ΟΠΕΡΑΖητήσαμε από τον Λουκά Καρυτινό να μας εξηγήσει γιατί η «Γενούφα» είναι η τέλεια όπερα

Ζητήσαμε από τον Λουκά Καρυτινό να μας εξηγήσει γιατί η «Γενούφα» είναι η τέλεια όπερα

Το έργο του Λέος Γιάνατσεκ ανεβαίνει πρώτη φορά στην Ελλάδα στην Εθνική Λυρική Σκηνή και συναντήσαμε τον μαέστρο της παράστασης για να μας κατατοπίσει σχετικά με τον εξπρεσιονισμό στην Όπερα και τη δυσκολία ν'ανεβάζεις ένα έργο γραμμένο στα τσέχικα.
Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος/ FOSPHOTOS

Loukas Karytinos, Greek conductor, Athens, Greece, October 2018 / Λουκάς Καρυτινός, αρχιμουσικός, Αθήνα, Οκτώβριος 2018

«Στο θέατρο αν πει ένας ηθοποιός  κάτι στην κοπέλα του, δεν ξέρουμε αν λέει αλήθεια. Στην όπερα, με τη μουσική από κάτω, διαβάζουμε την ψυχή του.» Με αυτό τον ωραίο τρόπο μου εξήγησε ο Λουκάς Καρυτινός τη διαφορά των δύο θεαμάτων. Ο ίδιος μετράει δεκαετίες στο χώρο και η αφορμή για να βρεθούμε είναι τώρα το ανέβασμα της «Γενούφα» του Λέος Γιάνατσεκ. Ένα από τα σημαντικότερα μουσικά αριστουργήματα του 20ού αιώνα παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και ανοίγει τη καλλιτεχνική περίοδο 2018/19 για την Εθνική Λυρική Σκηνή, στις 14 Οκτωβρίου, σε μουσική διεύθυνση Λουκά Καρυτινού και σκηνοθεσία Νίκολα Ρααμπ. 

Σύμφωνα με το δελτίο τύπου της Λυρικής «η Γενούφα, η “τέλεια όπερα”, όπως την χαρακτήρισε πρόσφατα ο Guardian, ξεπέρασε τα όρια του σύγχρονου ρεπερτορίου και επιβλήθηκε στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου, χάρη στον λυρισμό, τη συναισθηματική της ειλικρίνεια, τη μεγαλειώδη μουσική που της χάρισε ο σπουδαίος Τσέχος συνθέτης Λέος Γιάνατσεκ και την υπόθεσή της, έντονα δραματική και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινη.»

Γι΄αυτά αλλά και για τη σχέση του ελληνικού κοινού με την όπερα μας μίλησε ο Λουκάς Καρυτινός λίγες μέρες πριν από την πρεμιέρα στις 14 Οκτωβρίου. 

Στιγμιότυπο από την παράσταση.

H Guardian γράφει για την Γενούφα ότι είναι η τέλεια όπερα. Ναι, γιατί έδωσε τη νέα κατασκευή για τη σύνθεση στον 20ο αιώνα. Έγινε το πρότυπο των επόμενων συνθέσεων. Για μένα, η αντικειμενικά τέλεια όπερα είναι ο Ντον Τζοβάννι του Μότσαρτ. Δεν μου αρέσει περισσότερο απ’ όλες άλλα άμα έσωζα μια όπερα θα ήταν αυτή. Στη Γενούφα τώρα, ο Γιάνατσεκ είναι ο κατεξοχήν εξπρεσιονιστής συνθέτης. Είναι ο μοναδικός που δικαιούται τον όρο. Γιατί στον Γιάνατσεκ, όλα μέσα στην παρτιτούρα είναι μόνο έκφραση.

Δηλαδή; Μια σύνθεση είναι μια κατασκευή που φέρνει συναισθήματα, συγκρούσεις, βάθη αλλά συγχρόνως έχει και και πολλή τεχνική μέσα. Γέφυρες, περάσματα, αναπτύξεις. Αυτά δεν υπάρχουν στον Γιάνατσεκ. Όλες οι νότες του εκφράζουν ένα συναίσθημα από την αρχή μέχρι το τέλος.

