ΒΙΒΛΙΟ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣωτήρη Δημητρίου, κανείς δεν είναι τέλειος. Ούτε καν εσύ!

Σωτήρη Δημητρίου, κανείς δεν είναι τέλειος. Ούτε καν εσύ!

Ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες συγγραφείς μιλάει για το τελευταίο του βιβλίο και τη βασανιστική τελειομανία του: «αν υπήρχε τρόπος να μην δημοσιευθεί ποτέ ένα βιβλίο και να το δούλευα δια βίου, θα ήμουν ευτυχισμένος», λέει. Απολαυστικός, πάντα.
Φωτογραφίες: Νατάσα Πανταζοπούλου / FOSPHOTOS
unnamed-7

Κράτα το

Περνούσανε οι βδομάδες. Και η αποστολή του δοκιμίου της ολοκαίνουριας συλλογής διηγημάτων του Σωτήρη Δημητρίου «Θάμπωσε ο νους» («Πατάκης»), διαρκώς αναβαλλόταν. Κάποια στιγμή σκέφτηκα ότι μετάνιωσε (ο συγγραφέας), μετάνιωσαν (οι του εκδοτικού οίκου) κι ότι δεν θα το έστελναν ποτέ. Λάθος εκτιμήσεις. Ο συγγραφέας έκανε χωρίς έλεος -κυρίως απέναντι στον εαυτό του- διορθώσεις επί των διορθώσεων. «Μια λέξη πρόσθεσα στον «Κασκόλ της Ιόλης» κι άλλαξε τελείως όλη η ιστορία», είναι η πρώτη φράση του στη συνάντησή μας, λίγες ημέρες αφότου είχε φτάσει αισίως στα χέρια μου το δοκίμιο, μια ευφυής, λοξή συμπύκνωση της ανθρώπινης ανημποριάς. «Δεν είναι το τελικό», με προκατέλαβε ο συγγραφέας του. «’Εχει αλλάξει εντελώς  το κείμενο που έλαβες».

Πάντως, δεν σας κρύβω, άρχισα κάποια στιγμή να πιστεύω σοβαρά ότι δεν θέλατε να μου δώσετε το δοκίμιο. Πόσα χέρια περνάτε τελικά το υλικό σας, πόσο διαρκεί αυτή η διαδικασία; Είναι αέναη, αν υπήρχε τρόπος να μην δημοσιευθεί ποτέ το βιβλίο και να το δούλευα δια βίου θα ήμουν ευτυχισμένος. Κι όταν είναι έτοιμο να τυπωθεί εγώ βρίσκω ατέλειες.

Δεν είναι βασανιστικό αυτό; Είναι βασανιστικό για τις πρώτες 2-3 μέρες.

Μετά; Μετά μου λένε τα παιδιά στον «Πατάκη» ότι είναι στη 2η έκδοση το βιβλίο, αλλά εμένα δεν με ενδιαφέρουν οι αναγνώστες της 2η έκδοσης, με ενδιαφέρουν αυτοί που τρέχουν και παίρνουν το βιβλίο στην 1η έκδοση.Και λέω με το μυαλό μου «αυτοί που πήραν το βιβλίο δεν θα πάρουν τη 2η έκδοση» -αν τυχόν και κάνω 2η έκδοση, γιατί τώρα τα βιβλία δεν κάνουμε 2η έκδοση, μιλάμε για την προ κρίσεως εποχή.

Περιγράψτε λίγο τη διαδικασία της καθ’εαυτό συγγραφής. Το πρώτο χέρι αντιστέκεται. Κρύβονται οι λέξεις στη γη. Παρόλο που το χτίζω μέσα μου το διήγημα στις βαριές σκιαγραφήσεις του.Όποιος διαβάσει το πρώτο χέρι λέει «τι συγγραφέας είναι αυτός». Γεμάτο ατέλειες! Δυο λέξεις εδώ, μια εκεί. ‘Οταν όμως “βγει”, μετά είναι γλέντι. Μετά αρχίζεις «αυτή η λέξη ή αυτή;», «αυτό το παρακλάδι;».’Έτσι είναι και στη ζωή. Πίσω από κάθε καλή ζωή υπάρχει ένας καλός σχεδιαστής.

