2010-2019
Οι εντυπώσεις μας από τη δεκαετία που πέρασε.

Η δεκαετία του disruption

Πώς το Airbnb, το Uber και οι άλλες startups άλλαξαν τον τουρισμό, τις μετακινήσεις και τον τρόπο που ζούμε; Ο Γιάννης Γορανίτης ψάχνει απαντήσεις.
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή

Ήταν στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας όταν το Airbnb έκανε τα πρώτα του βήματα, και τα διεθνή media έκαναν ήδη λόγο για μια startup φαινόμενο. Εκείνη την περίοδο εργαζόμουν στην ελληνική έκδοση του περιοδικού τεχνολογίας Τ3 (Tomorrow’s Technology Today). «Καλή ιδέα, αλλά αποκλείεται να πετύχει» σχολίαζα το «φαινόμενο» σε ένα άρθρο μου. «Ειδικά στην Ελλάδα, με τα αναρίθμητα ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια, δεν βλέπω τον τρόπο που μπορεί να λειτουργήσει αυτό το μοντέλο» επέμενα με την έπαρση που έχουν συνήθως οι δημοσιογράφοι που καλούνται να προβλέψουν τις εξελίξεις – ίσως γιατί ενδόμυχα γνωρίζουν ότι μελλοντικά θα μπορούν να επικαλεστούν μια επιτυχημένη πρόγνωση, την ώρα που κανείς δεν θα θυμάται τις αποτυχημένες.

Η εντυπωσιακή πορεία της Airbnb –ειδικά στη χώρα μας– απέδειξε πόσο έξω έπεσα. Τουλάχιστον δεν ήμουν ο μόνος. Όταν οι συνιδρυτές της επιχείρησης παρουσίαζαν την ιδέα τους σε υποψήφιους επενδυτές, σχεδόν όλοι την απέρριπταν χωρίς πολλή σκέψη. Ο συνιδρυτής και CEO της, Μπράιαν Τσέσκι δημοσιοποίησε αργότερα τα emails απόρριψης που είχε λάβει από διάφορα venture capitals, όχι για να τους εκθέσει, όπως σημείωσε, αλλά για να ενθαρρύνει τους νέους startuppers να μην τα παρατάνε.

Είναι βέβαιο ότι όλοι τους θα έχουν μετανιώσει οικτρά που αρνήθηκαν να επενδύσουν στη startup λίγες χιλιάδες δολάρια που ζητούσαν οι δύο νεαροί για να εξελίξουν την ιδέα σε επιχείρηση. Με περίπου 150.000 δολάρια θα είχε πάρει το 10% μιας εταιρείας της οποίας η αποτίμηση ξεπερνά πλέον τα $35 δισ. Μέσα στο 2020 μάλιστα αναμένεται να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο – απευθείας με δημόσια εγγραφή, όπως φημολογείται ότι σκοπεύει, καθώς έχει ήδη εξασφαλίζει τα απαιτούμενα κεφάλαια για την περαιτέρω ανάπτυξή της. 

Όλα ξεκίνησαν από ένα φουσκωτό στρώμα

Ο Τσέσκι είχε συλλάβει την ιδέα το 2007, όταν η σπιτονοικοκυρά του ανακοίνωσε μια αύξηση στο μίσθωμα του διαμερίσματος που νοίκιαζε στο Σαν Φρανσίσκο. Τότε ήταν που σε συνεννόηση με τον συγκάτοικο και μετέπειτα συνεταίρο του, Τζο Γκέμπια αποφάσισε να το υπενοικιάσει. Η συγκυρία ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή καθώς εκείνη την εβδομάδα στην πόλη διοργανώνονταν ταυτόχρονα πολλά συνέδρια με αποτέλεσμα σχεδόν όλα τα ξενοδοχεία να είναι υπερπλήρη. Το πρόβλημα ήταν ότι στο διαμέρισμα των δύο νεαρών φίλων δεν υπήρχε άλλο κρεβάτι εκτός από τα δικά τους. Έτσι αγόρασαν τρία φουσκωτά στρώματα (airbeds) και τα τοποθέτησαν στο σαλόνι. Έβαλαν μια αγγελία στο Craiglist, και λίγη ώρα αργότερα εμφανίστηκε ο πρώτος ενδιαφερόμενος. Μέχρι το βράδυ είχαν ήδη κλείσει διανυκτέρευση οι τρεις πρώτοι ένοικοι. Για να δικαιολογήσουν το υψηλό μίσθωμα (της τάξης των 80 δολαρίων) αποφάσισαν να τους σερβίρουν κι ένα απλό πρωινό. Κάπως έτσι δίπλα στο «Airbed» προστέθηκε το «Breakfast» – αργότερα συντμήθηκε σε AirBnB.