Αυτό έχει για σας ενδιαφέρον, για το κοινό έχει; Ο Γιάνατσεκ ευτύχησε η Γενούφα να είναι η πρώτη του όπερα, και αυτή που του έδωσε ο μεγάλο όνομα. Ατύχησε βέβαια γιατί ήταν ένας Τσέχος συνθέτης και η γλώσσα τον εμπόδιζε να γίνει ευρέως γνωστός. Η γλώσσα παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στην όπερα γι’ αυτό και ο ίδιος μετέφρασε τη Γενούφα στα γερμανικά ώστε να παιχτεί και στις γερμανόφωνες χώρες. Πίστευε, επίσης, ότι η καθημερινή μας κουβέντα, οι πρόζες μας έχουν μουσική μέσα, και προσπαθούσε να την αποτυπώσει στο πεντάγραμμο. Τι έχουμε λοιπόν στη Γενούφα;

Τι; Ένα πάρα πολύ ρομαντικό έργο με πάρα πολύ ωραίες μελωδίες. Έχεις την αίσθηση ότι οι πρωταγωνιστές πάνω στη σκηνή μιλάνε πλαισιωμένοι από την ορχήστρα. Είναι πολύ γνωστό ένα σκίτσο του Γιάνατσεκ, στους δρόμους της Πράγας, να προσπαθεί  να γράψει τις κουβέντες που άκουγε από τους περαστικούς σε πεντάγραμμο .

Είναι πιο πολύ θεατρική η παράσταση; Όχι, είναι όπερα. Έχει περάσει από πολλά στάδια. Ήταν μια περίοδος που το λιμπρέτο δεν ήταν τίποτα. Μια αφορμή για να γραφτεί μουσική. Μετά άρχισε να ισορροπεί φτάνοντας στον Βάγκνερ και πάμε μετά στους εξπρεσιονιστές συνθέτες όπου εξακολουθεί να είναι όπερα αλλά να εκφράζεται με διαφορετικά μέσα. Υπάρχει ο γερμανικός εξπρεσιονισμός και ο εξπρεσιονισμός του Γιάνατσεκ. Ο πρώτος στηρίζεται στις απλές και νοσηρές καταστάσεις της ψυχής του ανθρώπου. Στον Γιάνατσεκ αντίθετα συναντάμε κανονικούς ανθρώπους που βρίσκονται σε ακραίες καταστάσεις.

Πώς και καταπιάνονται με τόσο απλά πράγματα, με τα πάθη της καθημερινότητας; Η κίνηση  του βερισμού,  να στηρίζω δηλαδή το θέμα μιας όπερας πάνω σε πραγματικές καταστάσεις του καθημερινού αστυνομικού δελτίου, ξεκίνησε σαν αντίδραση στα έργα του Βάγκνερ όπου τα πάντα ήταν συμβολικά. Πρώτος έρχεται ο Μπιζέ με την Κάρμεν, που είναι μια όπερα αρκετά κοντά στην καθημερινότητα, μετά το πιάνουν οι Ιταλοί βεριστές, όπως ο Πουτσίνι και γράφουν παρόμοιες συνθέσεις.

Παίζει καθόλου ρόλο και ο εκδημοκρατισμός της καθημερινότητας σε αυτές τις αλλαγές; Η όπερα ακολουθεί το δικό της δρόμο. Νομίζω πραγματικά ότι αυτή η σκοτεινιά του Βάγκνερ, και αναφέρομαι σε αυτόν γιατί ο Βάγκνερ υπερίσχυσε όλων των μουσικών ροπών, νομίζω ότι αυτή η σκοτεινιά και η διαπλοκή στις όπερες του γέννησαν σαν φυσικό επακόλουθο ένα μεσογειακό φως. Δεν έχει να κάνει τόσο με τις πολιτικές συνθήκες, αλλά με την ίδια την ιστορία της όπερας.

Ήταν εύκολο να βρείτε τραγουδιστές στα τσέχικα; Πανδύσκολο. Έχω ένα θαυμάσιο όμως ελληνικό καστ που μάθανε όλο το έργο στα τσέχικα. Θέλει πολλή μελέτη, αγάπη και προσήλωση για να τα καταφέρεις.

Έχουμε συνδέσει την όπερα με τα ιταλικά. Είμαστε ιταλοθρεμμένοι.

Θα μας ξενίσουν τα τσέχικα; Κολλάει τόσο πολύ με τη μουσική που δεν θα μας ξενίσει καθόλου. Τα σύμφωνά του, τα φωνήεντά του, τις διάρκειές του, τις έχει τόσο πολύ προσαρμόσει στο μουσικό ρυθμό.

«Κοιτάξτε, η όπερα ποτέ δεν ήταν για τις ελίτ.»