Πότε ακριβώς λέτε «τέλειωσε» και στέλνετε το βιβλίο στο τυπογραφείο; Υπάρχει κάποιο σημάδι; Όταν παύει να με επισκέπτεται αυτό που γράφω όποτε βγαίνω από το σπίτι και περπατάω ή η συχνότητα επισκέψεως γίνεται ολοένα και πιο αραιή, τότε τελειώνει. Κι όταν μία ημέρα από τα 26 διηγήματα μού έρθει μόνο μία φράση,  λέω «τότε κοντεύουμε στο τυπωθήτω».

Το καλό και το κακό πάνε χέρι χέρι σε όλα. Γι’αυτό τι κάνει ο νηφάλιος νους; Ούτε στη χαρά χοροπηδάει, ούτε στη λύπη του οδύρεται. Διότι και τα δυο έχουν απότοκα. Είμαστε παίγνια της τυχαιότητας. Γι’αυτό πάντα καλό είναι να έχουμε ένα αινιγματικό χαμόγελο της Τζιοκόντας.

Από τις περιπλανήσεις σας, τις γνωριμίες, τις επαφές σας πότε ξέρετε τι είναι αυτό που προορίζεται για ένα βιβλίο; Τη στιγμή που συναντώ το αντικείμενο του λογοτεχνικού πόθου μου, κυρίως ένα πρόσωπο, εγώ δεν το γνωρίζω. Ξέρω ότι προορίζεται για βιβλίο όταν φεύγει και επανέρχεται το πρόσωπο, το άπειρο σύμπαν, γιατί κάθε πρόσωπο είναι άπειρο σύμπαν, διασυνδεδεμένο όμως με κάτι άλλο που έχω μέσα μου, που εκκρεμεί μέσα μου χρόνια. Ξαφνικά γίνεται μια συσπείρωση μαγνητικών ρηνισμάτων και πηγαίνει σφαίρα στο κομμάτι που λείπει.

Είναι σα να μου περιγράφετε πώς έδεσε η ιστορία με τον κλοσάρ στην Συγγρού και το ταξίδι με βαλίτσα στο διήγημα «Τράνζιτο».  Άκου να δεις τώρα τι συνέβη μ’ αυτόν. Τον βλέπω χρόνια, αλλά δεν υπήρχε το ερέθισμα. Ενώ είναι ένας τύπος γοητευτικός, δεν τον είχα σκεφτεί για διήγημα, κάτι μου έλειπε. Και ξαφνικά βλέπω στο Σύνταγμα έναν ηλικιωμένο να κουβαλάει μια τεράστια βαλίτσα, να τη σέρνει, προφανώς για να πάρει το λεωφορείο για το αεροδρόμιο και κάνω έναν συνειρμό ταχύτατο: αεροδρόμιο-βαλίτσα-κλοσάρ. Αυτές οι συσπειρώσεις γίνονται. Ξαφνικά, μετά από χρόνια. ‘Ελεγε ο Σολωμός «με καιρό και κόπο». Όχι μόνο τα της τέχνης αλλά και της ζωής,  μόνο που η τέχνη το απαιτεί δέκα φορές περισσότερο. Εγώ θα πρόσθετα και με τύχη, αν έχεις τύχη θα έρθει κι η φλασιά, βζντουπ!!!

Μέσα από το έργο σας δίνετε την αίσθηση ότι παρατηρείτε, ότι παρακολουθείτε τους ανθρώπους διαρκώς,σαν ένα είδος διαστροφής. Τελείως. Το πιο αξιοπαρατήρητο πράγμα επί γης είναι ο άνθρωπος, τίποτα δεν θα ήταν άξιο παρατηρήσεως αν δεν υπήρχε, ούτε τα ηλιοβασιλέματα, τίποτα. Είναι μηχανικά όλα, ο άνθρωπος δεν είναι μηχανικό ον, αυτή είναι η ομορφιά του, ότι φεύγει από την αναγκαιότητα έχοντας βεβαίως επίγνωση του θανάτου. Αν ήταν ζώα οι άνθρωποι δεν θα είχαν καμία επίγνωση. 