Η ιδέα της ενοικίασης διαθέσιμων κρεβατιών, δωματίων ή και ολόκληρων διαμερισμάτων έμοιαζε αν μη τι άλλο ελκυστική για τους ιδιοκτήτες διαμερισμάτων με άδειους χώρους που δεν μπορούσαν να τα αξιοποιήσουν. Από την άλλη όμως, ήταν πολλές οι πρακτικές, νομικές και λογιστικές λεπτομέρειες που έπρεπε να αποσαφηνιστούν για να γίνει εξίσου ελκυστική και για τους υποψήφιους πελάτες επενδυτές. «Μόνο ένας τρελός θα πλήρωνε για να διανυκτερεύσει στο σπίτι ενός αγνώστου», τους είπε ο εκπρόσωπος ενός από τα πολλά funds που απέρριψαν το επιχειρηματικό τους σχέδιο.

Στην πορεία βέβαια βρέθηκαν πολλοί «τρελοί» που δέχθηκαν να διανυκτερεύσουν σε σπίτια αγνώστων: Από τα 2 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις το 2011, έφτασε στα 10 εκατομμύρια μόλις έναν χρόνο αργότερα. Στα τέλη του 2019 εκτιμάται ότι οι διανυκτερεύσεις που κλείνονται μέσω της πλατφόρμας έχουν ξεπεράσει το μισό δισ. σε έξι εκατομμύρια διαφορετικά καταλύματα (από πολυτελείς βίλες, στρώματα σε πάρκινγκ και δεντρόσπιτα, μέχρι κάστρα στην Ιρλανδία ή καβάτζες για κάμπινγκ στην Κρήτη.

Μιας που αναφέραμε την Κρήτη, να υποσημειώσουμε ότι στην Ελλάδα η διείσδυση του Airbnb ήταν από τις θεαματικότερες παγκοσμίως. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Grant Thornton, ο τζίρος της πλατφόρμας προσεγγίζει τα 2 δισ. ευρώ, περίπου το 10% της αθροιστικής τουριστικής δαπάνης σε όλη τη χώρα. Οι ωφελούμενοι πολλοί: αφενός οι οικοδεσπότες που βλέπουν τους λογαριασμούς τους να γεμίζουν με επιπλέον εισόδημα, και αφετέρου οι φιλοξενούμενοι που μπορούν να μείνουν σε φθηνότερα και πιθανότερα καλύτερα καταλύματα. Δεν είναι τυχαίο ότι το ξενοδοχειακό λόμπι στη χώρα μας πρωτοστατεί στον πόλεμο εναντίον του Airbnb διαβλέποντας πρωτοφανείς απώλειες. Παράλληλα, ευνοούνται πολυάριθμοι μικροί και μεγάλοι επιχειρηματίες: από οικοδόμους και τεχνίτες, μέχρι εστιάτορες και ιδιοκτήτες μπαρ, καφετεριών και ψιλικατζίδικων. 

Από την ανταλλαγή αρχείων στην αξιοποίηση κενών θέσεων στο αυτοκίνητο

Η Airbnb βέβαια δεν ήταν η μοναδική τεχνολογική startup που σημάδεψε την παγκόσμια οικονομία και κοινωνία τη δεκαετία που φεύγει. Μια παράλληλη και εξίσου εκρηκτική διαδρομή ακολούθησε και η Uber. Η ιδέα γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 2008 στο Παρίσι όπου οι συνιδρυτές της Τράβις Κάλανικ και Γκάρετ Καμπ αδυνατούσαν να βρουν ταξί. «Γιατί να μη μπορούμε να επιβιβαστούμε σε κάποια από τις άδειες θέσεις των διερχόμενων αυτοκινήτων;» αναρωτήθηκε ο πρώτος, και ο μετέπειτα συνεταίρος του σκέφτηκε ότι κάλλιστα θα πλήρωνε για την υπηρεσία αυτή. Το business plan συντάχθηκε μέσα σε λίγες ημέρες και από τις πρώτες παρουσιάσεις διαπίστωσαν έντονο ενδιαφέρον από τους επενδυτές. Ο Κάλανικ άλλωστε ήταν γνωστός στην αγορά ως ο δημιουργός της RedSwoosh, μιας υπηρεσίας ανταλλαγής αρχείων peer-to-peer. Και με αυτό το σκεπτικό πλάσαρε το νέο του εγχείρημα: Μια τεχνολογική πλατφόρμα (website και app) που επιτρέπει τη διασύνδεση οδηγών που έχουν ελεύθερες θέσεις στο όχημά τους και ιδιωτών που αναζητούν μέσο μετακίνησης.

