ΜΟΥΣΙΚΗ50 κεράκια για τη «Μπανάνα»

50 κεράκια για τη «Μπανάνα»

Δημήτρης Ιωάννου (Bokomolech), Δημήτρης Πουλικάκος, Γιάννης Παπαιωάννου (ION, Mechanimal) και The Callas μιλάνε στην Popaganda για το ντεμπούτο των Velvet Underground που ακόμη και σήμερα ακούγεται σαν να ήρθε από το μέλλον.
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή
popaganda_50_years_velvet_underground_and_nico_1_katerina_karali

Το ημερολόγιο έγραφε 12 Μαρτίου 1967 όταν στα ράφια ορισμένων δισκοπωλείων τοποθετήθηκε για πρώτη φορά ένας δίσκος 33 στροφών που το εξώφυλλο του κοσμούσε ένα έργο του Andy Warhol, φυσικά με την υπογραφή του «Πάπα της Pop Art». Ένας δίσκος που εν μέσω flower power, όμοιος του δεν είχε προσγειωθεί ποτέ ξανά σε κάποιο πικάπ. Οι Lou Reed, John Cale, Sterling Morrison και Maureen Tucker, μαζί φυσικά με την ψυχρή μούσα του Warhol που ακούει στο όνομα Nico, αδιαφορούν για τη χρωματική πανδαισία του LSD και του αφελούς χιπισμού, και με όχημά τους το feedback ξεπροβάλλουν από τη σκοτεινή πλευρά της Νέας Υόρκης, με ένα δίσκο που δίνει την αίσθηση ότι προέρχεται από έναν μη-τόπο και μη-χρόνο, ένα δίσκο που θα εν καιρώ θα αποδειχτεί ότι απευθύνεται σε ένα μουσικό διηνεκές.

Κι όμως, τα πρώτα χρόνια το άλμπουμ The Velvet Underground & Nico, ή τέλος πάντων η «Μπανάνα», θα πουλούσε ελάχιστα αντίτυπα. «Μιλούσα με τον Lou Reed τις προάλλες και μου είπε ότι ο δίσκος πούλησε 30000 αντίτυπα τα πρώτα πέντε χρόνια. Οι πωλήσεις αυξήθηκαν πρόσφατα αλλά θέλω να πω ότι αυτός ο δίσκος ήταν πάρα πολύ σημαντικός. Νομίζω ότι όποιος πήρε ένα αντίτυπο, έφτιαξε μια μπάντα!», δήλωσε το 1982 ο Brian Eno. Κάτι παρόμοιο τουίταρε και πέρυσι:

Λίγες ημέρες μετά τη συμπλήρωση 50 χρόνων από την κυκλοφορία του κατά πολλούς σημαντικότερου δίσκου στην ιστορία του rock ’n’ roll, οι Δημήτρης Ιωάννου (Bokomolech), Δημήτρης Πουλικάκος, Γιάννης Παπαιωάννου (ION, Mechanimal) και The Callas, μιλάνε στην Popaganda για τη «Μπανάνα» και δείχνουν να συμφωνούν με αυτό που είχε πει κάποτε ο Lester Bangs: «η μοντέρνα μουσική ξεκίνησε με τους Velvets».

https://www.youtube.com/watch?v=qwWC1i7FuTA&t=61s

Δημήτρης Ιωάννου (Bokomolech): «Το “The Velvet Underground & Nico” αγγίζει το Υψηλό με υλικά απ’ τους υπονόμους»

14232001_1744251572492854_5604254198860013434_o
H μοναδικότητα, οι καινοτομίες και η επίδραση του ομώνυμου άλμπουμ των Velvet Underground και της Nico έχει περιγραφεί και αναλυθεί σε πολλές χιλιάδες λέξεις, από ανθρώπους πολύ πιο ειδικούς από εμένα, οπότε δεν μου μένει παρά να επαναλάβω πράγματα που, ίσως, ακούγονται κοινότοπα ή προφανή. Αλλά δεν πειράζει: άλλωστε, μιλάμε όχι μόνο για το σημαντικότερο ίσως άλμπουμ στην ιστορία του ροκ, αλλά και για το πιο συναρπαστικό –και όχι μόνο για την εποχή του, αλλά ακόμα και σήμερα, που έχουν μεσολαβήσει δεκάδες δίσκοι που επανέλαβαν ή και εξέλιξαν τους πειραματισμούς που αυτό εισήγαγε.

Πού οφείλεται άραγε αυτό το μεγαλείο; Στη ριζική ετερογένεια των συστατικών του στοιχείων, όπως κάθε φορά που γεννιέται κάτι πραγματικά νέο και σημαντικό: το VU & Nico αγγίζει το Υψηλό με υλικά απ’ τους υπονόμους, παντρεύει σε ένα πρωτάκουστο μείγμα την (τότε) σύγχρονη πρωτοπορία με την πιο πρωτόγονη (παιδιάστικα απλή, αλλά μανιακή) ρυθμικότητα, μεταφράζει τις πιο ακραίες σωματικές εμπειρίες σε ήχους και χρησιμοποιεί τον ακραίο ήχο ως σωματική επήρεια, είναι το υπέρτατο soundtrack της αρχετυπικής δυτικής μεγαλούπολης και ταυτόχρονα, ένα ζωντανό ντοκουμέντο του συγκεκριμένου κοινωνικού χωροχρόνου από τον οποίο αναδύθηκε, άχρονο και φασματικό κι όμως αιμάσσον, η ιδρυτική στιγμή του πανκ, και μαζί η υπέρβασή του.