Ο άνθρωπος παραμένει  το μόνιμο κέντρο σας. Ναι, μου έρχεται κρίμα ο εαυτός μου, μου έρχονται κρίμα οι άνθρωποι, ξαφνικά μια γυναίκα μέσα στο αίμα, τις βλέννες και τα αμνιακά υγρά πονώντας ξεπετάει ένα πλάσμα, που από εκείνη τη στιγμή είναι καταδικασμένο να βιώσει όλη την γκάμα του καλού και του κακού. Τους λυπάμαι τους ανθρώπους, όλοι είναι για λύπηση -και πρωτίστως εγώ.

unnamed-10

Κρυφακούτε;Ποτέ με πρόθεση…

Στο διήγημα «Η έλξη της απόκλισης», η αφοπλιστική απάντησή σας στο ερώτημα των ηλικιωμένων κολυμβητριών «είστε περίεργος;» είναι: «όχι, είμαι συγγραφέας».Μα, δεν κρυφακούω, δεν παραβιάζω καμία ιδιωτικότητα.

Στο διήγημα «μνήμα μνήμης» (–πού υπηρετείς; -στην υπηρεσία του χάους. – τι είσαι; -συλλέκτης στιγμών) απαντάτε εσείς μέσα απ΄τον ήρωά σας; Όχι, καθόλου δεν ταυτίζομαι, έπεσες έξω, τα άκουσα όσα γράφω, τα οποία χαρακτηρίζουν απολύτως τον ήρωά μου. Κατά σύμπτωση, ήταν και εκείνου όπως κι εμένα αγαπημένος του ο Μητροπάνος.

Τον έχετε γνωρίσει τον Φώντα; Ναι, τον λένε όμως αλλιώς στην πραγματικότητα. Ήθελα να του αφιερώσω το διήγημα. Είναι ένας αξιαγάπητος άνθρωπος, της χαμηλής ζώνης, όπως είναι όλοι οι αξιαγάπητοι άνθρωποι. Στη χαμηλή ζώνη είναι οι λιγότερο διαμεσολαβημένοι, οι πιο αθώοι. Οι άλλοι, εγώ κι εσύ, και όλοι όσοι έχουμε ευχέρεια αλλαγής προσωπείων, δεν είναι για μένα γοητευτικό θέαμα, κρυβόμαστε. Εκεί πέρα η ανάγκη τούς πιέζει και δεν τους επιτρέπει να κρυφτούν κι έτσι λοιπόν εκεί υπάρχει το πρωτογενές υλικό, ας το πούμε το υλικό αυθεντικότητος, αν και η λέξη δεν μ΄αρέσει. Με γοητεύουν οι  άνθρωποι των ξεχασμένων μονοπατιών στο χωριό κι οι άνθρωποι των ξεχασμένων κρασπέδων, πεζοδρομίων στην πόλη. Οι ξεχασμένοι όμως. Μπορείς να βρεις ξεχασμένους και στην επάνω ζώνη, διότι όλοι οι άνθρωποι και στην πάνω και στην κάτω και στη μεσαία ζώνη, είμαστε εξόριστοι. Όλοι οι άνθρωποι στο βαθύ βαθύ ερώτημα της ζωής δεν μπορούν να απαντήσουν τίποτα και είναι τρομαγμένοι. Όλοι είμαστε αποσυνάγωγοι και εξόριστοι, με ένα τρόπο. Όταν κοιμάται ο τέλειος άνθρωπος στο κρεβάτι του μόνος του στις 3 το βράδυ και είναι ενώπιος ενωπίω με το σαρκίο και την ψυχή του δεν ξέρει τίποτα. Κανείς δεν ξέρει τίποτα. Δεν είναι περιθωριακός; Όλοι μας είμαστε περιθωριακοί. Απλώς η μέση και η ανώτερη ζώνη έχουν την δυνατότητα αλλαγής προσωπείων . Τίποτα άλλο. Καμία διαφορά.Διάβασα το βιβλίο ενος χιλιανού δοκιμιογράφου που λέει «οι πεποιθήσεις μου είναι οι πεποιθήσεις μιας γριούλας που προσεύχεται σε ένα εκκλησάκι στο χωριό». Ένα βρίσκεις, 100 σου κρύβονται στη ζωή. Είναι αδιέξοδος ο αγώνας της γνώσεως. Ο Χιλιανός έχει απόλυτο δίκιο . ‘Οσο μεγαλώνω κι εμένα αυτές είναι οι πεποιθήσεις μου.