Θα μπορούσε όμως να λειτουργήσει ένα peer-to-peer μοντέλο στον δρόμο; Το ερώτημα απαντήθηκε διστακτικά στις 5 Ιουλίου του 2010 όταν ο πρώτος επιβάτης έκλεισε κούρσα μέσω της εφαρμογής. Μέσα σε τέσσερα χρόνια, η υπηρεσία είχε παρουσία σε 100 πόλεις σε όλο τον κόσμο, και μόλις έκλεισε την πρώτη πενταετία ανακηρύχθηκε ως η startup με τη μεγαλύτερη αποτίμηση στην ιστορία. Σήμερα η αποτίμηση της Uber ξεπερνά τα 70 δις. και η εταιρεία είναι ένας κολοσσός που συνεργάζεται με 3 εκατομμύρια οδηγούς σε 80 χώρες σε όλο τον πλανήτη.

Η μεγαλύτερη μεταφορική εταιρεία δεν διαθέτει κανένα όχημα

Μέσα σε λιγότερα από δέκα χρόνια λοιπόν, η Uber έγινε η μεγαλύτερη επιχείρηση επιβατικών μεταφορών παγκοσμίως χωρίς να διαθέτει ούτε ένα όχημα. Όπως ακριβώς η Airbnb έγινε η μεγαλύτερη επιχείρηση στον κλάδο της βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων χωρίς να διαθέτει ούτε ένα δωμάτιο. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν εκατοντάδες ακόμη startups απ’ όλο τον κόσμο που επιχειρούν να εκμεταλλευτούν το σαρωτικό κύμα της οικονομίας του διαμοιρασμού. Διόλου τυχαία, λοιπόν, η λέξη «disruption» συνοδεύει σχεδόν κάθε αναφορά σε αυτές τις startups που πλέον λειτουργούν ως πολυθενικοί κολοσσοί με αδιανόητη ισχύ και επιρροή.

Δεν πρόκειται βέβαια απλώς για επιτυχημένες startups τεχνολογίας. Εδώ έχουμε να κάνουμε για τους φορείς και τους εκφραστές της μεγαλύτερης διαταραχής στα υπάρχοντα συστήματα παραγωγής, διανομής και δημιουργίας πλούτου. Για πρώτη φορά στην παγκόσμια οικονομική ιστορία, οι εργαζόμενοι μετατρέπονται σε μικροεπιχειρηματίες, και η ανεκμετάλλευτη ιδιοκτησία μετατρέπεται σε μηχανή παραγωγής πλούτου με όρους που οι ίδιοι θέτουν. Εξάλλου, για πρώτη φορά σε τέτοια τουλάχιστον έκταση ο ποιοτικός έλεγχος μιας υπηρεσίας περνάει στα χέρια των καταναλωτών, μέσω των αξιολογήσεων και των σχολίων στις εφαρμογές.

Τι δεν πάει καλά με την οικονομία του διαμοιρασμού;

Όλα καλά και ανθηρά λοιπόν; Κάθε άλλο. Η αποκαλούμενη οικονομία του διαμοιρασμού έχει δημιουργήσει σειρά προβλημάτων στις τοπικές κοινωνίες και οικονομίες. Σχεδόν σε κάθε πόλη που εμφανίστηκαν τα (ιδιωτικής χρήσης) αυτοκίνητα της Uber, ξεσηκώθηκαν οι επαγγελματίες οδηγοί ταξί και άλλοι επαγγελματίες των μεταφορών. Οι αντιδράσεις που έχει προκαλέσει το Airbnb, από την άλλη, είναι ακόμη πιο σύνθετες αφού η λειτουργία δεν επηρεάζει μία συγκεκριμένη επαγγελματική ομάδα, αλλά έχει ευρύτερες συνέπειες: από την άνοδο των ενοικίων και την «εκδίωξη» των μόνιμων κατοίκων, μέχρι το gentrification ολόκληρων περιοχών, και τον υπερτουρισμό.

