικά ο μινιμαλισμός υπήρξε ένα πολύ σημαντικό κίνημα, έδειξε ότι υπάρχει ένας διαφορετικός δρόμος. Για εμένα ήταν σαν κοσμογονία, όπως και για πολλούς ακόμη Ευρωπαίους συνθέτες. Πρέπει να σου πω ότι αυτό το κίνημα δεν θα μπορούσε να είχε γεννηθεί στην Ευρώπη, τα πράγματα εδώ ήταν τόσο αυστηρά ώστε έπρεπε κυριολεκτικά να διασχίσουμε τον Ατλαντικό για να βρούμε μια νέα προσέγγιση. Όσον αφορά τη σημερινή εποχή, νομίζω ότι θα ήταν πολύ ενδιαφέρον ένας νέος άνθρωπος να γράψει ένα ανάλογο βιβλίο. Η ματιά των νέων έχει πάντα πολύ ενδιαφέρον.

Αθήνα: Τρίτη 22 Οκτωβρίου / Θέατρο Παλλάς
Θεσσαλονίκη: Δευτέρα 21 Οκτωβρίου / Βασιλικό Θέατρο
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.