Το VU & Nico είναι επιβλητικό επίτευγμα, σχεδόν σε τρομάζει με την τελειότητά του. Και δεν μπορείς να αφαιρέσεις σχεδόν τίποτα χωρίς να διακινδυνεύσεις την αποσύνθεσή του: όχι μόνο τα αναμφισβήτητα αριστουργήματά του, που με την τόλμη τους γέννησαν από μόνα τους ολόκληρα μουσικά είδη ή πολυπληθείς δισκογραφίες (“Venus in Furs”, “Heroin”, “All Tomorrow’s Parties”, “European Son”), αλλά και τα φαινομενικά απλά ποπ ή ροκ εν ρολ τραγούδια, που μεταμορφώνονται σε κάτι που υπερβαίνει τα ταπεινά συστατικά τους, είτε από τους στίχους τους, είτε από την απαθή εκφορά της Nico (που ο Warhol επέβαλε στην μπάντα και ο Lou δεν γούσταρε μία), είτε από την ενορχήστρωση ή ένα ξεχαρβαλωμένο σόλο ή δυο εναλλαγές στον ρυθμό.

Το ξανακούω με την ευκαιρία, και η χρόνια μουσική ξηρασία μου φαίνεται ακόμα πιο προφανής και οδυνηρή.


Δημήτρης Πουλικάκος: «Από τα δημώδη των Velvet Underground βγήκαν τα blues της μεγαλούπολης»

Είναι ένας από τους αγαπημένους μου δίσκους, πολύ σημαντικός στη «ροκογραφεία», όπως και οι Velvet Underground γενικότερα. Έχει έναν κορμό που ξεφεύγει από το μπλουζόφερτο ροκ. Είναι δίσκος της μεγαλούπολης, θα μπορούσε να έχει γεννηθεί και στο Βερολίνο. Ο Lou Reed είναι από τους πιο σπουδαίους τραγουδοποιούς του περασμένου αιώνα. Την επιρροή του δίσκου την ακούμε, άλλος έτσι, άλλος αλλιώς, είναι διάχυτη. Εδώ, όταν βγήκε ο δίσκος δεν τους ήξερε κανένας. Εμείς παίζαμε από το 67-68 Velvet, οπότε όσοι τους ξέραν θα τους ξέραν από εμένα και κάνα δυο άτομα ακόμη. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία, τώρα τους ξέρουν πολλοί, πλέον ανοίγεις το youtube, ψάχνεις και τα βρίσκεις. Τότε ήταν άλλη η διαδικασία για να ακούσεις και να βρεις πράγματα. Είναι κάποια συγκροτήματα «μπλουζόφερτα» και «μεγαλοπολεόφερτα». Από τα δημώδη των Velvet Underground βγήκαν τα blues της μεγαλούπολης. Από τα blues της μεγαλούπολης βγήκε το rock ‘n’ roll. Όλα αυτά είναι μέσα στο ποπ, με την έννοια του popular.


Γιάννης Παπαιωάννου (ION, Mech_nimal): «Η μουσική της “Μπανάνας” εξυμνεί την επανάληψη, τη ρουτίνα και το “τίποτα” μιας πόλης ποτισμένης στη αμαρτία»

Πρέπει να ήταν γύρω στα Χριστούγεννα του ’80 όταν επισκέφτηκα για πρώτη φορά το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Στοκχόλμη, όπου εκείνη την εποχή θυμάμαι φιλοξενούσε μια αναδρομική έκθεση για τον Γουόρχολ. Αν υπάρχει κάτι που θυμάμαι πιο πολύ από εκείνη την πρώτη βόλτα, είναι ένα δωμάτιο του Μουσείου στο οποίο υπήρχαν πολλά προσωπικά αντικείμενα του καλλιτέχνη μαζί με πολλά χειρόγραφα, δικά του και άλλων. Ανάμεσά τους υπήρχε και ένα παλιό, ανέκδοτο, δακτυλογραφημένο δοκίμιο από τον Λου Ριντ στον Άντι, στο οποίο ο Λου προσπαθούσε να εξηγήσει, με μια αλήτικη βρώμικη γλώσσα, τις διαφορές ανάμεσα στο ροκ της ανατολικής και της δυτικής ακτής.

Κάπου έγραφε ότι η μουσική της Καλιφόρνια είναι γεμάτη ψεύτικο νόημα και αιτία, αντίθετα η μουσική που παράγεται στη Νέα Υόρκη είναι γεμάτη από θόρυβο, ο οποίος όμως είναι αυτός που τελικά χαρίζει στη νεοϋορκέζικη σκηνή την λυτρωτική της χάρη. Αναφερόμενος στα πειράματα των μουσικών με τις ναρκωτικές ουσίες, έγραφε χαρακτηριστικά ότι πρόκειται για αστικά παιδιά που ψάχνουν μια ψεύτικη σωτηρία μέσω των παραισθησιογόνων, ενώ για τα παιχνίδια των Beatles με το LSD θα γράψει «τι βαρεμάρα!».