Σύμφωνα με την έρευνα της Grant Thornton, η αύξηση των τιμών στα ενοίκια στην Αθήνα πλησιάζει το 10% και αυτοί που πλήττονται περισσότερο είναι οι «οικονομικά ασθενέστεροι». Η αύξηση των επισκεπτών συνεπάγεται επίσης και επιβάρυνση των όγκων απορριμμάτων κατά τουλάχιστον 21%. Τονίζεται επίσης η μείωση των δημοσίων εσόδων από την φοροαποφυγή (μόνο κατά την τριετία 2016-2018 εκτιμάται σε €300 εκατ.) και στη συνεπόμενη μείωση των πόρων κοινωνικής πολιτικής. Γι’ αυτούς τους λόγους οι τοπικές κυβερνήσεις έχουν ήδη θέσει περιορισμούς και σπεύδουν με καθυστέρηση να ρυθμίσουν νομοθετικά το τοπίο. Η ελεύθερη οικονομία σε αυτές τουλάχιστον τις περιπτώσεις δεν φαίνεται να αυτορρυθμίζεται. Το αντίθετο: απορρυθμίζει τις κοινωνίες στις οποίες λειτουργεί και δημιουργεί στρεβλώσεις και προβλήματα που δεν υπήρχαν. 

Λανθασμένος εξάλλου είναι και ο όρος που χρησιμοποιούμε: αυτό που κάνουν πλέον η Airbnb, η Uber και οι ουκ ολίγοι μιμητές τους απέχει αρκετά από την αυθεντική έννοια του διαμοιρασμού. Ο διαμοιρασμός άλλωστε εμπεριέχει την έννοια της αμοιβαιότητας, της κοινής εμπειρίας και την αίσθηση της κοινότητας. Οι πελάτες συχνά δεν συναντούν καν τους οικοδεσπότες. Πλέον, το 40% των ακινήτων του Airbnb νοικιάζονται μέσω εταιρειών και μεσιτών. Γι’ αυτό και πολλοί ειδικοί, προκρίνουν τον όρο οικονομία της «πρόσβασης» ή gig-economy. 

Ανεξαρτήτως ορολογίας, εκεί που απέτυχαν προγραμματικά οι πλατφόρμες είναι να αποτελέσουν αντίβαρο στον καζινοκαπιταλισμό και τον υπερκαταναλωτισμό. Αντί όμως για τη δραστική αλλαγή, φαίνεται ότι ενισχύουν το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο. Οι οδηγοί της Uber εργάζονται πέρα από τις φυσικές αντοχές τους διαθέτοντας παράλληλα και τα δικά τους οχήματα, προκειμένου να βγάλουν λιγότερα από έναν επαγγελματία ταξιτζή πριν την εμφάνιση της πλατφόρμας. Την ίδια ώρα, οι ιδιοκτήτες παραχωρούν τα ακίνητά τους σε funds και μεγαλομεσίτες που στη συνέχεια αντλούν δυσανάλογη υπεραξία μέσω Airbnb.

Τι θα συμβεί στο μέλλον;

Κρίνοντας από την πρόβλεψή μου για την πορεία του Airbnb στις αρχές της δεκαετίας που τελειώνει, μάλλον δεν είμαι ο κατάλληλος για να προβλέψω τι θα συμβεί με τις πλατφόρμες της gig οικονομίας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας που ξεκινάει. Δεν χρειάζονται όμως μαντικές ικανότητες για να αντιληφθεί κανείς ότι οι πλατφόρμες της gig οικονομίας θα συνεχίσουν να μεγεθύνονται καταλαμβάνοντας χώρο, κέρδη και κύρος από τους παραδοσιακούς ανταγωνιστές τους. Είναι επίσης σχεδόν βέβαιο ότι θα τεθούν κανόνες και ότι οι πλατφόρμες θα υποχρεωθούν να λειτουργήσουν εντός δεδομένου θεσμικού πλαισίου. Ειδικά στην ΕΕ όπου αναμένεται να ενταθούν οι πιέσεις των κρατών μελών και του ξενοδοχειακού λόμπι.