Σας έχουν ξεφύγει αχαρτογράφητες ακόμη περιοχές της ανθρώπινης ψυχής; Τι αισθάνεστε; Μερικές προσεγγίσεις της έχω κάνει. Αλλά τι να καταλάβεις! Εδώ είμαστε άγνωστοι σε εμάς τους ίδιους. Εδώ το χάος είναι μέσα μας. Δεινό θηρίο ο άνθρωπος! Ένα σου φανερώνεται χίλια σου κρύβονται.

Με γοητεύουν οι  άνθρωποι των ξεχασμένων μονοπατιών στο χωριό κι οι άνθρωποι των ξεχασμένων κρασπέδων, πεζοδρομίων στην πόλη. Οι ξεχασμένοι όμως.  Όλοι οι άνθρωποι στο βαθύ βαθύ ερώτημα της ζωής δεν μπορούν να απαντήσουν τίποτα και είναι τρομαγμένοι. Όλοι είμαστε αποσυνάγωγοι και εξόριστοι, με ένα τρόπο.

Γιατί, αλήθεια, τόση εμμονή στο διήγημα, σε αυτή την μικρή φόρμα, η οποία στην Ελλάδα δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη πέραση; Έχω κάνει και μερικά πιο χοντρά βιβλία, το πιο χοντρό είναι 240σελίδες. Ενστερνίζομαι την άποψη του  Εντγκαρ Αλαν Πόε πως πρέπει το λογοτεχνικό έργο να αρχίζει και τελειώνει με μια ανάσα. Να μην διαμοιράζεται ο αισθητικός και νοητικός χρόνος προσλήψεως, διότι χάνει στην ενότητα. Διαβάζεις ένα μεγάλο μυθιστόρημα το αφήνεις, επανέρχεσαι, ε, δεν είναι ζωή. ‘Ασε που κατά τη διάρκεια της ανάγνωσής του δεν είσαι ο ίδιος. Ούτε και στο διήγημα μπορείς να είσαι ο ίδιος. Από στιγμή σε στιγμή δεν είμαστε διαφορετικοί, αφού όλα μέσα μας είναι ένα εργοστάσιο. Δεν είμαστε στατικά όντα. Δεν υπάρχει όμως βασιλική οδός. Το διήγημα προσιδιάζει επίσης στην ποίηση. ‘Εχει μια πυκνότητα ποιητική. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ η πυκνότητα, η λιτότητα. Από σεβασμό στην στατικότητα του αναγνώστη.

Ποιον αναγνώστη έχετε απέναντί σας όταν γράφετε; Έχετε εικόνα; Παλαιότερα το έκανα ασυνειδήτως, τώρα το κάνω συνειδητά, βάζω απέναντί μου, και μετά τον ξεχνάω, τον πιο αισθαντικό και νοήμονα αναγνώστη. Αυτό με απελευθερώνει. Οπότε κι αν του τα δώσεις όσα θες ελλειπτικά, με κώδικες, θα τον πιάσεις.

Πότε πρωτογράψατε; Κανονικά στα 30 , μετά τα 30.

Αργήσατε ή μου φαίνεται; Ναι, αλλά το μυαλό μου εκεί το είχα. ‘Ηξερα μια στιγμή ότι αυτό θα γίνει .

Σπουδάζατε όμως στη Νομική. Τρεις μέρες πήγα και δεν ξαναπάτησα ποτέ. Αλλά ουδέποτε είπα σε κανένα ότι τέλειωσα. Ξέρεις πότε έκανα απεμπλοκή κανονική; Μετά τα 45. ‘Εχασα ένα σωρό επεισόδια της ζωής αλλά και κέρδισα .

