ΛΑ ΓΚΡΕΚΑ ΜΠΕΛΕΤΣΑ2015, η Χρονιά που η Σιωπή Έχασε τη Σημασία της

2015, η Χρονιά που η Σιωπή Έχασε τη Σημασία της

Τη χρονιά που πέρασε όσο ο κόσμος άλλαζε συνταρακτικά, εμείς αλληλοσπαραχθήκαμε σε social media wars. Τουλάχιστον πήραμε πολλά likes. Από τον Παναγιώτη Μένεγο.
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή
popaganda_siopi_1

Δεν είναι το πιο κραυγαλέο. Δεν είναι το πιο σημαντικό. Είναι απλά επουσιωδώς γραφικό. Αλλά, είναι το αγαπημένο μου. Παράδειγμα ότι η Σιωπή ήταν ο Μεγάλος Χαμένος του 2015, αυτής της συνταρακτικής χρονιάς που μόλις αποχαιρετίσαμε.

Πριν λίγο καιρό, έχοντας για τα καλά καβαλήσει το εκκωφαντικό παγκόσμιο hype που το συνόδευσε είχαμε την τύχη να δημοσιεύσουμε στην Popaganda ένα απόσπασμα από το πιο πολυσυζητημένο βιβλίο της χρονιάς, Πόλη Στις Φλόγες (εκδ. Κέδρος) του Γκαρθ Ρισκ Χάλμπεργκ. Το πρώτο (και μοναδικό) σχόλιο στο σχετικό post θα μου μείνει αξέχαστο: «Μια παπαριά και μισή αν κρίνουμε από το απόσπασμα. Ο συνηθισμένος θόρυβος που κάνουν τα media κάθε 2-3 χρόνια με κάποιο άλλο ασήμαντο βιβλίο…». Μπορεί αυτός που το έγραψε να έχει δίκιο (αν και οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος του), μπορεί να έχει άδικο, έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει τίποτα πιο υποκειμενικό από την αξιολόγηση ενός λογοτεχνικού έργου. Όμως, δε θα πάψει ποτέ να είναι διασκεδαστική (και στα πιο σοβαρά θέματα, σοκαριστική), η απόλυτη κατηγορηματικότητα της ετυμηγορίας. Μια ετυμηγορία που προφανώς κριτίκαρε την πλύση εγκεφάλου που έγινε από όλα τα μεγάλα μέσα για το μυθιστόρημα αλλά και που, για να μην ξεχνιόμαστε, βγήκε μετά από ανάγνωση κάτι λιγότερων από 3000 λέξεων ενός βιβλίου με 1038 σελίδες. Κάπου εδώ η έκφραση «βεβιασμένο συμπέρασμα» μοιάζει με την επιτομή του understatement.

Εντός κι εκτός των τειχών, συνέβησαν συνταρακτικά –σχεδόν κοσμογονικά, στην πλειοψηφία τους δε τραγικά- πράγματα, εμείς τα φέραμε όλα στα μέτρα μας. Και προκειμένου να πούμε σε χρόνο dt μια αστοιχείωτη παρόλα, ξεχάσαμε να σωπαίνουμε. Να μην έχουμε κάτι να πούμε είτε από φυσιολογική άγνοια, είτε από σεβασμό, είτε ακόμα από αμηχανία διαχείρισης συναισθημάτων.

Όμως αυτό ήταν το 2015. Η Χρονιά που η Ασθένεια του Απέραντου Διαδικτυακού Ναρκισσισμού, η πιο επικίνδυνη πάθηση της εποχής (από εκείνες που δεν απειλούν τη ζωή) υποτροπίασε άσχημα. Μια πάθηση που δεν σκοτώνει, αλλά μέρα με τη μέρα σαν ψυχωσική κύστη μας μετατρέπει –τουλάχιστον ψηφιακά- στους ανθρώπους που ποτέ δε θέλαμε (και ποτέ δε φανταζόμασταν) να γίνουμε. Σε εθισμένους like junkies, χρήστες των κοινωνικών δικτύων που προκειμένου να λάβουν την άμεση επιβράβευση της ψηφιακής ανταπόκρισης μέσω ενός σχολίου, ενός share η ενός ταπεινού like (δεν είναι υπερβολή, πρόκειται για μια από τις πιο σημαντικές σύγχρονες εξαρτήσεις όπως μπορείτε να διαβάσετε κι εδώ), άφησαν οριστικά στην ντουλάπα την κριτική σκέψη και την ψυχραιμία κι έκαναν πασαρέλα με το κοστούμι της επιπολαιότητας σε κάθε είδους timeline.