Τότε, ακόμη, δεν είχα πατήσει τα δεκαεπέντε. Η θρυλική «Μπανάνα» των Velvet Underground δεν είχε μπει ακόμη στη δισκοθήκη μου. Την αγόρασα μερικές μέρες αργότερα μαζί με το πρώτο των Joy Division. Και από εκείνα τα Χριστούγεννα, όλη η κοσμοθεωρία στο μυαλό μου θα άλλαζε για πάντα. Mετά από τόσα χρόνια, και μετά από αμέτρητες συγκινησιακές στιγμές μαζί με την «Μπανάνα» σκέφτομαι ότι αν κάποιος θέλει να γράψει την ιστορία ενός τόσο σημαντικού άλμπουμ θα πρέπει να ξεκινήσει πιο πέρα από τα φυσικά γεγονότα που συνέβησαν, ίσως πρώτα απ’ όλα να κοίταζε με πραγματικά εξερευνητικό ύφος την μητέρα αυτό του ονόματος, την Νέα Υόρκη. Αυτή είναι η πόλη που τους άναψε την εσωτερική φωτιά, αυτή είναι η πόλη που θα τους οδηγήσει σε μια στοιχειωμένη νύχτα και που εκεί θα αναγνωρίσουν μια παράξενη δύναμη, η οποία θα τους αναγκάσει να βρουν τις ρίζες της πολύτιμης μουσικής τους.

Η πόλη είναι η εμπειρία στην ποίηση των Velvet. Εμπειρία είτε ειδυλλιακή, είτε ειρηνική ή χαοτική και ανησυχητική. Και αντίθετα από τα ψυχεδελικά παιδιά των λουλουδιών που χάνονται στους αγρούς και στις παραλίες, η μουσική της «Μπανάνας» εξυμνεί την επανάληψη, τη ρουτίνα και το «τίποτα» μιας πόλης ποτισμένης στην αμαρτία και σε ένα εφιαλτικό αδιέξοδο. Mια East Coast Megalopolis, όπως την αποκαλεί ο ίδιος ο Ριντ, που της αξίζουν χιλιάδες ποιήματα, και της οποίας το ηγεμονικό μέγεθος υποχρεώνει τον άνθρωπο στο να δημιουργήσει και να επιβιώσει, μέχρι η μετριότητα και η ατονία να πεθάνουν.


The Callas: «Μετά από αυτή την μελανιά η pop κουλτούρα συνδέθηκε για πάντα με τον Θάνατο»

Άρης και Λάκης Ιωνάς / Φωτογραφία: Γιάννης Δρακουλίδης / FOSPHOTOS

Άρης και Λάκης Ιωνάς / Φωτογραφία: Γιάννης Δρακουλίδης / FOSPHOTOS

Η «Μπανάνα». Καλά, ΟΚ, δεν είναι μουσικό άλμπουμ αυτό. Είναι ένας ιός που μεγαλώνει και μικραίνει και προσαρμόζεται και αναπτύσσεται και εξελίσσεται και σου τρίβει τον πωπό και το μυαλό και θα το κάνει για πάντα.

Μετά από αυτή την μελανιά η pop κουλτούρα συνδέθηκε για πάντα με τον Θάνατο. Ενωθήκανε, τρώγoντας μαύρο μαλλί της γριάς, πίνοντας πεζοδρόμια, γλύφωντας Κυριακές, τρυπώνοντας σε καθρέφτες, διαβάζοντας στον καναπέ.

Κοιτάς τις φάτσες και απορείς, ακούς τις μελωδίες και απορείς, διαβάζεις τους στίχους και απορείς, φαντάζεσαι το Factory Studio και τους ασημί τοίχους του και απορείς κοιτάς τα «ατυχήματα» και τις «ηλεκτρικές καρέκλες» του Warhol και απορείς. Σε εκπλήσσει το πως κάτι μαύρο μπορεί να έχει τόσες πτυχώσεις, τόσες ποιότητες, τόσους διαφορετικούς τόνους και συγχρόνως να είναι τόσο solid, πως διάολο γίνετε να έχει κανείς στην τσέπη του ένα καλειδοσκόπιο μόνο με μαύρα χρώματα; Πως διάολο γίνεται μια γυναικεία φωνή να ακούγεται σαν βραχνό αγόρι; Τι είναι αυτή η μαλακία «ιουιουιουιουιου» που σέρνεται από το αυτί στον εγκέφαλο; Αυτή/ο/ός που χτυπάει έτσι τα τύμπανα, τι είναι; Το/την/τον ερωτεύεσαι.

Το ότι έχει γενέθλια είναι λάθος. Αυτά τα πράγματα δεν έχουν γενέθλια. Κυρίως γιατί η Γέννηση έχει κατάληξη τον Θάνατο. Και η μπανάνα είναι ο Θάνατος.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.