

Υπάρχει μια συγκεκριμένη ηλικία που το να πατάς play σε ένα ντοκιμαντέρ για boy band (δεν θα την πω, καταλαβαίνουμε όλοι), αυτομάτως σε καθιστά boomer, χωρίς πολλές κουβέντες. Σε αυτή ακριβώς τη φάση βρίσκομαι εγώ, που όταν είπα στη μικρότερη (κατά 22 χρόνια) αδερφή μου (η οποία boomer με ανεβάζει, boomer με κατεβάζει) ότι θα δω το “Take That” Limited Series Documentary στο Netflix, με ρώτησε χωρίς καμία ντροπή: «Ποιοι είναι αυτοί»; Και εννοείται ότι της έκλεισα το τηλέφωνο.
Πόσο καθόλου όμως δεν με νοιάζει που είμαι boomer! Κάθε φορά που ακούω να μου λένε κάτι αντίστοιχο, απαντάω: «Ναι, οκέι, αλλά εγώ έχω δει τους Ramones live στο Ρόδον, kiss my fat ass». Πού κολλάνε, θα μου πεις, οι Ramones με τους Take That; Όχι σε πολλά, αλλά ήθελα να δείξω τις ευρείες μουσικές μου ανησυχίες για να είμαι καλυμμένη.
Η σειρά Take That λοιπόν με πήγε κάποιες δεκαετίες πίσω, στις αρχές των 90s και από τα πρώτα λεπτά άρχισα να θυμάμαι γυμνά κορμιά σε παραλίες να χαϊδεύονται, να στραβοκαταπίνω με κάτι outfits και να σκέφτομαι «κοίτα να δεις που τελικά αυτό δεν είναι cringe». Ή μάλλον, είναι λίγο cringe, αλλά το σωστό, το βρετανικό, το self-aware cringe που σε κερδίζει.

Gary Barlow
Το ντοκιμαντέρ δεν προσπαθεί να κάνει την αποκάλυψη της δεκαετίας. Δεν θέλει να σε κάνει να κλάψεις, δεν θέλει να σε σοκάρει, δεν σου πουλάει κάθαρση τύπου Boyzone, ούτε δράμα επιπέδου Robbie Williams sitting-on-the-bed-in-his-underpants. Αυτό που κάνει είναι πολύ πιο ύπουλο και τελικά πιο απολαυστικό. Σου κλείνει το μάτι, σου λέει «έλα, τα ξέρεις αυτά, αλλά κάτσε να στα πω ωραία» και σε παρασύρει σε ένα τρίωρο binge που κυλάει σαν κασέτα με τα Greatest Hits τους σε walkman.
Το σκηνοθετεί ο David Soutar και υπάρχει ρυθμός, χιούμορ, αυτοσαρκασμός και κυρίως αρχειακό υλικό με το κιλό. Αλλά πολύ υλικό, σου λέω. Τόσο πολύ που κάποιες στιγμές νιώθεις ότι βλέπεις τη Βρετανία των early 90s μέσα από φίλτρο Crimewatch: γκρι, λίγο καταθλιπτική, με φώτα φθορίου και πολύ κακό styling.
Κι όμως, εκεί μέσα γεννήθηκε το φαινόμενο Take That. Αγόρια που ξεκίνησαν από gay clubs, σχολικές αίθουσες (χωρίς να έχουν ενημερωθεί οι καθηγητές, άλλες εποχές, άλλα ήθη) και social clubs, για να γίνουν το απόλυτο pop προϊόν. Και το ντοκιμαντέρ δεν προσπαθεί να ωραιοποιήσει αυτή τη διαδρομή, απλώς την αφηγείται με έναν τόνο «ναι, ήμασταν λίγο γελοίοι, δεν θα το αρνηθούμε, αλλά πετύχαμε».