Αυτό ήταν για μένα το πιο σημαντικό φαινόμενο του 2015. Το γεγονός ότι παρότι, εντός κι εκτός των τειχών, συνέβησαν συνταρακτικά –σχεδόν κοσμογονικά, στην πλειοψηφία τους δε τραγικά- πράγματα, εμείς τα φέραμε όλα στα μέτρα μας. Και προκειμένου να πούμε σε χρόνο dt μια αστοιχείωτη παρόλα, ξεχάσαμε να σωπαίνουμε. Να μην έχουμε κάτι να πούμε είτε από φυσιολογική άγνοια, είτε από σεβασμό, είτε ακόμα από αμηχανία διαχείρισης συναισθημάτων. Δυστυχώς, μια επιλογή «μένω άφωνος/feeling speechless» είναι κάτι που δεν παρέχει στο status menu του το βερμπαλιστικό facebook. Αντίθετα βροντοφωνάξαμε “Je Suis Charlie”, βάψαμε το background στα χρώματα της γαλλικής σημαίας μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι (ακόμα κι αν η φωτογραφία που το συνόδευε μας έδειχνε να φοράμε μπικίνι στην παραλία ή να πίνουμε σφηνάκια), βάψαμε το background στα χρώματα του rainbow για την κατοχύρωση του gay γάμου στις ΗΠΑ και του Σύμφωνου Συμβίωσης στην Ελλάδα, Μείναμε Ευρώπη, καλέσαμε σε ΟΧΙ, φορέσαμε τα μαύρα στο πλαίσιο της cover photo για να φαίνεται καλύτερα το #ThisIsACoup, ποστάραμε την εικόνα του νεκρού Αϊλάν βρίζοντας τα παραδοσιακά μέσα που έκαναν το ίδιο. Πιθανότατα ευγενείς και καλοπροαίρετοι οι περισσότεροι από τους παραπάνω λόγους, αλλά και λίγο «όπου γάμος και viral η Βασίλω-δηλαδή εμείς- πρώτοι». Δε συμφωνείτε;

Θα πει κάποιος, γι’ αυτό υπάρχουν τα social media, εκτός από το να βρίσκεις συμμαθητές από την τρίτη γυμνασίου, να φλερτάρεις, να ποστάρεις τραγουδάκια και να καλείς ανθρώπους σε εκδηλώσεις που πιθανότατα δεν τους ενδιαφέρουν. Για να το θέσω καλύτερα, γι’ αυτό πέτυχε το facebook: γιατί κατοχύρωσε τον εκδημοκρατισμό στο δικαίωμα έκφρασης γνώμης επί παντός επιστητού διευρύνοντας το πατροπαράδοτο κόνσεπτ του «καφενείου». Στο καφενείο, δίπλα σε τύπους που κάνουν θόρυβο ρουφώντας το καϊμάκι και βροντοχτυπάνε τα ζάρια, το impact της στιγμιαίας κρίσης κλείνεται στους τέσσερις τοίχους – στο ίντερνετ, όμως, με λίγο αποδοτικό like farming, η «άποψή» σου μπορεί να γίνει ξαφνικά viral.

popaganda_siopi_4

Όμως το ξέρουμε πια πολύ καλά, το διαπιστώσαμε και πριν λίγα χρόνια που η φράση «δημοσιογραφία των πολιτών» είχε γίνει το νέο μαύρο. Η πλειοψηφία, φυσικά όχι το σύνολο, των σοσιαλμιντιακών σχολιογράφων wannabe opinion leaders απλά μαϊμουδίζουν το ύφος των mainstream media που θεωρητικά αποστρέφονται. Θέλουν να διαμορφώσουν νέες αυθεντίες στη θέση των παλιών, θέλουν να γίνουν ένα κομμάτι στην πίτα των επιδραστικών. Και φυσικά κάτι τέτοιο δε γίνεσαι επιχειρηματολογώντας, ερευνώντας, στηρίζοντας τη θέση σου με στοιχεία, κάνοντας/εκτιμώντας/απαιτώντας περισσότερο ρεπορτάζ. Κάτι τέτοιο γίνεσαι μόνο συναισθηματολογώντας. Το ίδιο, για να μην πω δραματικά χειρότερο, συναντά κανείς και στη διαδικτυακή συμπεριφορά ανθρώπων που δουλεύουν στα μίντια ή ανήκουν στη χαροκαμμένη κατηγορία των πνευματικών ανθρώπων. Απαλλαγμένοι από γραμμές, «λογοκρισίες», επιμέλειες ξεσαλώνουν επί δικαίων κι αδίκων, και μάλιστα με ύφος χιλίων καρδιναλίων, σε τοίχους που δε φταίνε σε τίποτα.

