BREAKING NEWSΔηλαδή, τι παραπάνω περιμένετε να μας πει ο Κώστας Σημίτης;

Δηλαδή, τι παραπάνω περιμένετε να μας πει ο Κώστας Σημίτης;

Μετά το θέαμα του Γιάννου Παπαντωνίου με χειροπέδες, ήρθαν πάλι στο προσκήνιο τα έργα και οι ημέρες του πρώην Πρωθυπουργού. Γνώριζε ή όχι τι συνέβαινε; Και να μας απαντήσει, όμως, που δεν θα το κάνει, τι νόημα έχει πια;
Φωτογραφίες: FOSPHOTOS

«Όχι, αυτός», αυτό φέρεται να είπε ο Ανδρέας Παπανδρέου μέσα από το Ωνάσειο όταν άκουσε πως νέος Πρωθυπουργός της χώρας, αυτός δηλαδή που θα τον αντικαταστήσει, θα είναι ο Κώστας Σημίτης που υπερίσχυσε του Άκη Τσοχατζόπουλου στην κοινοβουλευτική ομάδα αρχικά και στο συνέδριο του κόμματος μετά.

1995 και 1996, τα έτη που όλη η Ελλάδα έβλεπε ΠΑΣΟΚ. Από τον Ανδρέα στο Ωνάσειο μέχρι τον Ανδρέα στο Πρώτο Νεκροταφείο.

Ο Κώστας Σημίτης δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με τον Παπανδρέου. Από τα προγράμματα λιτότητας στα μέσα δεκαετίας του ´80, μέχρι τις αρχές αυτής του ’90, όπου ο Σημίτης, μαζί με τη Βάσω Παπανδρέου, τον Θεόδωρο Πάγκαλο και τον Παρασκευά Αυγερινό είχαν συγκροτήσει την «ομάδα των 4» που την έμπαινε χοντρά στον Αρχηγό με αποκορύφωμα το γεύμα στο Πεντελικόν το 1994 και το περίφημο catwalk της Βάσως στην Κεντρική Επιτροπή το 1995 όπου παρέδωσε ένα σημείωμα στον Ανδρέα ζητώντας του το λόγο για να του τα πει face to face. O Παπανδρέου διάβασε το χαρτί, είπε ένα “μάλιστα” και μετά έβγαλε την ιστορική ομιλία λέγοντας ότι «το ΠΑΣΟΚ δεν κληρονομείται, ούτε μοιράζεται». Ο Σημίτης τότε απάντησε: «Δεν είμαστε υπάλληλοι. Είμαι συνιδρυτής του ΠΑΣΟΚ». Όλα αυτά κράτησαν λίγο καθώς η ζωή τα είχε προγραμματίσει κάπως αλλιώς.

Ο Κώστας Σημίτης το 1998, φωτογραφία: Χρήστος Πότσιος/ FOSPHOTOS

Είναι μια παρακινδυνευμένη άποψη αλλά θα την επιχειρήσω. Στο τέλος της ημέρας, ακόμα και ο Ανδρέας Παπανδρέου με τον Σημίτη θα ήταν παρά με το κακέκτυπο του, που ήταν ο Άκης Τσοχατζόπουλος. Ο δεύτερος είχε πετύχει να είναι αγαπητός στη βάση του κόμματος δανειζόμενος λίγο από τη δόξα που έλουζε τον πρόεδρο και δημιουργώντας χιλιάδες προσωπικές σχέσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι τον αποκαλούσαν με το μικρό του όνομα, σαν να προσφωνούμε ένα φίλο, ενώ πια η χώρα είχε την ανάγκη για κάποιον με όνομα κι επώνυμο που τα βράδια πίνει ένα τσάι και διαβάζει ιστορικά βιβλία παρά κάποιον που ανεβαίνει σε πίστες, με ξεκουμπωμένα πουκάμισα και αυξημένη λίμπιντο βουτηγμένη στο Dimple.