Είναι πρώτη φορά που ανεβαίνει στην Ελλάδα. Είναι πολλά τα έργα που δεν έχουμε δει στη χώρα μας; Πάρα πολλά.

Για ποιο λόγο; Ένας λόγος είναι το τεχνικό κομμάτι αφού στο παλιό θέατρο δεν είχαμε πολλές δυνατότητες. Ο άλλος είναι γιατί δεν παρουσιάζουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.

Συνέχεια όμως να βλέπουμε τα ίδια έργα; Ε, γιατί είναι κοσμαγάπητα και θέλουν να τα βλέπουν. Όπως ένα χιτ στη μουσική. Φέτος, η Κάρμεν έκανε sold out σε τέσσερις παραστάσεις.

Ποια είναι η σχέση του σύγχρονου Έλληνα με την κλασική μουσική; Το ενδιαφέρον του κοινού ως προς την όπερα έχει ανέβει. Συνθετικά έχουμε πρόβλημα με τους νέους δημιουργούς.

Δεν υπάρχουν; Υπάρχουν αλλά όταν έχεις ν’ αντιπαλέψεις την Αΐντα του Βέρντι είναι πάρα πολύ δύσκολο. Σε επίπεδο κοινού όμως υπάρχει πολύ ενδιαφέρον και στην Ελλάδα.

Έχει φύγει λίγο και η σκιά της ελιτίστικης τέχνης; Κοιτάξτε, η όπερα ποτέ δεν ήταν για τις ελίτ.

Εδώ, στην Ελλάδα; Λίγα χρόνια πριν ποιοι πήγαιναν στο Μέγαρο; Θα σας εξηγήσω πως δημιουργήθηκε αυτή η παρεξήγηση. Η όπερα παγκόσμια ήταν ένα τεράστιο λαϊκό είδος. Οι ίδιοι που πήγαιναν στο ποδόσφαιρο, πήγαιναν και στην όπερα.

Τι έγινε όμως μετά; Στην Ελλάδα όλα τα έργα παιζόντουσαν στα ελληνικά σε μεταφράσεις με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συμμετάσχει ένας ξένος τραγουδιστής. Την περίοδο της Μεταπολίτευσης έρχεται ο Δημήτρης Χωραφάς, ένας σπουδαίος μαέστρος και αποφασίζει τα έργα να ανεβαίνουν στην αυθεντική τους γλώσσα. Αποτέλεσμα είναι να μην καταλαβαίνει ο κόσμος, τη στιγμή που έξω στους δρόμους υπάρχει μια λαϊκίστικη ελληνική μουσική.

Και τώρα τι συμβαίνει, έχουμε αλλαγή γενιάς; Και τον υπερτιτλισμό.

Εσάς σας ιντριγκάρει ν΄ ανεβάζετε μια όπερα ή ένα συμφωνικό έργο; Νομίζω, η όπερα πιο πολύ. Γεννήθηκα μέσα στη Λυρική. Οι γονείς μου ήταν τραγουδιστές και από μικρός στο σπίτι άκουγα πάρα πολλή μουσική. Δεν μπορώ να ξεφύγω. Η συμφωνική είναι η πεμπτουσία της μουσικής ενώ η όπερα είναι πιο λαϊκή εφόσον υπάρχει μια υπόθεση. Τη συμφωνική πρέπει να την παρακολουθείς με την καρδιά και το πνεύμα μαζί. Θέλει καλλιεργημένους θεατές, εκπαιδευμένους σε σχέση με την όπερα όπου μπορείς να παρακολουθήσεις μια ιστορία.

Αν δεν είναι καλή μια παράσταση ποιον κατηγορούμε, τον διευθυντή ορχήστρας ή τον σκηνοθέτη; Τα πάντα μπορεί να συμβούν.

Ποιος είναι ο αρχηγός όμως; Ο μαέστρος. Γιατί σ’ αυτόν έχει εμπιστευτεί ο συνθέτης αυτό που έγραψε.

Θα θέλατε να τον είχατε δίπλα σας τον συνθέτη; Καλύτερα όχι. Ένα έργο που είναι σημαντικό δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατο. Ο συνθέτης το έγραψε, το παραδίδει στην κοινωνία ώστε ο καθένας να το αποδώσει όπως νομίζει.

Η Γενούφα κάνει πρεμιέρα στις 14 Οκτωβρίου. Όλες τις απαραίτητες πληροφορίες θα τις βρείτε εδώ
ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.