Παράλληλα όμως, η γιγάντωση της gig οικονομίας σε συνδυασμό με την έκρηξη της αυτοματοποίησης, θα επιφέρει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο εργασίας. Η λογική υποδεικνύει ότι οι ευκαιρίες (μικρο)απασχόλησης που θα δημιουργήσει δεν θα αρκούν για να ισοσκελίσουν τις απώλειες παραδοσιακών θέσεων εργασίας, ενώ οι σταθεροί, διασφαλισμένοι μισθοί θα δώσουν τη θέση τους σε μικροαμοιβές ή ανταλλακτικές παροχές από ετερόκλητες εργασίες και υπηρεσίες. 

Η οικονομία του διαμοιρασμού όμως θα μπορούσε να λειτουργήσει και θετικά όταν επεκταθεί και σε άλλους κλάδους περιορίζοντας δραστικά την ανάγκη ιδιοκτησίας και τον υπερκαταναλωτισμό. Όταν εν τέλει λειτουργήσει ως οικονομία της πρόσβασης: Η πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες θα είναι προτιμότερη από την ιδιοκτησία: Γιατί να αγοράσεις κάτι το οποίο δεν έχεις διαρκώς ανάγκη ή χρησιμοποιείς σπάνια; Κι αν το αγοράσεις, γιατί να μην το μοιραστείς αποκομίζοντας μέρος του κεφαλαίου σου; Τα αυτοκίνητα είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, αφού κινούνται μόλις το 5% του χρόνου και μένουν παρκαρισμένα τον υπόλοιπο. Συνήθως σε θέσεις πάρκινγκ που στοιχίζουν. Συχνά επίσης παρότι διαθέτουμε αυτοκίνητο αναγκαζόμαστε να χρησιμοποιούμε μέσα μαζικής μεταφοράς ή ταξί, ενώ το αυτοκίνητο παραμένει σταθμευμένο. Αντίστοιχη είναι και η ιδέα του διαμοιρασμού ποδηλάτων που θεωρείται ως μία από τις πλέον αναπτυσσόμενες με πάνω από 100 πλατφόρμες παγκοσμίως να το υποστηρίζουν. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ηλεκτρικά σκούτερ αλλά προφανώς και με πολλά ακόμη είδη: Από εργαλεία κατασκευών (τρυπάνια) και γεωργικών εργασιών (σκαπτικά μηχανήματα), μέχρι αξεσουάρ αυτοκινήτου (πχ χιονοαλυσίδες) και αθλητικό εξοπλισμό (πέδιλα σκι), μέχρι νυφικά, παιδικά ρούχα και βιβλία. Και όχι απλώς υλικά αγαθά. Ήδη, για παράδειγμα, λειτουργούν πλατφόρμες όπως το Taskrabbit μέσω του οποίου μπορείς να βρεις κάποιον να σου συναρμολογήσει το τραπεζάκι του ΙΚΕΑ, να σου στολίσει το χριστουγεννιάτικο δέντρο, να σου μαγειρέψει ή να μαζέψει τα πράγματά σου από το σπίτι της πρώην σου. 

Για να συνοψίσουμε: Όχι, η Uber και η Airbnb δεν πρόκειται να απειλήσουν το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο. Αντίθετα, η μαζική εξάπλωσή τους θα ενισχύσει τον ραντιέρικο καπιταλισμό. Η αυθεντική οικονομία του διαμοιρασμού και της ανοιχτής πρόσβασης, όμως, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για ένα υβριδικό οικονομικό μοντέλο που θα μπορούσε να μετατρέψει οποιοδήποτε υλικό ή άυλο αντικείμενο από κοστοβόρο σε κερδοφόρο, να δημιουργήσει οικονομικές ευκαιρίες για τους πολλούς και όχι απλώς μηχανισμούς πλουτισμού για τους λίγους. Θα συμβεί αυτό την επόμενη δεκαετία; Πολύ αμφιβάλλω, αλλά κρατήστε μικρό καλάθι – είπαμε: δεν είμαι καλός στις προβλέψεις.

Οι εντυπώσεις μας από τη δεκαετία που πέρασε.
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.