Το 1996 το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη που κέρδισε στις εκλογές ήταν -για λίγο- ένα άλλο κόμμα από αυτό που ξέραμε το 1974. Ήταν μια από τις λίγες φορές στις πολιτικές διαδικασίες αυτού του τόπου που υπήρχε ένας ξεκάθαρος στόχος: η είσοδος στην ΟΝΕ. Ο Σημίτης έπεισε τους περισσότερους Έλληνες να μην πάρουν βίντεο κι άλλα τιμαλφή μπροστά στο άκουσμα της υποτίμησης της δραχμής. Έπεισε τον κόσμο ότι ακόμα και τα υφεσιακά στόχο θα αποδώσουν σύντομα. Το όραμα είχε ημερομηνία λήξης και αυτή ήταν το 2000.

Έτσι μπορούμε να πούμε ότι υπήρξε αλλαγή στην εξουσία. Κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, από το 1974 κι έπειτα, για ένα διάστημα δημιουργείται ένα κενό. Όταν το κράτος είναι διεφθαρμένο, πελατειακό, κομματικοποιημένο, παρεμβατικό με μόνο στόχο την αναπαραγωγή του και όχι το συμφέρον του πολίτη, κάτι σαν το ελληνικό δηλαδή, εκείνη η περίοδος, του κενού, της αναμπουμπούλας είναι η μοναδική στην οποία γίνονται, κατά λάθος τις περισσότερες φορές, κάποιες μεταρρυθμίσεις που στο μέλλον αποδεικνύονται ευεργετικές. Μετά τα συμφέροντα βρίσκουν το δρόμο τους και επιστρέφουμε στην αγαπημένη μας ακινησία.

Ο Κώστας Σημίτης πάνω σε αυτό το κενό πέτυχε να βάλει μια χώρα στην Οικονομική Νομισματική Ένωση και ν’ αλλάξει μια για πάντα τη σχέση της Ελλάδας με την Ευρώπη. Ανήκουμε σε αυτό που ονομάζεται Δύση χωρίς περιστροφές. Πληρώνουμε με ευρώ και στην ταυτότητα δεν υπάρχει το Χριστιανός Ορθόδοξος. Γύρω του μαζεύτηκε αυτή η εκσυγχρονιστική ελίτ από μορφωμένους ανθρώπους, που λέγαν 200, έκαναν 2 και για την κακή τους τη μοίρα έφταιγε πάντα κάποιος άλλος ή κάποιες παθογένειες. Όλα γίνονταν πολύ περίπλοκα όπως τα κείμενα του Βέλτσου ή πολύ απλοϊκά (οι Έλληνες σκέφτονται με την καρδιά και όχι με το μυαλό) όπως τα κείμενα του Ράμφου.

Εξαιτίας αυτού του διδακτισμού, του κουνήματος του δαχτύλου αλλά κι ενός προβεβλημένου πλουτισμού, «τα ορφανά του Σημίτη», όπως τα λένε τώρα δεν έχουν πια φίλους αλλά μόνο εχθρούς. Πολιτικοί που θέλουν να μιλούν σαν τεχνοκράτες και τεχνοκράτες που έγιναν πολιτικοί. Οι καθηγητές γέμισαν τα έδρανα της Βουλής, τον κύκλο του Πρωθυπουργού και μια νέα στρατιά δημοσιογράφων αρθρογραφούσε με μανία για τον νέο Καποδίστρια.

Το 2000 το ΠΑΣΟΚ ξανακέρδισε τις εκλογές. Κανένα κενό εξουσίας, καμία αναμπουμπούλα, μόνο σύστημα. Η μάχη για τις ταυτότητες που κερδήθηκε, η μάχη για το ασφαλιστικό που χάθηκε. Μια ισχυρή Ελλάδα με δανεικά, μ’ ένα κράτος ανήμπορο να διαχειριστεί τις αλλαγές που έφερνε το Ευρώ και με τα κέντρα λήψης αποφάσεων ν’ αδυνατούν να μετατραπούν στ’ αντίστοιχα των Ευρωπαίων εταίρων μας.