Έτσι κι αλλιώς, έχουμε ξεπεράσει την πολιτική ορθότητα. Άλλωστε, στη χώρα που η Χρυσή Αυγή είναι τρίτο κόμμα, στη χώρα που οι κυβερνήσεις εδώ και μια πενταετία χρειάζονται ακροδεξιό δεκανίκι για να επιβιώσουν, στη χώρα αυτή είναι γεγονός ότι η πολιτική ορθότητα έρχεται για να πεθάνει.

Η αλήθεια είναι πως ήταν πολλά τα πράγματα που μας γαργάλησαν το 2015. Πολλή συμπυκνωμένη πολιτική ιστορία στο εσωτερικό, δραματικά ξεσπάσματα τρομοκρατίας στην αρχή και το τέλος της χρονιάς, ο εφιάλτης του προσφυγικού μπροστά στον οποίο όλοι νιώσαμε ανήμποροι. Για τα εσωτερικά μας, τις δύο βουλευτικές εκλογές και ειδικά το δημοψήφισμα –που έλαβε ασύμμετρα υπαρξιακές διαστάσεις, σχεδόν συμπυκνώνοντας την πίεση πέντε χρόνων Κρίσης– μπορεί ίσως κανείς να δικαιολογήσει σε ένα βαθμό τον Εμφύλιο Διαδικτυακό Πόλεμο (πόσο μάταιος βέβαια αποδείχθηκε από τη εξέλιξη των πραγμάτων).

Αλλά για τα υπόλοιπα; Πόσο γελοίο είναι ένα τόσο πολυσύνθετο θέμα όσο αυτό που συμβαίνει στις ακτές μας από το καλοκαίρι και μετά να το φιλτράρουμε μέσα από τη θεωρία των δύο άκρων, να το κάνουμε ποδοσφαιρικό ντέρμπι ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ; Τι είδους παλιμπαιδισμός είναι να εγκαλούμε όσους μας ενημέρωναν (όχι ότι το ζητήσαμε) για τα στιγμιότυπα των διακοπών τους με την κατηγορία ότι την ίδια ώρα «πνίγονται παιδάκια» (τα οποία πνίγονται ακόμα βέβαια, αλλά πια δεν είναι δημοφιλής ο κανιβαλισμός να ποστάρουμε νεκρά κορμιά); Πόσο ασεβές απέναντι στη μνήμη όσων σκοτώθηκαν στο Παρίσι (σε συνθήκες που θα μπορούσαμε να είμαστε όλοι στη θέση τους) είναι την αμέσως επόμενη στιγμή να διατυπώνουμε μια παλαβή θεωρία συνωμοσίας ή να υπενθυμίζουμε όσα έγιναν στο παρελθόν για να καταλήξουμε σε ένα αναίσθητο «ναι μεν αλλά»; Πόσο τζάμπα μαγκιά είναι το άλλο άκρο, να κηρύσσουμε τον πόλεμο στους τζιχαντιστές από τον καναπέ μας στο Παγκράτι και το Χαλάνδρι, απαιτώντας να τους ισοπεδώσουν, χωρίς καν να σκεφτόμαστε ότι αυτός είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για νέα Μπατακλάν;

Όλα τα παραπάνω, ξέρω, είναι καθώς πρέπει. Είναι φλώρικα. Και δεν παίρνουν likes. Είναι πολιτική ορθότητα. Άλλωστε, στη χώρα που η Χρυσή Αυγή είναι τρίτο κόμμα, στη χώρα που οι κυβερνήσεις εδώ και μια πενταετία χρειάζονται ακροδεξιό δεκανίκι για να επιβιώσουν, στη χώρα αυτή είναι γεγονός ότι η πολιτική ορθότητα έρχεται για να πεθάνει.

Τα social media είναι παντού υστερικά, είναι η φύση και η θέση τους τέτοια. Όμως εδώ, ίσως περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, κάθε προσπάθεια μια ψύχραιμης συζήτησης, εντός ή εκτός ίντερνετ, κολλάει στον σκόπελο του συμψηφισμού. «Ναι, αλλά “οι προηγούμενοι, οι επόμενοι, οι Αμερικάνοι, το ISIS, οι Γάλλοι, οι Ευρωπαίοι, ο διαιτητής” θυμάσαι τι είχανε κάνει;». Έτσι κι αλλιώς, μην είστε κορόιδα, το να επικαλούμαστε το παρελθόν για καλό ή για κακό, είναι ένας από τους ασφαλέστερους τρόπους να αυγατίσει το likeability. Στο facebook ο θησαυρός της σιωπής δεν είναι χρυσός, είναι άνθρακες.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.