Ξέρετε τι είναι αυτά που χάσατε ή μόνο εικασίες κάνετε; Ταξίδια, έρωτες. Θυμάμαι μια φορά σε ένα νησί με ένα φίλο μου , που με κατέκλυσε το ανολοκλήρωτο της σπουδής, και αφήσαμε κάτι περιπέτειες που είχαμε γιατί εγώ δυσανασχετούσα.

Δυσανασχετούσατε; Είχα μονίμως ένα βάρος ετεροκαθορισμένο, το οποίο με ταλάνιζε. Λένε στην Ήπειρο «άμα δεν παίξεις μικρός, θα παίξεις μεγάλος». Οπότε κερδίζεις και την νεότητα που έχεις χάσει. Η ζημιά είναι ότι καμιά φορά γίνεσαι παλιμπαιδιστής. Το καλό και το κακό πάνε χέρι χέρι σε όλα. Γι’αυτό τι κάνει ο νηφάλιος νους; Ούτε στη χαρά χοροπηδάει, ούτε στη λύπη του οδύρεται. Διότι και τα δυο έχουν απότοκα. Είμαστε παίγνια της τυχαιότητας. Γι’αυτό πάντα καλό είναι να έχουμε ένα αινιγματικό χαμόγελο της Τζιοκόντας.

09_Dimitriou_IMG_9937a

Τη σύνοψη του επιμυθίου των ιστοριών στο «Θάμπωσε ο Νους» μάς λέτε; Ακριβώς.

Όλες τις στιγμές της καθημερινότητάς σας κουβαλάτε μαζί τον συγγραφέα; Πάντα. Εν υπνώσει ή εν εγρηγόρσει. Ευτυχώς που η ζωή είναι 90 χρόνια το πολύ.

Γιατί; Σκέψου να ήμουνα 1000 χρόνια με αυτό το βραχνά. Κατάρα! Εχει και κόλαση μεγάλη, όχι μόνο Παράδεισο .Οπότε τόσο όσο. Ο άνθρώπινος βίος είναι σοφός.

Το σχολείο ήταν όντως βασανιστήριο; Μεγάλο. Με τις εκθέσεις μόνο περνούσα τις τάξεις. Μου λέγανε οι οικοδόμοι «μίλα, μίλα». ‘Ελεγα ελληνικούρες, αρτεσιανό φρεαρ γλωσσικό! Είναι προδιαγεγραμμένη η μοίρα. Αλλιώς δεν θα περνούσα καμία τάξη, αφού αδιαφορούσα πλήρως. Θυμάμαι σε ένα διαγωνισμό μαθητικού διηγήματος γράφω ένα διήγημα που γυρίζει ο ξενιτεμένος, ο ορισμός της αποτυχίας, σμπαράλια , μεσήλιξ, κι ανοίγει την πόρτα του τρένου, ενώ φτάνει στον τόπο του, κι αυτοκτονεί. Δεν το’στειλε τελικά η φιλόλογος στο διαγωνισμό. Αλλά ο πυρήνας του διηγήματος εκείνου είναι ακόμα ο πυρήνας μου.

Εχετε μετανώσει για κάτι; Ασυνείδητα, ίσως. Αν ξανάρχιζα την καριέρα μου ως άνθρωπος θα ήμουν πολύ επιμελής μαθητής, θα διάβαζα,θα είχα καθαρά τα τετράδιά μου.Όμως σκεφτόμενος πιο βαθιά, λέω αν ήμουν επιμελής μαθητής δεν θα ήμουν επιμελής λογοτέχνης.

Επικρατεί μια θλίψη στους Ελληνες πλέον. Σαν πουλάκια νεογέννητα όλοι περιμένουμε ένα μαγικό χέρι που θα μας βγάλει έξω, παπ. Χωρίς να κάνουμε απολύτως τίποτα. Όλη η μέριμνα μετά την Μεταπολίτευση και πριν ήταν η καρέκλα . Πώς θα πηγαίνει δια βίου κανείς για 7 ώρες σε ένα γραφείο. Πάντα προσπαθώ να δω τι είναι αυτός που έχω απέναντί μου. Μόλις καταλάβω ότι είναι ιδιωτικός υπάλληλος υποκλίνομαι μέσα μου.Γιατί αυτός ο άνθρωπος σε όλη τη ζωή του κάθε μέρα πρέπει να αποδεικνύει την αξία του.