Όχι, ότι είναι καλύτερα αλλά η Ελλάδα ακόμα μοιάζει Ευρώπη σε σχέση με τα Βαλκάνια και Βαλκάνια σε σχέση με την Ευρώπη. Το κράτος παραμένει ένα πεδίο για να εξυπηρετήσει την πολιτική και όχι η πολιτική να είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα του κράτους. Εκεί, είναι η σοβαρή και μεγάλη αποτυχία του Κώστα Σημίτη. Τη δεύτερη τετραετία θεώρησε πως η «ιστορία τελείωσε», από εδώ και πέρα μια φυσική δύναμη μας ωθεί μόνο μπροστά. Είμαστε αναγκασμένοι να πετύχουμε. Το ίδιο που πίστεψε κι ο άλλος αμίλητος, ο Κώστας Καραμανλής.

«Αρχιερέα της Διαπλοκής», έτσι αποκαλούσε ο τελευταίος τον Κώστα Σημίτη. Υπήρχε πολύς καπνός. Άκης Τσοχατζόπουλος και Γιάννος Παπαντωνίου με τα εξοπλιστικά. Τσουκάτος, Μαντέλης με τη Siemens και τα ταμεία του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Ο Νεονάκης με τη χρηματιστήριο. Ο Πάχτας με την υπογραφή του. Ο Παντάγιας, γενικά!  Τσουκάτος και Νεονάκης άνηκαν και στην κατηγορία των «Λοχαγών» σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, των έμπιστων δηλαδή που αναλάμβαναν τη βρώμικη δουλειά, εκεί που δεν έπρεπε να λερώσει τα χέρια του ο πρόεδρος. Ελάτε τώρα, ποιος δεν χρησιμοποίησε αναλώσιμα πιόνια στο επιτελείο του; Γιατί έχει καταπιεί άραγε ο Κώστας Καραμανλής τη γλώσσα του;  

Το 1989, και με το σκάνδαλο Κοσκωτά, το πολιτικό προσωπικό της χώρας κλονίστηκε βαθύτατα. Ο Παπανδρέου να πρέπει να συρθεί στα δικαστήρια, οι Υπουργοί να εξευτελίζονται, η πολιτική ζωή να έχει δηλητηριαστεί. Τόσο μεγάλη ήταν η σύγχυση που ακόμα και η Νέα Δημοκρατία δεν μπορούσε να την εκμεταλλευτεί επαρκώς μην μπορώντας να βγάλει αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Όλα αυτά στιγμάτισαν τόσο τους πολιτικούς που από τότε προσπαθούν με διάφορους τρόπους ν’ αποφύγουν να τους συμβεί ξανά τέτοιο κακό. Ο νόμος, για παράδειγμα, περί ευθύνης υπουργών είναι μια προσπάθεια να μη σέρνονται οι υπουργοί στα δικαστήρια για ψύλλου πήδημα κι ένας υποτίθεται «δημοκρατικός τρόπος» να μην επηρεάζονται από επιχειρηματικά συμφέροντα. Κανείς εκτός από τη Βουλή, δεν θα μπορέσει νομικά, ν’ απειλήσει κανέναν αν θέλει να σπάσει τ΄αυγά και να φτιάξει ομελέτα. Έτσι, οι υπουργοί τα βρήκαν ανενόχλητοι με τους επιχειρηματίες χωρίς να τους ενοχλεί κανείς. 

Πέρα από όμως από το νόμο υπάρχει και το εθιμικό δίκαιο όπου θέλει τα τελευταία χρόνια όποιον πρωθυπουργό πάει σπίτι του να μην τον ενοχλούμε και πολύ. Άντε, να τον έχουμε Βουλευτή για τη σύνταξη και στη συνέχεια να τον αναφέρουμε συνέχεια και για υποψήφιο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Γενικώς, ό,τι έγινε, έγινε και οι Πρωθυπουργοί δεν φταίνε. Οι πρώην Πρωθυπουργοί είναι θεσμοί. Εφόσον κάποια στιγμή χάσανε, δεν είναι υπόλογοι σε τίποτα. Δεν τους φτάνει η ήττα, γιατί να τους πικραίνουμε κι άλλο;

Ο Γιάννος Παπαντωνίου στο γραφείο του στο Υπουργείο Άμυνας το 2002. Φωτογραφία: Γεράσιμος Δομένικος/ FOSPHOTOS