Howard Donald, Gary Barlow
Ο Gary Barlow είναι φυσικά παντού. Ο εγκέφαλος, ο control freak, ο άνθρωπος που ζαλίζει τα αυτιά των bandmates του σαν να είναι αγχωμένος παππούς με κομπολόι. Το ντοκιμαντέρ δεν τον “ξεπλένει”, αλλά του αναγνωρίζει κάτι πολύ βασικό. Αυτογνωσία εκ των υστέρων. Το να τον ακούς να λέει «υπήρχε ένα κομμάτι μου που ένιωθε μουσικά ανώτερο από τους άλλους» είναι πιο τίμιο από οποιαδήποτε δραματική εξομολόγηση.
Ο Mark Owen παραμένει αυτό που ήταν πάντα. Ο πιο γλυκός άνθρωπος στον κόσμο, σχεδόν εκνευριστικά καλός, σαν ξωτικό που ξέφυγε από το δάσος και βρέθηκε σε boy band.

Mark Owen

Jason Orange
Ο Howard Donald, πάλι, είναι η κρυφή καρδιά της σειράς. Μιλάει για το άγχος, για τη δυσκολία της φήμης και για το πόσο σκληρό είναι να επιστρέφεις στην «κανονική ζωή», όταν το μόνο που ξέρεις να κάνεις είναι να είσαι pop star. Χωρίς μελοδραματισμούς και επίκληση συμπόνιας.
Ο Robbie Williams υπάρχει, αλλά λίγο σαν φάντασμα. Μέσα από αρχειακές συνεντεύξεις, παλιές δηλώσεις και υλικό που θυμίζει ότι ήταν πάντα η πιο χαοτική ενέργεια στο δωμάτιο. Καλύτερα έτσι, γιατί δεν καπελώνει τη σειρά, είναι εκεί όσο χρειάζεται. Άλλωστε πόσα ντοκιμαντέρ να δεις πια με τον Robbie να πρωταγωνιστεί; Κάπου όπα.

Robbie Williams
Ας μη γελιόμαστε, η σειρά είναι πάνω απ’ όλα ένα ντοκιμαντέρ μέσης ηλικίας, όχι με την κακή έννοια, αλλά με τη γλυκιά, την τρυφερή. Κοιτάνε πίσω και λένε «οκ, δεν τα κάναμε όλα τέλεια, αλλά κοίτα τι αντέξαμε». Ένα comfort watch με αυτογνωσία. Και ναι, είναι και λίγο διαφήμιση για το παρόν τους, αλλά το κερδίζουν όλο αυτό.
Πάντως, κάπου εκεί, ανάμεσα σε λαδωμένους μηρούς, γυμνά κωλαράκια και backstage γεύματα που καταλήγουν σε διαφωνία για το αν το cauliflower cheese είναι υπερβολικά… cheesy, συνειδητοποιείς ότι το θέμα της σειράς είναι να σου θυμίσει ότι ήταν καλοί σε αυτό που έκαναν και ότι, κόντρα σε όλες τις πιθανότητες, μεγάλωσαν χωρίς να γίνουν γελοίοι. Έζησαν μία δεύτερη καριέρα, έκαναν υποχωρήσεις, έμαθαν να σέβονται ο ένας τον άλλο, έγραψαν όλοι μαζί μουσική, μοιράστηκαν, άλλαξαν κάθε πιθανό σχήμα στο συγκρότημα μέχρι που έμειναν τρεις και δεν έκαναν ξεφτιλίκια στη σκηνή στα 50 τους όπως άλλα boy bands που προσπαθούν να διατηρήσουν την επιτυχία των 20s τους.

Ο Gary Barlow, ο Mark Owen και ο Howard Donald σήμερα.
Στο τέλος της ημέρας, το ντοκιμαντέρ δεν θα σου αλλάξει άποψή γι’ αυτούς. Αλλά αν τους έζησες τότε, αν έστω κάποια στιγμή τραγούδησες το “Pray” με την ψυχή σου, αν θυμάσαι πώς ήταν να μεγαλώνεις μαζί με pop φαινόμενα που δεν ήξερες αν πρέπει να πάρεις στα σοβαρά ή όχι, τότε θα περάσεις υπέροχα. Και σίγουρα θα προσπαθήσεις να θυμηθείς τα χορευτικά.
Ακόμα και οι νέες γενιές όμως, έχει ενδιαφέρον να δουν πώς οι μάνατζερ, οι δισκογραφικές και η δημοσιότητα, μπορούν να ρίξουν έναν καλλιτέχνη τόσο εύκολα, όσο και να τον ανεβάσουν.
Η σειρά Take That προβάλλεται στο Netflix