Στη ζωή είστε επιμελής; Δεν είμαι καθόλου αυτοκαταστροφικός. Παλεύω πάρα πολύ και με την εγγενή κακία. Είμαστε διαβολάκια οι άνθρωποι. Με στενοχωρεί η κακεντρέχεια.

Όταν δεν γράφετε τι κάνετε; Συνήθως δεν γράφω. Περιπλανιέμαι, κοιτάω το ταβάνι, καμιά φορά φλερτάρω, αλλά τις πιο πολλές φορές ανεπιτυχώς.  Συνήθως βιάζομαι. Φαντάζομαι όταν ενηλικιωθώ θα τον βρω τον τρόπο.

Στο βιβλίο σας δεν υπάρχει μισή πολιτική αναφορά, πλην της κουβέντας του αέρα των κολυμβητών, με ξώφαλτσες αναφορές στον Τσίπρα. Πόσο σας επηρεάζει παρόλα αυτά το πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο; Πώς ακριβώς υπάρχετε μέσα στην κρίση; Νόμιζα στην αρχή ότι δεν με επηρεάζει, ότι είχα κρύο μάτι, ότι έχω τις δικές μου άμυνες. Η μάνα μου, που την ξύπναγε 6 χρονών η μάνα της να πάει να αρμέξει τα πρόβατα ξυπόλητη στα χιόνια, με λίγη ζάχαρη στο στόμα, και σήμερα λέει για όλους τους Ελληνες «Κλαίτε άδαρτοι». Το θέμα μας είναι ψυχολογικό, δεν είναι ούτε οικονομικό ούτε τίποτε. Κάτι έχουμε πάθει. Δεν έχουμε ευχαριστημό, δεν έχουμε κέντρο, δεν έχουμε αφαλό. Νόμιζα λοιπόν ότι δεν με αφορούν όλα αυτά. Αλλά δεν ξέφυγα αβρόχοις ποσίν.

Με ποιο τρόπο ακριβώς επηρεάζεστε; Από την θλίψη που επικρατεί. Επικρατεί μια θλίψη στους Ελληνες πλέον. Σαν πουλάκια νεογέννητα όλοι περιμένουμε ένα μαγικό χέρι που θα μας βγάλει έξω, παπ. Χωρίς να κάνουμε απολύτως τίποτα. Όλη η μέριμνα μετά την Μεταπολίτευση και πριν ήταν η καρέκλα . Πώς θα πηγαίνει δια βίου κανείς για 7 ώρες σε ένα γραφείο. Πάντα προσπαθώ να δω τι είναι αυτός που έχω απέναντί μου. Μόλις καταλάβω ότι είναι ιδιωτικός υπάλληλος υποκλίνομαι μέσα μου.Γιατί αυτός ο άνθρωπος σε όλη τη ζωή του κάθε μέρα πρέπει να αποδεικνύει την αξία του. ‘Ενας δημόσιος υπάλληλος, την πρώτη μέρα που ορκίζεται έχει λίγο το νου του και μετά βάζει τον αυτόματο πιλότο σε μια βαρκούλα κι αρμενίζει. Πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία, βρε παιδί μου. Όλη η χώρα είναι ένα εργοστάσιο παραγωγής δημόσιων αμαρτιών. Διότι τι έγινε η Ελλάδα; Κατάστημα αγοραπωλησίας ψήφων. Δεν βρήκαμε ακόμα τρόπο να γίνουμε γενναίοι και να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας.   Έχουμε ξεμάθει να δουλεύουμε. Τα χέρια των γονιών μας δεν έκλειναν, ήταν πρησμένα απ’ την δουλειά. Περιφρονήσαμε όμως τα μητρώα μας. Δεν δουλεύουμε. Το δημόσιο ταμείο έχει επιμεριστεί σε 3 εκατομμύρια συνταξιούχους και δημόσιους υπαλλήλους κι η οικογένεια κάθε δημόσιου ταμείου σιτίζει τα υπόλοιπα μέλη της. Αυτό γίνεται. Η εύκολη λύση.

Κράτα το

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.