Εδώ υπάρχει μια μεγάλη παρανόηση. Πολλοί πιστεύουν ότι ο Κώστας Σημίτης δεν έχει μιλήσει. Μπορεί να μην έχει απαντήσει αν γνώριζε ότι ο Άκης και ο Γιάννος έκαναν πάρτι αλλά από το 2004 και μετά έχει γράψει 5 βιβλία τα οποία έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πόλις, δεκάδες άρθρα, πολλά μάλιστα δημοσιεύονται στην Καθημερινή που τόσο τον «αγάπησε», έχει βγάλει δεκάδες ομιλίες και ήταν αυτός που προειδοποίησε από τη Βουλή το 2008 για την έλευση του ΔΝΤ. Τελευταία μάλιστα έδωσε και μια μεγάλη συνέντευξη στην Athens Voice με αφορμή το αυτοβιογραφικό του βιβλίο, Δρόμοι Ζωής.

Φυσικά, αυτός τα γράφει, θα πει ό,τι θέλει και θα φροντίσει την υστεροφημία του. Δικαίωμα του είναι. Την ιστορία σε καιρό ειρήνης δεν την γράφουν οι νικητές αλλά όσοι μπορούν.

Δεν γράφει βιβλία, όμως, για να εξηγήσει πως ο Τσουκάτος και ο Μαντέλης έπαιρναν μαύρα λεφτά από τη Siemens ούτε γιατί παίρναμε μίζες για υποβρύχια που γέρνουν. Δεν υπάρχουν καν διάλογοι, τίποτα το παραπολιτικό, τίποτα το ζουμερό, πίνακες, αναλύσεις, λες και είναι μια διατριβή για το γνήσιο τέκνο του Χαρίλαου Τρικούπη (και του Καποδίστρια που λέγαμε πριν.) Συγγράμματα που θ’ αποθεωθούν από έναν κύκλο και θ΄αφήσουν παγερά αδιάφορους τους υπόλοιπους. Αν δεν καταλαβαίνετε αυτά που λέει, εσείς φταίτε, όπως συμβαίνει και με οτιδήποτε πάει λάθος στην Ελλάδα, σύμφωνα με το εκσυγχρονιστικό μπλοκ. 

Άρα, ο Κώστας Σημίτης δεν έχει να προσθέσει τίποτα, ούτε και θα το κάνει. Δεν θα μας πει γιατί δεν προστάτεψε το δημόσιο συμφέρον από το λαμόγια. Ή καλύτερα γιατί στην Ελλάδα, ό,τι και να κάνεις στο τέλος θα σε θυμούνται για τα λαμόγια. (Πώς την πάτησε έτσι;)

Η μεγάλη απορία είναι αν θα μιλήσουν άλλοι γι’ αυτόν. Τουλάχιστον για το αν γνώριζε. Όχι, γιατί υπάρχει καμία όρεξη να τον δούμε σιδεροδέσμιο. Ο Γιάννος Παπαντωνίου μπορεί να περάσει λίγους μήνες στη φυλακή για κάτι που συνέβη το 2003. Μέχρι χθες ζούσε στην Ελβετία, εκεί θα είναι μάλλον και του χρόνου. Ο Άκης είναι έξω. Ο Παπαγεωργόπουλος έξω. Είναι κανείς στ’ αλήθεια μέσα; Ρητορικό το ερώτημα.

Το ερώτημα ας είναι ό,τι θέλει αλλά μπορεί να πει κανείς με σιγουριά ότι έχουν δημιουργηθεί εκείνες οι δικλείδες ασφαλείας ώστε να μη συμβεί ξανά το ίδιο; Τι γίνεται με το μαύρο χρήμα την εποχή του bitcoin; Μπορεί να μην νιώθει κανείς ασφαλής όταν θα το ξανακάνει; Μπορεί, στο μέλλον ο Πρωθυπουργός να μη δικαιούται να μη γνωρίζει, να μην παρουσιάζεται σαν να ζει σε συννεφάκι, να είναι υπόλογος στο ελληνικό κράτος ακόμα και μετά τη θητεία του;

Το παρεάκι στο Μαξίμου, άραγε τι λέει γι’ αυτό; Τίποτα, κουτοί είναι; Αφού μια χαρά τα ‘χουν στήσει οι προηγούμενοι.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.